Δολοφονίες χαρακτήρων και νέο πολιτικό ήθος

 

Δεν γνωρίζω αν η νέα διακυβέρνηση σώσει, τελικά, ή όχι τον τόπο από την καταστροφή. Όμως, πώς ακριβώς πρέπει να αντιλαμβάνεται κανείς τη λέξη «σωτηρία»; Λόγω της κρίσης, καταντήσαμε να της αποδίδουμε αποκλειστικά βιολογική σημασία («δεν θα πεινάσουμε», «δεν θα κρυώσουμε», κλπ.). Αν αποδεχθούμε αυτή την εννοιολογική μονοσημαντότητα, τότε η νέα πολιτική θα έχει πράγματι φέρει εις πέρας την αποστολή της αν κατορθώσει να αναστηλώσει την εθνική οικονομία και να την οδηγήσει στην ανάπτυξη, τηρώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπου η κοινωνική δικαιοσύνη θα αποτιμηθεί, εν προκειμένω, με βάση και μόνο τον τρόπο μοιράσματος του χρήματος.

Είναι αρκετό, όμως, το χρήμα για να εξαγοράσει τη σωτηρία ηθικών αρχών και τον εξαγνισμό ανθρώπινων χαρακτήρων; Πού πωλείται, άραγε, το χαμένο δημοκρατικό ήθος για να το ξαναγοράσουμε; Πόσο κοστίζει η νεκρανάσταση της δολοφονημένης ελευθερίας του λόγου μας; Αν από κάποιους περιμένουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, είναι από εκείνους που διατρανώνουν την προσήλωσή τους σε υψηλές ανθρώπινες αξίες, θεωρώντας μάλιστα ότι τις μονοπωλούν…

Πέρα από την οικονομική μιζέρια που μοιραία επέφερε, η κρίση δίχασε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε έναν ιδιότυπο ιδεολογικό φασισμό. Εκφραστές του ήταν, κι εξακολουθούν να είναι, κατά κύριο λόγο εκείνοι που είδαν την κρίση, όχι τόσο ως εθνική καταστροφή, όσο ως ευκαιρία. Για κάποιους καιροσκοπούντες – είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πολιτικούς σχηματισμούς – η κρίση ήταν, αναλόγως, μια ευκαιρία ανάδειξης ή πολιτικής επικυριαρχίας. Για άλλους, με «αγνότερες» (δηλαδή ιδεολογικές) αφετηρίες προθέσεων, ήταν μια ευκαιρία ρεβανσισμού απέναντι σε παραδοσιακούς ταξικούς εχθρούς (με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου «τάξη»).

Το κλειδί που άνοιξε την κερκόπορτα της λαϊκής συνείδησης και οδήγησε στη χειραγώγηση της τελευταίας ήταν η επιδέξια αξιοποίηση του – αναμενόμενου λόγω των συνεπειών της κρίσης – μαζικού θυμού, τον οποίο η εύπεπτη δημαγωγική ρητορεία πέτυχε να εκτοξεύσει στα ακρότατα της οργής. Ανάμεσα στα άλλα, πείστηκαν εύκολα οι οργιζόμενοι πως όποιος διαφωνεί με την κυρίαρχη άποψη, ιδιαίτερα μάλιστα αν τολμά να εκφράζει τη διαφωνία του δημόσια, είναι εχθρός της κοινωνίας και πρέπει με κάθε μέσο να εξοντωθεί!

Και επειδή η φυσική του εξόντωση θα τον καθιστούσε μάρτυρα και θα τον εξάγνιζε στην κοινωνική συνείδηση, επιλέχθηκε κάτι απείρως δολιότερο μα και πιο αποτελεσματικό: η ηθική του εξόντωση, ο διασυρμός και η κατασυκοφάντηση της προσωπικότητάς του, η δολοφονία του χαρακτήρα του (“character assassination”). Αποτελεί ιστορική ειρωνεία, μα φαίνεται πως ο Γκαίμπελς δίδαξε, τελικά, τις μεθόδους του ακόμα και σ’ εκείνους που τον μίσησαν περισσότερο!

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ένα τεκμηριωμένο αλλά μη αρεστό άρθρο γνώμης να γίνεται δεκτό με οργισμένες κραυγές και μια κενή περιεχομένου συνθηματολογία, ελλείψει σοβαρών θέσεων και πειστικών αντεπιχειρημάτων. Η δολιότερη αντιμετώπισή του, όμως, είναι ο δημόσιος διασυρμός του ίδιου του αρθρογράφου και η αυθαίρετη δαιμονοποίηση των προθέσεών του. Έτσι, όποιος τολμά να διατυπώσει απόψεις που δεν συμφωνούν με τις εγκεκριμένες από το ιερατείο των «ορθώς σκεπτομένων», αναγορεύεται εξ ορισμού σε εθνικό μειοδότη, δωσίλογο των «κατακτητών» και ενδεχομένως μίσθαρνο όργανο («παπαγαλάκι») των «εχθρών» της χώρας!

