Ακόμη μια πνιγμένη κραυγή!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

 

 

Θα ΄θελα να φωνάξω άγρια στο γείτονα, για κείνο το σκυλί που αργοψοφά παρατημένο στη ταράτσα, να γράψω για έναν φίλο που στέκει σιωπηλός κι απένταρος, σε μια γωνιά του παγωμένου καταχρεωμένου σπιτιού, για κείνο το γεροντάκι που ξέμεινε μονάχο, βρωμά και ζέxνει κάτουρο του θανάτου, δίχως χνώτα, μακριά ακόμη κι από ψεύτικες αγκαλιές.

Μα θα γινόμουν τόσο γραφικός, χειρότερα ακόμα, ένας άθλια ενοχλητικός τύπος που επαναλαμβάνεται. Όπως εκείνοι που συνεχίσουν να παραμιλούν και βγάζουν βρώμικες σκέψεις, τέτοιες που κάνουν τα μάτια να σκοτεινιάζουν και να ψάχνουν τρόπο να ξεφύγουν.

Έτσι διαλέγω να φορώ ένα σταματημένο ρολόι, να σκαλίζω στα σκουπίδια φανταστικούς ήρωες και να θαυμάζω εκείνους που είχαν τσαγανό, είχαν το θάρρος, για να μιλήσουν ανοιχτά για το μοβόρικο δίποδο που το βαφτίσαν χαριτωμένα, άνθρωπο.

Πάνε λίγες μέρες που χάσαμε έναν σπουδαίο δημιουργό, τον Ιταλό σκηνοθέτη Έττορε Σκόλα. Υπέγραψε περίπου 90 σενάρια ταινιών, στις 40 από αυτές έκανε και τη σκηνοθεσία. Όμως θα σταθώ σε δυο φιλμ, δυο ταινίες που υπογράφει κάπου στα 45 του. Η πρώτη, Brutti, sporchi e cattivi, (Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί) γυρίζεται το 1976 και κερδίζει το 1ο βραβείο στις Κάννες.  Παρακολουθούμε μια εξαθλιωμένη φαμίλια που ζει στα περίχωρα της Ρώμης, κυριολεκτικά μέσα στα σκουπίδια. Πρωταγωνιστής ο μισότυφλος πατέρας, που κρύβει το πουγκί, μια αποζημίωση για το χαμένο μάτι και ένα γεμάτο δίκανο για προστασία. Στο φιλμ όλοι μπορούν να κάνουν και να γίνουν οτιδήποτε, δεν υπάρχουν ταμπέλες, ούτε ταμπού. Λέξεις και περιγραφές μένουν έξω από την παράγκα, μακριά από τη γειτονιά τους.

Πάνε και έρχονται μισακά κορμιά δίποδων και τετράποδων. Όλοι μαζί παλεύουν, θέλουν να ζήσουν, να τη βγάλουν και ας ξεσκίσουν τις σάρκες κι ας καταπιούν ψυχές. Στο πανί πρωταγωνιστεί το καλύτερο είδος, εμείς! Κάνουμε μια φανταχτερή παρέλαση. Επιτέλους εμείς είμαστε οι ήρωες, τα τέρατα του  κόσμου!

Την επόμενη χρονιά, το 1977, ο Έττορε Σκόλα θα παρουσιάσει ένα αξεπέραστο φίλμ για τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Πρόκειται για μια αφήγηση ποίημα, το Una Giornata Particolare, (Μια ξεχωριστή μέρα). Σε 110 λεπτά παρουσιάζεται το μίσος, μια προδιάθεση επιβολής και η κόντρα μας για οτιδήποτε διαφορετικό. Όλα τα κουβαλάμε σα το προπατορικό αμάρτημα και βαραίνουν αιώνια τις πλάτες μας.

