Ας δημιουργήσουμε ένα δυναμικό κίνημα για την ενίσχυση της ποιότητας στην εκπαίδευση

6
3

Στο προηγούμενο κείμενο μου που φιλοξενήθηκε στην aixmi.gr στις 10 Ιουλίου 2012 έγραφα, εκφράζοντας την αγωνία μου για τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από τη συνεχιζόμενη αμφισβήτηση και μη εφαρμογή καίριων διατάξεων του νόμου 4009/11 για τα Πανεπιστήμια ένα χρόνο μετά τη ψήφιση του, ότι:

«…Αν ο ισχύων νόμος εξασφαλίζει αυτά (ποιότητα, ακαδημαϊκή αυτοτέλεια, κοινωνική λογοδοσία, διαφάνεια στη διοίκηση και στα επιτεύγματα τους, εξωστρέφεια, επαρκή δημόσια, αλλά και ανταγωνιστική χρηματοδότηση, απόρριψη του ‘πανεπιστημιακού’ κομματισμού) ας τον διατηρήσουμε, αν, όμως, χρειάζεται αλλαγές, ας αποφασισθούν αυτές ΑΜΕΣΑ (όμως με την απαιτούμενη δικαιολόγηση και τεκμηρίωση) και ας υπάρξει ένα νέο, ελπιδοφόρο ακαδημαϊκό τοπίο από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος…»

«…Η κοινωνία περιμένει πολλά από τα Πανεπιστήμια που η ίδια χρηματοδοτεί και δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Δεν υπάρχει τώρα πια, τη στιγμή της κρίσης και της παρακμής, η πολυτέλεια άλλων ‘παιχνιδιών’..».

Πρόσφατα, ψηφίστηκαν πράγματι στη Βουλή τροποποιήσεις σε καίριες διατάξεις του νόμου 4009/11, οι οποίες όμως οδήγησαν σε νέες έντονες αντιπαραθέσεις, εντός και εκτός του πανεπιστημιακού περιβάλλοντος, με βασικό ερώτημα αν αυτές οι αλλαγές αποτελούν αντιμεταρρύθμιση ή συνέχιση της μεταρρύθμισης. Μάλιστα άρχισαν πάλι να (ξανα)ακούγονται φωνές περί θερμού φθινοπώρου και κλειστών πανεπιστημίων, κάτι που αν συμβεί πιθανόν να δώσει την ‘χαριστική βολή’ στα ιδρύματα.

Είμαι από αυτούς που πιστεύω ότι το νομοθετικό πλαίσιο, που καθορίζει τα της λειτουργίας τόσο τριτοβάθμιας όσο και των υπολοίπων εκπαιδευτικών βαθμίδων βεβαίως επηρεάζει άμεσα, με τις επί μέρους διατάξεις του, το διδακτικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο των μελών της εκπαιδευτικής  κοινότητας  συνολικά και κατευθύνει σε ένα βαθμό τις επιλογές των ιδρυμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι νόμοι-πλαίσια για την εκπαίδευση και την έρευνα πρέπει να εξασφαλίζουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες σε όλα τα επίπεδα (που αναφέρονται στην αρχή του κειμένου) για την άσκηση του έργου των διδασκόντων, όπως, επίσης, πρέπει να καθορίζουν και τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να ασκείται αυτό το έργο, αντιμετωπίζοντας φαινόμενα παραβατικότητας, ανεπάρκειας, ανομίας, έλλειψης ακαδημαϊκού ήθους, κλπ.

