14 χρόνια και 14 μέρες από τη ζωή ενός Καρπάθιου

0
8
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Ένας πιτσιρίκος όλο σκέρτσο και παιγνίδι, αυτός ήταν ο Νίκος Μ. Χατζηγεωργίου, αθώο πειραχτήρι, από τα παιδιά που σε κάνουν να μη σταματάς τα γέλια με τα αστεία του. Μην φανταστείτε ότι πρόκειται για κάποιου είδους μνημόσυνο, μα για μια λεπτή γραμμή μνήμη, από κείνες πουδιαγράφονται πριν ακόμηγεννηθούν.

Γεννημένος το 1916 στις Μενετές Καρπάθου, μεγάλωνε μαζί με 10 αδελφάκια, μα έτσι ήταν τότε οι φαμίλιες, ένα κοπά(δ)ι παιδιά,ενώ τα σπίτια ήταν μια κουτσουλιά κι όμως όλοι χωρούσαν, όλοι έμαθαν να τρώνε με ένα κουτάλι κι από την ίδια γαβάθα, να σέβονται και να λογαριάζουν ακόμη και την πιο μικρή μπουκιά από το ξερό σαφρακιασμένο ψωμί.

Ο Νίκος ήταν άσσος στα χωρατά, κάθε τόσο σκαρφιζόταν μια πονηριά, έκαμε σχέδιο κι ύστερα έβαζε μπροστά την εφαρμογή της.Όπως τότε, που ήταν τηςμόδας τα κοριτσάκια να πλέκουν λευκές δαντέλες στην άκρη από τα εσώρουχα τους.Εκείνος, που ήταν δεν ήταν 10 χρονών, άρπαξε κρυφά τα εσώρουχα από τις αδελφές του και με μια πέτρα κοπάνησε και χάλασε τα πλεχτά σχέδια.

Τον ρωτούσαν γιατί έκαμε μια τέτοια βρωμοδουλειά κι αυτός χαμογελούσε κι απορούσε: εκεί, κάτω από τα φουστάνια, ποιος βλέπειτις δαντέλες σας; Γιατί λοιπόν τις πλέκετε;
Τα ξέγνοιαστα χρόνια, η πρώτη νιότη του, πέταξε σαν ένα καλοκαίρι, πουμοιάζει μακρύκι ατέλειωτο, μα σβήνει απότομα, σα τα πιο μικρά φτενά κεράκια.

Ο Νίκος δεν ήταν πρωτογιός, είχε περάσει από τα χωράφια του πατέρα του, όμως τίποτε από αυτά δεν θα γινόταν δικό του. Στα 16 του, ένα παλικαράκι από κείνα που κρυφοζηλεύουνοι μανάδες, μάζεψε τα λιγοστά προσωπικά του πράγματα, έφτιαξε ένα μικρό μπόγο και τράβηξε για τηνΑθήνα.

Ήταν το 1932,το καϊκι που χανόταν μέσα στο πέλαγος ήταν γεμάτο από νεαρό κοσμο, παιδιά από την ιταλοκρατούμενηΚάρπαθο που σκάλιζαν το ξερικό δέντρο της ζωής, έψαχναν για το ριζικό τους στηξενιτιά. Μα του μετανάστη και του φτωχού οι μέρες δε γνωρίζουν εποχές και χρόνους.

Ο Νίκος Χατζηγεωργίου ακολούθησεγια λίγο την παρέα που τραβούσε για το βουνό της λευκής πέτρας. Στα νταμάρια της Πεντέλης οι Καρπάθιοι είχαν κάμει το κολάϊ τους. Εκατοντάδες ήταν οι εξορύχτες του μαρμάρου και χωρούσε κι άλλους τόσους! Οι επιστάτες ήταν Καρπάθιοι, οι εργολάβοι ήταν από το ίδιο νησί, όσο για τους εργάτες αυτοί ήταν συγγενείς,φίλοι κι έτσι το κοπιαστικό και επικίνδυνο μεροκάματο τουλάχιστον ήταν σίγουρο.

Όμως ο Νίκος δε στάθηκε στα νταμάρια, άφησε νωρίς τα φουρνέλα και τις βαριοπούλες. Στα χωράφια ήταν μαθημένος, εκεί λοιπόν θα πάλευε τη μοίρα του.Βρέθηκε στη Νέα Μάκρη,τρύπωσε σε φιλόξενη και καρπερή γη κι έγινε περιζήτητος αγρότης.

Το αγόρι ενηλικιώθηκε κι όταν έσκασε η είδηση για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο έβαλε πρώτο το νησί του,τότε δεν φοβόσουν να πεις πως είσαι πατριώτης, έτσι έγινε εθελοντής στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων και έτρεξε στα Αλβανικά βουνά για να πολεμήσει τους Ιταλούς.

