Η απομάγευση της Ευρώπης και της Αριστεράς…

image

Όλα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα και την Ευρώπη από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές μέχρι σήμερα είναι εξόχως διδακτικά. Μπορούν να περιγραφούν και να ερμηνευτούν από πολλές σκοπιές. Ούτε στις περιγραφές, ούτε και στις ερμηνείες αναμένεται σύμπτωση. Εκτός από ένα σημείο: την απομάγευση. Ο όρο αυτός, που χρησιμοποιήθηκε από τον Μαξ Βέμπερ και τον Τέοντορ Αντόρνο για την ανάλυση του νεωτερικού κόσμου, ταιριάζει απόλυτα για το τελευταίο σε δύο περιπτώσεις, την Ευρώπη και την Αριστερά.

Η Ευρώπη που είχαμε φανταστεί, η Ευρώπη των ισότιμων εταίρων και της αλληλεγγύης, των κοινών αξιών για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπισμό, δεν υπάρχει. Όχι μόνον ως πραγματικότητα, αλλά ούτε πια και ως όραμα, ως σχέδιο για το μέλλον. Η υποχώρηση της ευρωπαϊκής ιδέας δεν οφείλεται μόνο στην επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως οικονομικού μοντέλου και ως πολιτικής ιδεολογίας. Οφείλεται πρωτίστως στην ανάδυση του γερμανικού οικονομικού εθνικισμού που τώρα πλέον δεν είναι απλώς οικονομικός. Για λόγους ιστορικούς και άλλους η Γερμανία έχει χτίσει ισχυρές συμμαχίες με χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά και της Ανατολικής Ευρώπης, όπως και παλαιότερα. Η Μεσευρώπη (Mitteleuropa) είναι πλέον μια πραγματικότητα

Αυτή είναι η πρώτη απομάγευση. Είναι η ντε φάκτο γερμανική Ευρώπη που επιτρέπει στον Γερμανό υπουργό οικονομικών, με τη συναίνεση και των δύο εταίρων της γερμανικής συγκυβέρνησης, να κάμπτει με σκαιό τρόπο τη βούληση του ελληνικού λαού την οποία εξέφρασε στη συνάντηση κορυφής ο Έλληνας πρωθυπουργός. Ουσιαστικά αυτό που του είπαν είναι «δεν μας ενδιαφέρει ποια είναι η βούληση της πλειοψηφίας των Ελλήνων, ή δέχεσαι τους όρους μας ή αναζήτησε αλλού δάνεια». Ξέρουμε τώρα από πρώτο χέρι, το ζούμε και δεν το εικάζουμε απλώς, ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η Ελλάδα, όσο παραμένει στην Ευρωζώνη. Πιο απλά: ευρώ σημαίνει κατ’ αρχήν ότι θα έχεις μπροστά σου τον Σόϋμπλε (όχι τον άνθρωπο, αλλά το πνεύμα). Όλα τα άλλα έπονται.

Δεν ξέρω αν η λύση της εξόδου από την Ευρωζώνη υπό τις παρούσες συνθήκες είναι η καλύτερη επιλογή. Παρακολουθώντας όμως συστηματικά τον γερμανικό τύπο από το 2009 μέχρι σήμερα, διαπιστώνω το παράδοξο της δραχμής: οι πιο σκληροί νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι και πολιτικοί στη Γερμανία έχουν προτείνει τη λύση της εξόδου εδώ και πέντε χρόνια και την επαναλαμβάνουν μέχρι σήμερα. Είτε με το καλό, είτε ως απειλή. Την ίδια στιγμή προτείνουν την ίδια λύση στην Ελλάδα κυρίως μαρξιστές οικονομολόγοι και πολιτικοί, όσο οι όροι παραμονής στην Ευρωζώνη προκαλούν φτώχεια και εξάρτηση. Η σύμπτωση μαρξιστών και νεοφιλελεύθερων στη χρησιμότητα της εξόδου είναι αυτό που με κάνει ιδιαίτερα καχύποπτο στο να υιοθετήσω την πρόταση. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι και οι δύο μπορούν να συμπίπτουν τόσο πολύ σχετικά με το ενδιαφέρον τους για το καλό των Ελλήνων.