Όμως, ταυτόχρονα είναι γνωστό ότι, στο παρελθόν, μεγάλοι Έλληνες εκπαιδευτικοί και ερευνητές, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, γνωστοί (όπως πχ. οι Δ. Γληνός, Α. Δελμούζος, Μ. Τριανταφυλλίδης, Ρ. Ιμβριώτη, Μ. Ανδρόνικος, Α. Μάνεσης κ.ά.) και άγνωστοι στο ευρύ κοινό, επηρέασαν με το εξαιρετικό τους έργο την Ελληνική Εκπαίδευση διαχρονικά (συχνά και με προσωπικό κόστος), ακόμα και μέσα σε ιδιαίτερα αντίξοες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες (δικτατορίες, κατοχή, αυταρχικά καθεστώτα κλπ.), ανεξάρτητα από το ισχύον κάθε φορά νομοθετικό καθεστώς. Έτσι, θυμόμαστε το έργο αυτών των μεγάλων Δασκάλων, ενώ έχουμε ξεχάσει τους νόμους για την εκπαίδευση που ίσχυαν τότε.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος για συνέχιση των σκληρών αντιπαραθέσεων για το νομοθετικό πλαίσιο της λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όλων των βαθμίδων (με πρώτα τα πανεπιστήμια) που θα συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τη εύρυθμη λειτουργία τους. Επαναλαμβάνω τη θέση μου ότι:

«…Είναι θεμιτό ο κάθε πολίτης ή κομματικός/κοινωνικός/ακαδημαϊκός φορέας να έχει την άποψη του για ένα νόμο είτε στη φάση της προετοιμασίας του (προσπαθώντας να τον διαμορφώσει σύμφωνα με τις επιδιώξεις του) είτε στη φάση της ισχύος του  (προσπαθώντας να τον αλλάξει ή να τον καταργήσει αν διαφωνεί), αλλά δεν μπορεί ένας νόμος να εφαρμόζεται κατά το δοκούν, γιατί προφανώς αυτό μπορεί να ισχύσει για ΚΑΘΕ νόμο με προφανή καταστροφικά αποτελέσματα…»

Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις και με δεδομένη την δραματική κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, θεωρώ ότι, αποτελεί πια εθνική προτεραιότητα, με πρωτοβουλία των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, το κέντρο βάρος της συζήτησης για τα Ελληνικά εκπαιδευτικά πράγματα να μετατοπισθεί από το θέμα των νομοθετικών ρυθμίσεων στο μεγάλο ζητούμενο της ποιότητας στην εκπαίδευση και έρευνα, η οποία αφορά στο σύνολο των εκπαιδευτικών βαθμίδων.

Είμαι βέβαιος (και αυτό έχει συχνά αποδειχθεί) ότι οι Έλληνες εκπαιδευτικοί στην μεγάλη τους πλειονότητα, παρότι κακοπληρωμένοι και συκοφαντημένοι πολλές φορές,  νοιώθουν απόλυτα το καθήκον τους για ‘προσφορά’ την καλύτερων δυνατών εκπαιδευτικών ‘υπηρεσιών’ τους προς τους μαθητές και φοιτητές τους, στο πλαίσιο του λειτουργήματος τους.

Η απόλυτη προτεραιότητα για ειλικρινή και συνεχή προσπάθεια προσφοράς ποιοτικής εκπαίδευσης από τους διδάσκοντες, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, (βάζοντας σε δευτερεύουσα θέση οποιεσδήποτε άλλες προσωπικές ή/και συλλογικές επιδιώξεις) θεωρώ ότι αποτελεί μια κεντρική ιδεολογική επιλογή που χαρακτηρίζεται από βαθιά προοδευτικότητα και πατριωτισμό. Προϋπόθεση, βέβαια, για κάτι τέτοιο είναι η συνεχής βελτίωση και αναβάθμιση των γνώσεων των εκπαιδευτικών.

Αυτή η επιλογή, ως βάση του λειτουργήματος τους, μπορεί να ‘συν-ενώσει’ τους εκπαιδευτικούς, ανεξαρτήτως των ιδεολογικών τους αφετηριών ή αναφορών. Ατομικές ή συλλογικές προσπάθειες για συνέχιση παθογενειών και αρνητικών φαινομένων (πχ. φαινόμενα βίας, αναξιοκρατίας, νεποτισμού, εξουσιομανίας, κλειστών εκπαιδευτικών μονάδων κλπ.) που δυσχεραίνουν την προσέγγιση του στόχου της  ποιοτικής εκπαίδευσης πρέπει οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων να τις απομονώσουν και να τις καταγγείλουν με θάρρος. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να διεκδικούν έντονα και τεκμηριωμένα τις καλύτερες δυνατές συνθήκες σε όλα τα επίπεδα (χρηματοδότηση, υποδομές, αντικειμενική και ουσιαστική αξιολόγηση, επιβράβευση του καλών αποτελεσμάτων και πρακτικών κλπ.) για την άσκηση του έργου τους.