Μέσα στην κατοχή φρόντιζε με τρόφιμα τους συγγενείς του στην Αθήνα,κάθε τόσο έβρισκε ευκαιρία για να διηγηθεί πως είχεσωθεί, παρατρίχα θα τον είχε βρει μια σφαίρα και θα είχε μείνει για πάντα μακριά από τονησί και τους ανθρώπους του.Μα είχε τύχη, γλύτωσε και περίμενε το τέλος του πολέμου, είχε σκοπό να μαζευτεί στον τόπο του και μάλιστα είχε κάμει τα κουμάντα του!
Από τότε που ξενιτεύτηκε είχε φτιάξει ένα κασελάκι, ο Νίκος έκανε αιματηρές οικονομίες, μάζευε δραχμή-δραχμή και αγόραζε λίρες, εκεί μέσα έκρυβε όλο το μέλλον.Είχε το σκοπό του, μονάχα το σώμα του ήταν στην Αθήνα, το πνεύμα κι η ψυχήδενξεκόλλησαν ποτέ από το νησί του.
Κάποτε τελείωσε κι ο πόλεμος,το 1946, με την Κάρπαθοεγγλέζικη να μαζεύει τα κομμάτια της. Αμέσως μόλις άνοιξε θαλασσινός δρόμος και βρέθηκε το καϊκι που αψηφούσε τις διάσπαρτες νάρκες του Αιγαίου εκείνος ξεσηκώθηκε.

Ο Νίκος ήταν ήδη 14 χρόνια μετανάστης, μάζεψε όλα του τα υπάρχοντα,έκρυψε όσο καλύτερα μπορούσε το γεμάτο λίρες μπαουλάκι του και αποχαιρέτησε τους λιγοστούς φίλους του. Σάλταρε στο μικρό ξύλινο κατάστρωμα, μαζί ήταν η αδελφή του με την 20χρονη κόρη της. Η Αθήνα μπορεί να τον ανέθρεψε, είχε τα καλά της, όμως για κείνον ήταν ήδη παρελθόν!

Μετά από μια μικρή Οδύσσεια φτάσανε στο νησί τους, ανέβηκαν αμέσως στο χωριό, εκεί στις Μενετές οι προξενήτρες δεν άργησαν τα σούρτα-φέρτα, οι νύφες ήταν αρκετές, μα έπρεπε κάποια να του γυαλίσει, να ανοίξει κι η καρδιά του Νικόλα.

Άντρας πια, 30 χρονών, παρά τα 14 χρόνια απουσίας στηνΑθήνα έμοιαζε σα να μην έλειψε μια μέρα. Θυμήθηκε χωρατά, έλεγε ιστορίες στα καφενεία και χαιρόταν τη ζωή που του δόθηκε με τόση χάρη κι απλοχεριά,είχε ήδη ξεχάσει τα βάσανα και τις ταλαιπώριες, όμως ακριβώς πάνω στις 14 μέρες λες και πόσοσε το λάδι στο καντήλι του.
Βρέθηκε περαστικός από ένα σταύλο στα ξωμέτοχα,στην περιοχή Τραχανάμος, εκεί ο πειρασμός ήταν μεγάλος, το πέτρινο δωμάτιο ήταν γεμάτο πυρομαχικά, έτσι δεν άντεξε έπιασε μια οβίδα, με ένα σουβλί έκαμε να βγάλει το καψούλι,με σκοπό να αδειάσει το δυναμίτη που τον χρησιμοποιούσαν για το ψάρεμα.

Την επόμενη στιγμή μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε πολλά χιλιόμετρα μακριά, o Νίκος είχε γίνει κομμάτια.

Το παλικάρι που επέστρεψε για να ντυθεί γαμπρός βιαστικά πέρασε μέσα σε ένα μνήμα, κανένας μέσα στο χωριό δεν μπορούσε να καταπιεί την ιστορία του Νίκου Χατζηγεωργίου.
Οι δυστυχισμένοι γονείς άνοιξαν το μπαουλάκι και μοίρασαν τις λίρες στα αδέλφια του, δεν είχε επιστροφή αυτό το ταξίδι του παιδιού τους.

Ακόμη και σήμερα η ανηψιά του Μαριγούλα όταν κοιτάζει τη φωτογραφία του, για μια στιγμή ξεχνά πως έχει φύγει πριν από 71 χρόνια και χαμογελά με τα χωρατά και τα καλαμπούρια του.
Πρόλαβε να ζήσει μόλις 14 μέρες από ένα όνειρο που σχεδίαζε 14 χρόνια στη ξενιτιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