Μεγαλύτερη ευθύνη από αυτή των σχολιαστών, όμως, φέρουν οι αρθρογράφοι εμπρηστικών κειμένων που συμβάλλουν στο να γίνεται ακόμα πιο αγεφύρωτο το χάσμα του εθνικού διχασμού. Υποκαθιστώντας με κραυγές και αναθέματα τον ψύχραιμο και τεκμηριωμένο λόγο (ενίοτε με χρήση άκομψων έως απρεπών εκφραστικών μέσων) δίνουν το σύνθημα της διολίσθησης σε μια γενικευμένη αγριότητα, τις συνέπειες της οποίας δείχνουν να (δεν θα ‘θελα να πω «προσποιούνται ότι») υποτιμούν…

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μια προσωπική εμπειρία. Όχι τόσο για χάρη των αναγνωστών όσο γιατί κυρίως το οφείλω υπό μορφή δημόσιας απολογίας προς τους μαθητές μου, των οποίων τις συνειδήσεις δηλητηρίασε επικίνδυνα μια πρόσφατη, εξόχως χυδαία επίθεση εναντίον μου.

Είναι δεδομένο ότι έχω ασκήσει κριτική σε πολλά ζητήματα αρχών που αφορούν την παρούσα διακυβέρνηση της χώρας. Και είναι, επίσης, δεδομένο ότι τούτη μου η κριτική έχει καθαρά ιδεολογικές αφετηρίες που ουδόλως αφορούν κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες (όπως έχω πλειστάκις δηλώσει, οπαδός είμαι μόνο στα ποδοσφαιρικά φρονήματα και η ομάδα είναι γνωστή!). Αυτή μου η πολιτική ουδετερότητα έχει ένα καλό και ένα κακό: Για τους καλοπροαίρετα διακείμενους, κάνει τον κριτικό λόγο μου να φαίνεται περισσότερο αξιόπιστος και, σε κάθε περίπτωση, μη υποβολιμαίος. Για τους κακόβουλους, τούτη η πολιτική αχρωματοψία με καθιστά εύκολο στόχο, αφού γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση άδικης (έως ελεεινής) επίθεσης δεν θα επιστρατευθούν προς υπεράσπισή μου αγέλες κομματικών τετραπόδων!

Για λόγους που μου είναι άγνωστοι όσο κι ακατανόητοι (αφού το θέμα ξεπερνά τα όρια της πιο τυφλής πολιτικής εμπάθειας) έγινα στόχος επίθεσης (με σαφέστατα «φωτογραφική» αναφορά στο άτομό μου) σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο, από άτομο φέρον τη δημοσιογραφική ιδιότητα και φανατικά προσκείμενο στην παρούσα πολιτική εξουσία. Δεν θα σταθώ στη γλώσσα επιπέδου χαμαιτυπείου, στην οποία ήταν διατυπωμένο το επώνυμο σχόλιο. Εξ άλλου, τα εκφραστικά μέσα αφορούν και χαρακτηρίζουν εκείνον που τα επιλέγει. Ούτε θα προβάλω ενστάσεις για τον καθολικό χαρακτηρισμό των κειμένων μου ως «περισπούδαστες μ@λ@κίες» (sic) και περίπου ως προϊόντα ακαδημαϊκού τσαρλατανισμού (όπως μαρτυρά η τοποθέτηση εισαγωγικών στη λέξη «επιστημονικές» ως επιθετικού προσδιορισμού στον όρο «αναλύσεις»). Ούτως ή άλλως, ήταν σαφές ότι η πηγή του σχολίου δεν είχε καν αναγνώσει το κείμενό μου το οποίο έδωσε αφορμή για τον εν λόγω σχολιασμό…

Αυτό που κατά κύριο λόγο αναδεικνύει τη δολιότητα της επίθεσης και της προσδίδει χαρακτηριστικά «δολοφονίας χαρακτήρα» μέσω δημόσιου διασυρμού, είναι ένας χυδαίος υπαινιγμός που παραλίγο να έχει προσωπικό κόστος στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού που ασκώ. Διαστρέφοντας και εν τέλει καταργώντας την ίδια τη λογική της αιτιότητας, το σχόλιο απέδιδε το αρθρογραφικό μου έργο σε υποτιθέμενη ανάγκη εκτόνωσης… υποκρυπτόμενου ακαδημαϊκού συμπλέγματος(!) για το χώρο στον οποίο ασκώ το εκπαιδευτικό λειτούργημά μου, τον οποίο χώρο η πηγή του σχολίου αντιμετώπιζε έτσι – εμμέσως πλην σαφώς – με αίσθημα απαξίωσης!

