Απρέπειες και χούγια φαντασμάτων…

 

 

Φαντάσματα, τι σαχλαμάρες και τούτες! Από μικρό παιδί δεν πίστευε σε παραμύθια και παράλογες ιστορίες, ούτε σε κουβέντες μακριά από τις αισθήσεις, ότι είναι έξω από την ακτίνα των ματιών απλά δεν υπήρξε, δε γίνεται να υπάρχει.

Έτσι του έλεγε ο αντάρτης γέρος του, αγνός κομμουνιστής που είχε κάνει πολλά φεγγάρια στη Μακρόνησο, ενώ η μάνα -μια ζωή λιμάνι και μέσα στους αγώνες- υπερθεμάτιζε κι όλο καμάρωνε, μια θαύμαζε το σύζυγο και μια το φτυστό της γιόκα. Έτσι κι εκείνος δε γλύτωσε από λατρείες, οιδιπόδεια και συνήθειες, τις άρπαξε και έχτισε τους πιο χρυσούς κανόνες της ζωής του.

Όλα είχαν κουμπώσει πάνω σ΄αυτή τη λογική, σε τίποτε υποθετικό ή ψεύτικο δεν ήθελε να χαριστεί.  Μάλιστα μέχρι την ενηλικίωση, ίσως και παραπάνω, νόμισε πως έσφιγγε τη χαίτη του χρόνου, πίστευε ότι θα φέρει τούμπα ολάκερο τον κόσμο, μέχρι που κατάλαβε πως δεν υπάρχει γιατρειά στην καταδίκη της ζωής.

Μεγάλωνε και έβλεπε να ξεπηδούν θεριά στο πουθενά! Για παράδειγμα, περπατούσε στο δρόμο και έπιανε τον εαυτό του να κοκκαλώνει άλαλος, μπροστά σε όλα εκείνα που είχαν φύγει από καιρό κι όμως σα να τα μύριζε, μα έστεκαν εκεί και έμπηγαν μικρά σουβλιά, βαθιά μέσα στους άσπρους κάμπους των μάτιων του.

Δεν ήταν αναγκαστικά άνθρωποι, έβλεπε κτήρια, πέτρες που κατεδαφίστηκαν από χρόνια ή ακόμη και αδιάφορα χωμάτινα στενά, που μεταμορφώθηκαν σε γιγάντιες λεωφόρους και σήμερα εκεί έστηναν χορό άψυχες κουρμπαριστές λαμαρίνες με τέσσερις ρόδες.

Στην αρχή απόρησε, το ψιλοκουβέντιασε λοιπόν με γνωστούς και φίλους, εκείνοι που χρόνια τώρα ήξεραν το χούι του, αυτό με την ακρίβεια, την ειλικρίνεια και το ρεαλισμό, αντέδρασαν με χιούμορ.

– Δε βαριέσαι, φίλε γερνάς και πνίγεσαι, αυτό είναι όλο!

Αυτό ήταν το πόρισμα και τον άφησαν να φελοπλέει στην ατυχία του.

Έκλεισε μάτια και βούλωσε τα αυτιά, είχε και βοήθεια, κάθε τόσο μασουλούσε κάτι μικρά χαπάκια, χημείες που υπόσχονταν να διώξουν όλο το βάρο και τη σκοτεινιά από το μυαλό του. Μα τα πράματα πήγαιναν όλο και χειρότερα.

Το παρελθόν είχε κατσικωθεί για τα καλά μέσα στη ζωή του, κάθε στιγμή έβγαιναν άπρεπα φαντάσματα και όλα μαζί κουνούσαν τους δείκτες από τα δάχτυλα τους. Δεν ήταν οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί, αυτά έτσι κι αλλιώς ήταν δεδομένα, ήταν όλοι εκείνοι που είχαν από καιρό εγκαταλείψει τα κορμιά τους κι όμως δεν  έλεγαν να φύγουν! Έστεκαν πάντα εδώ γύρω, πότε τρύπωναν στα σκοτεινά των ονείρων και τότε έψαχνε με μανία τους άστοχους πιθανούς χρησμούς, μα το χειρότερο ήταν η «παρουσία» και ο «ρόλος» τους στον «αληθινό» κόσμο. Κι εκείνος, που όλο πάλευε να θάψει το παρελθόν, έκοβε όλο και πιο μεγάλα κομμάτια από το κορμί του.

Ποιος είπε πως δεν υπάρχουν φαντάσματα;

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*