Στη Ρώμη 6 Μαΐου 1938, η κοινωνία, θέλει δε θέλει, είναι ξετρελαμένη με την προοπτική του φασισμού και υποδέχεται τον Χίτλερ! Μέρα γιορτινή με τους πολίτες, πρέπει να δείξουν φρόνημα ή να κρυφτούν από τους καλοθελητές λογικούς ρουφιάνους! Ξυπνάμε μέσα σε μια θεόρατη πολυκατοικία, στο διαμέρισμα μιας νοικοκυράς, της Αντουανέτα, εκεί είναι και το αφεντικό της, ο σύζυγος! Και τα έξι κακομαθημένα παιδιά τους. Όλοι βιάζονται, φτάνει μια γουλιά εσπρέσσο, πρέπει να ετοιμαστούν να φορέσουν τις φασιστικές στολές τους, η νεολαία Μπαλίλα να βάλει τα μαύρα πουκάμισα και όλοι να τρέξουν, για να υποδεχτούν, να χειροκροτήσουν τον Χίτλερ και την τρανή παρέα του. Μόνο η ταλαίπωρη νοικοκυρά θα μείνει πίσω. Έχει υποχρέωση να τακτοποιήσει το σπιτικό, να συμμαζέψει το αχούρι και να μαγειρέψει, για να το βρουν, το αφεντικό και τα παιδιά, όπως πρέπει όταν επιστρέψουν!

Η απόδραση της Ismelda, της μάϊνας από το κλουβί της, θα γίνει η αιτία να γνωρίσει τον ένοικο του απέναντι διαμερίσματος. Είναι ο Gabriele, σε μια στιγμή πριν την αυτοκτονία! Ένας απολυμένος εκφωνητής του ραδιοφώνου που δεν ταιριάζει στους φασίστες, αφού για αυτούς δεν είναι παρά ένα ομοερωτικό μίασμα.

Η Μάϊνα θα μπει στο κλουβί της και το άγνωστο ζευγάρι θα μοιραστεί όλο το χρόνο του φιλμ. Θα φανερώσουν τη μοναξιά τους, την ανείπωτη ανθρώπινη καταπίεση που δεν έχει λόγια. Έπειτα οι δυο τους θα ερωτευτούν. Εκείνη θα γυρίσει στους καθημερινούς μικρούς και μεγάλους βιασμούς της, ενώ ο   Gabriele στο τέλος της ίδιας μέρας θα εξοριστεί.

Το φιλμ του Έττορε Σκόλα μοιάζει με ταινία του Ταραντίνο, από την ανάποδη! Δεν υπάρχει αίμα, όμως η ανθρώπινη βια είναι βαθιά και χυδαία. Ακριβώς όπως και η μικρή και αδιάφορη καθημερινότητα!

Τα μοιραία πρόσωπα, οι δυο πρωταγωνιστές, η Antonietta και ο Gabriele κι από την άλλη μια κοινωνία που όλα τα τσακίζει, τους γαμεί τα πρέκια δίχως αφορμή, δίχως λόγια και το πιο σημαντικό: δεν υπάρχουν, δεν γίνεται να υπάρχουν αντιρρήσεις.

Ο ρόλος της γυναίκας δούλας και του παρείσακτου ομοφυλόφιλου.

Στη θέση τους θα μπορούσαν να είναι δύστυχα τετράποδα, μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι ή άνεργοι.

Άνθρωποι ανεξάρτητα από χρώμα, που σε μια στιγμή μπορούμε να τους ξεκοιλιάσουμε, να χύσουμε πάνω τους όλο το μίσος και τη μιζέρια μας.

Δίχως γιατί, γιατί εμείς είμαστε οι άλλοι, πάντα έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας…

Αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει, όσο κι αν εξελίσσεται το μοντέλο μας, όσο κι αν λέμε με καμάρι πως μαθαίνουμε τον εαυτό μας, είμαστε έτοιμοι να δαγκώσουμε και να ματώσουμε δίχως λόγο το διπλανό μας. Και ναι αυτό έχει τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση!

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code