Για κακή μου τύχη, το σχόλιο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από κάποιους μαθητές μου που, και με δική μου προτροπή, επισκέπτονται τακτικά τον συγκεκριμένο αξιόλογο ιστότοπο. Και βρέθηκα στην ανάγκη να απολογούμαι γιατί έδωσα σε κάποιους κακόβουλους το δικαίωμα να υποβαθμίσουν τις σπουδές τους και, κατ’ επέκταση, να μειώσουν την ίδια τους την προσωπικότητα. Αλλά το χειρότερο για μένα ήταν πως ενσταλάχθηκε στις συνειδήσεις τους το δηλητήριο της αμφιβολίας για το κατά πόσον, τελικά, ο δάσκαλός τους εκτιμά το έργο που έχει αναλάβει, ή αντίθετα το υποτιμά θεωρώντας το αναντίστοιχο προς τις ακαδημαϊκές φιλοδοξίες του!

Κάποιοι φίλοι που έλαβαν γνώση του περιστατικού έριξαν την ευθύνη σ’ εμένα: «Αφού πας κι ανακατώνεσαι με τα (***), επόμενο είναι να λερωθείς κι εσύ!» Πράγμα που μεταφραζόμενο σημαίνει πως θα πρέπει να πάψω να εκθέτω δημόσια τις απόψεις μου στο Διαδίκτυο. Υπήρξε όμως και ο αντίλογος: «Ο στόχος τέτοιων χυδαίων επιθέσεων είναι να κάνουν τους μη αρεστούς να τρομάξουν ή να σιχαθούν και τελικά να σιγήσουν. Μην τους κάνεις τη χάρη!»

Το έχουμε ξαναπεί: Η κρίση δεν μας έκανε κακούς, απλά ανέδειξε την κακότητα που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε έξω τα αγριότερα των ενστίκτων μας, έφερε στο φως τις σκοτεινότερες πλευρές της προσωπικότητάς μας, αποκάλυψε ηχηρά τις μέχρι πρότινος καλά κρυμμένες ευτέλειες του χαρακτήρα μας!

Και, δυστυχώς, είναι πια φανερό πως καμία πολιτική δύναμη δεν θα μπορέσει να μας σώσει. Γιατί, η σωτηρία της τσέπης δεν αρκεί. Τούτη η χώρα δεν έμεινε στην ιστορία για τον πλούτο της μα για κάποια άλλα ιδανικά που γέννησε και διέδωσε στον κόσμο. Στην κορυφή στέκει η Δημοκρατία. Που δεν μπορεί να λέγεται έτσι αν καταργείται – de jure ή de facto – η ελευθερία του λόγου και αν εκλείπει ο σεβασμός στο δικαίωμα στην αντίθετη άποψη. Ακόμα περισσότερο, αν η υγιής και δημοκρατική αντιπαράθεση ιδεών υποκαθίσταται από δολοφονίες χαρακτήρων κι από δόλιο διασυρμό και κατασυκοφάντηση ιδεολογικών αντιπάλων, με χρήση μάλιστα χυδαίας ρητορείας επιπέδου πεζοδρομίου!

Είπα «αντιπάλων»; Λάθος: Σε καιρούς και τόπους όπου το δημοκρατικό ήθος αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια, δεν υπάρχουν ιδεολογικοί αντίπαλοι. Υπάρχουν μόνο εξ ορισμού εχθροί!