Και έρχομαι τώρα στη δεύτερη απομάγευση, εκείνη της Αριστεράς. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές «Αριστερές». Ορισμένες εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο, άλλες όχι. Στις πρώτες ανήκει η κλασική Αριστερά της «ρήξης», της εξόδου δηλαδή από την Ευρωζώνη και την Ευρώπη. Αυτή η Αριστερά μιλά για ρήξη και κατηγορεί όσους την απορρίπτουν, όντας σίγουρη ότι η ίδια δεν πρόκειται να συμμετάσχει στην πραγμάτωσή της διότι γενικώς δεν συμμετέχει στην ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης. Ούτε έχει, ούτε επιθυμεί να έχει κυβερνητική ευθύνη. Το αφήγημα της ρήξης είναι εκ του ασφαλούς, εν γνώσει όσων το διακινούν ότι αφορά με παροντικούς όρους κάτι το ανέφικτο και ισχύει μόνο για κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, όταν οι συνθήκες «ωριμάσουν». Στην ουσία πρόκειται για έναν συστημικό ρεαλισμό με καταγγελτικό προσωπείο. Η ρήξη ναι μεν δεν είναι εφικτή σήμερα, λένε, αλλά πρέπει να καταδικάζονται όσοι δεν την προτείνουν ή δεν την πραγματώνουν.

Για την Αριστερά αυτή δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας, διότι εξ ορισμού δεν πρόκειται, εφόσον δεν αναλαμβάνει κυβερνητική ευθύνη, να βρεθεί μπροστά στο δίλημμα «προχωρούμε ή όχι στη ρήξη που εξαγγέλλουμε». Υπάρχει, όμως, και η άλλη Αριστερά, το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Όσο ήταν στην αντιπολίτευση, το κόμμα αυτό μπορούσε να μιλά για ρήξη, διότι δεν χρειαζόταν να την πραγματώσει, όπως και η κλασική Αριστερά. Όταν έγινε κυβέρνηση, τα πράγματα άλλαξαν. Αν τώρα δεν πραγματοποιούσε τη ρήξη – στην περίπτωσή μας, τη ρήξη με το νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό πλαίσιο – τότε έπρεπε να δικαιολογήσει τη διάσταση ανάμεσα στο αφήγημα και στην πράξη.

Για λόγους που δεν είναι της στιγμής να εκθέσουμε και που οφείλονται κυρίως στη διαχείριση της κρίσης χρέους από τους εταίρους, η δεύτερη Αριστερά έγινε κυβέρνηση. Και μια υπολογίσιμη ομάδα της πίεζε και ακόμη πιέζει για την πραγμάτωση της ιδέας της ρήξης. Η συμπεριφορά αρκετών εταίρων, άλλωστε, είναι τόσο μεθοδικά προκλητική, ώστε δεν χρειάζεται η κυβερνώσα Αριστερά να αναζητά επιχειρήματα. Μια υπεύθυνη κυβέρνηση που υιοθετεί τελικά τη στρατηγική της ρήξης οφείλει πρώτα να σταθμίσει τα όρια των αντιπάλων, την ταυτότητά τους, τον τρόπο σκέψης και δράσης τους. Αν έχει κάνει κακούς υπολογισμούς για τα παραπάνω και προχωρήσει τελικά σε μια σύγκρουση, μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημία σε εκείνους που εκπροσωπεί και για το καλό των οποίων πασχίζει. Αν δεν έχει κάνει καθόλου υπολογισμούς και πάει με το σταυρό στο χέρι, θα έχει μάλλον το ίδιο αποτέλεσμα. Τέλος, την ίδια ζημία θα προκαλέσει, αν προχωρήσει στη ρήξη έχοντας κάνει πολύ ρεαλιστικές εκτιμήσεις για την αντίδραση του αντιπάλου, αλλά για λόγους αρχής (αξιοπρέπεια, γόητρο, τιμή) αποφασίσει ότι πρέπει να συγκρουστεί, γνωρίζοντας ότι θα χάσει και ότι χάνοντας θα προκαλέσει ζημία. Βεβαίως στην τρίτη περίπτωση το κίνητρο είναι ευγενές, αλλά δεν αρκεί να είναι ευγενές μόνον για τα κυβερνητικά στελέχη. Πρέπει να ορίζεται και να γίνεται αποδεκτό ως ευγενές και από μεγάλη μερίδα πολιτών. Πόσοι Έλληνες θα εκτιμούσαν σήμερα μια τέτοια ρήξη, όταν το 75% τάσσεται υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη; Είναι προφανές ότι δεν μπορεί κανείς να θέλει και το ευρώ και τη ρήξη με τη ζώνη του ευρώ ταυτόχρονα.

Στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται η απομάγευση της Αριστεράς των «ρήξεων» όταν αναλαμβάνει κυβερνητική ευθύνη. Οι όποιες μεγάλες ή μικρές αλλαγές στην καθημερινότητα του λαού που εκπροσωπεί εξαρτώνται όχι μόνον από τη βούληση της «κυβερνώσας Αριστεράς», αλλά και από εκείνη των αντιπάλων της, ιδιαίτερα όταν οι τελευταίοι είναι ασύμμετρα ισχυρότεροι. Το διαζύγιο μοιάζει ευκολότερο, αλλά υποχρεωτικά έχει συνέπειες, οι οποίες είναι αντιμετωπίσιμες εάν υπάρχει κάποιο ευνοϊκό περιβάλλον υποδοχής του ασθενέστερου διαζευγμένου. Για την Ελλάδα ένα τέτοιο περιβάλλον σήμερα δεν υπάρχει, ίσως υπάρξει στο μέλλον. Απομάγευση της κυβερνώσας Αριστεράς σημαίνει ότι ο κόσμος βλέπει καθαρά πλέον πως είτε εντός, είτε εκτός Ευρωζώνης, η βούληση απλώς του λαού (έστω ότι αυτή υπάρχει) δεν αρκεί για να βελτιωθεί η κατάστασή του. Χρειάζονται και πολλά άλλα πράγματα, όπως μέθοδος, μέσα και συμμαχίες. Η Αριστερά – όπως και η Δεξιά και κάθε άλλος πολιτικός χώρος – δεσμεύεται από το πλαίσιο και την εποχή μέσα στην οποία δρα. Η πραγματικότητα στην Ευρώπη, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, δεν υποχωρεί επειδή στην Ελλάδα κυβερνά – για την ακρίβεια, συγκυβερνά – η Αριστερά. Όχι μόνον δεν είναι δείγμα δειλίας η στάση του Έλληνα πρωθυπουργού μετά τον εκβιασμό της γερμανικής πλευράς, αλλά είναι δείγμα γενναιότητας και υπευθυνότητας και είναι ευτύχημα που εκείνη τη στιγμή αυτός εκπροσωπούσε τη χώρα και όχι κάποιος άλλος. Το να μην αναγνωρίζεται αυτό από μια μερίδα των ίδιων των συντρόφων του δεν είναι μόνον κάτι που τον αδικεί, αλλά και κακός οιωνός για το μέλλον. Για ποιον είναι χρήσιμη τελικά μια Αριστερά που ούτε από το παρελθόν, ούτε και από το παρόν μπορεί να μάθει κάτι;

Σχετικά Άρθρα

Ένα σχόλιο
  1. Ο/Η bushido λέει:

    Ευτυχώς υπάρχουν η Αμερική, η Ρωσία και η Αγγλία, που περιμένουν στη γωνία. Ειδικά την Αγγλία τη παραδέχομαι γιατί δεν άφησε ποτέ
    την Ευρώπη να «ενωθεί». Είναι αυτό καλό; Ναι είναι.
    Γιατί η ένωση της, προϋπέθετε σε κάθε περίπτωση την τυραννία.
    Έτσι η Αγγλία είπε όχι στο Πάπα, στο Λούθηρο, στο Ναπολέοντα, στο Βίσμαρκ, στο Χίτλερ και στο κομμουνισμό.
    Μπορεί να το έπραξε για το δικό της συμφέρον βοήθησε όμως στο να υπάρξει, σχετική πάντα, ελευθερία στην Ευρώπη.
    Τουτέστιν η Γερμανική ΕΕ (και το ευρώ) δεν έχουν κανένα μέλλον.

    Όσον αφορά την Αριστερά, η μαγεία της δε θα λείψει ποτέ.
    Φροντίζουν γιαυτό ο νεοφιλελευθερισμός, η ασυδοσία των Αγορών και η βαρβαρότητα της Διαπλοκής.
    Η Αριστερά μόνο ως πατριωτική μπορεί να παίξει θετικό ρόλο.


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code