Σχετικά Άρθρα

8 Σχόλια
  1. Ο/Η bushido λέει:

    Ο Ηράκλειτος έλεγε: Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων και βασιλιάς όλων. Αυτός ανέδειξε άλλους θεούς και άλλους ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους και άλλους ελεύθερους.
    Ο αιώνια ακήρυχτος πόλεμος σήμερα αφορά:

    1) Τους τεμπέληδες και διεφθαρμένους λαούς, που ζουν εις βάρος του μόχθου των ενάρετων λαών και των Αγορών.
    2) Τους μοχθηρούς μουσουλμάνους που χωρίς κανείς να τους πειράξει τρομοκρατούν τους δυτικούς ευεργέτες τους.
    3) Τους κατώτερους λαούς της Αφρικής και της Ασίας που εισβάλουν ύπουλα και παράνομα στον περιφραγμένο Γερμανικό παράδεισο της ΕΕ (αντί να δουλέψουν για ένα ευρώ την ημέρα στις χώρες τους).
    4) Τις κατώτερες φυλές που δεν εξελίσσονται και δεν εκδημοκρατίζονται.
    5) Τους απολίτιστους ορθόδοξους λαούς που επιμένουν να ζουν στο δικό τους μεσαίωνα και όχι στον σύγχρονο.
    6) Τους ηλίθιους των Βαλκανίων που τους αρέσει η φτώχεια και ο πόλεμος.
    7) Τους υπάνθρωπους των δασών και των ερήμων που αντιδρούν στην αξιοποίηση… της γης τους.
    8) Τους κακομαθημένους πολίτες του ανεπτυγμένου κόσμου που θέλουν κοινωνικό κράτος και ανέσεις που δεν δικαιούνται.
    9) Τους συντηρητικούς, αντιδραστικούς μάλλον, πολίτες που πιστεύουν ακόμα σε πατρίδες και θρησκείες.
    10) Όσους προτιμούν μια κλασσική και ανθρωπιστική παιδεία και αντιστέκονται στην υποκουλτούρα της παγκοσμιοποίησης.
    11) Όσους ανώμαλους το παίζουν ακόμα άνδρες και γυναίκες και επιμένουν στη παραδοσιακή οικογένεια.
    12) Τέλος όσους, πιθανώς τους χειρότερους όλων, δυσπιστούν στη προσφερόμενη ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ και ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ.

    Ποιοι είναι οι «πολεμιστές του φωτός»;
    Οι Αγορές, οι πολυεθνικές, οι γραφειοκρατικά οργανωμένες ολιγαρχίες, τα πολιτικά τους ανδρείκελα και τα ντόπερμαν της
    «ενημέρωσης» παγκοσμίως.

    Ο εξοντωτικός αυτός πόλεμος που φέρνει κρίση και δυστυχία για τους πολλούς και «ευκαιρίες» για τους πολύ πολύ λίγους, δεν έχει αρχή και τέλος. Δεν έχει κανόνες, δεν έχει οίκτο, δεν έχει
    fair play.

  2. Ο/Η kalis λέει:

    Αγαπητέ κρίμα που στεναχωριέσαι καθώς, όπως γνωρίζεις, ο χώρος αυτός απαιτεί γερά στομάχια.

    Με άγγιξε που λές για τον φόβο «δεν θα πεινάσουμε», «δεν θα κρυώσουμε», καθώς θυμάμαι ένα φίλο δάσκαλο που μου έκεγε ότι στην Πάτρα που ζούσε μκρός, όταν κοιμόταν, 6-7 χρονών στην κατοχή, αναρωτιόταν «άυριο θα βρω να φάω στους σκουπιδοτενεκέδες ή θα πεθάνω;»

    Αναφέρεσαι σε σωτηρία «ηθικών αρχών» και στον «ιδεολογικό φασισμό».
    Ομως «στον χώρο της πολιτικής η λέξη ηθική απουσιάζει» (Μακιαβέλλι), ενώ θεωρώ χρήσιμο -μαζί με τον ιδελογικό «φασισμό»- να χρησιμοποιείς την προσέγγιση ιδεολογικός «φανατισμός». Ο φανατισμός βασίζεται στην απουσία παιδείας ενώ ο φασισμός είναι ίδιον των «παιδευμένων». Το ερώτημα είναι τι είναι χειρότερο; ο φασισμός των παιδευμένων ή ο φανατισμός των απαίδευτων;

  3. Αγαπητέ Κώστα,
    η καλύτερη απάντηση σε όσους σε συκοφαντούν, είναι να συνεχίσεις να γράφεις δημόσια τη γνώμη σου. Και λέω συκοφαντούν, γιατί, όσοι παρακολουθούμε τα κείμενά σου έχουμε αντιληφθεί την καλή σου προαίρεση, το ευρύ πνεύμα και την βαθιά επιστημονική σου κατάρτιση. Και φυσικά, δεν αποτελεί αντίλογο, αλλά συκοφαντία, η όποια «απάντηση» δε βασίζεται σε επιχειρήματα και διάλογο αλλά σε χυδαίες ή ξεκρέμαστες εκφράσεις.
    Θανάσης Βαβλίδας


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code