Η πραγματική και βιώσιμη μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση (που θα δημιουργήσει ‘παιδεία’) ας έρθει ‘από τα κάτω’. Όλες οι ενέργειες και επιλογές των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας ας βασίζονται στην ικανοποίηση αυτού του απλού, αυτονόητου, αλλά δυστυχώς ακόμα ‘μεγάλου’ ζητούμενου, της αναζήτησης της συνολικής ποιότητας στην εκπαίδευση.

Κανένας νόμος δεν μπορεί να εμποδίσει (ή να υποχρεώσει) τον εκπαιδευτικό να διδάξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους μαθητές/φοιτητές του. Mόνο η συνείδηση και η αίσθηση του καθήκοντος του (πρέπει να) είναι ο οδηγός του όταν βρίσκεται μπροστά στους μαθητές/φοιτητές του.

Πιστεύω απόλυτα (και το επαναλαμβάνω) ότι η ελπίδα θα επανέλθει στην κοινωνία από τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Ας δημιουργηθεί, λοιπόν, ένα κίνημα στην εκπαιδευτική κοινότητα με κεντρικό αίτημα την ΠΟΙΟΤΗΤΑ στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, (χωρίς ιδιοτέλειες, ιδεοληψίες, κομματικές δεσμεύσεις,  άνομες συναλλαγές, μοιρολατρία και αποτυχημένες πρακτικές) που θα δώσει όραμα και ελπίδα πρώτα στους νέους, βοηθώντας τους να ξεπεράσουν την απογοήτευση, το φόβο, την παραίτηση και την εξ’ ανάγκης τάση για μετανάστευση τους, παθογένειες  που δημιούργησαν οι άφρονες πολιτικές χρόνων.

Γι’ αυτό, ιδιαίτερα τώρα, η πολιτεία έχει υποχρέωση να βρίσκεται δίπλα και όχι απέναντι στους εκπαιδευτικούς (ότι και αν σημαίνει αυτό), τα δε κόμματα να μην επενδύουν στον λαϊκισμό, αλλά στην ποιότητα της εκπαίδευσης, δηλαδή στη σκληρή προσπάθεια για την κατάκτηση της γνώσης και της αριστείας.

Αν είναι αλήθεια η δυσάρεστη διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια η κοινωνία αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την εκπαιδευτική κοινότητα, ας ξαναγίνουν οι εκπαιδευτικοί πρωτοπόροι της κοινωνίας, τώρα ακριβώς που το χρειάζεται η κοινωνία, ξανακερδίζοντας την εμπιστοσύνη και το σεβασμό της επικεντρώνοντας τις προσπάθειες τους στην ποιοτική εκπαίδευση και έρευνα. Δεν είναι ουτοπία, είναι εθνική απαίτηση τώρα τη στιγμή της σκληρής δοκιμασίας της κοινωνίας και υποχρέωση απέναντι στη νεολαία ώστε να μην δημιουργήσουμε και άλλη ‘χαμένη γενιά’ νέων ηλικίας 15-24 ετών με ανεργία 50%.

*Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθρο«Να ανακαλέσεις το διορισμό της κόρης του Πολύδωρα»
Επόμενο άρθροΚοντά στην αποκάλυψη των δολοφόνων της Πάρου
Ο Σταύρος Α. Κουμπιάς γεννήθηκε στη Χίο το 1953. Αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Χίου το 1971 και είναι διπλωματούχος (1976) του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (1982) από το ίδιο Tμήμα. Σήμερα είναι Καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, είχε, δε, εκλεγεί ως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών για το διάστημα 2006-2010. Ο κ. Κουμπιάς έχει πολυετή ακαδημαϊκή και ερευνητική εμπειρία. Από το 1976 έως σήμερα, έχει υπηρετήσει σταδιακά στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών σε θέσεις ερευνητή και μέλους ΔΕΠ. Στα διαστήματα Σεπτ.2001-Αύγ.2003 και Σεπτ.2005-Αύγ.2007 έχει υπηρετήσει ως Αναπληρωτής Πρόεδρος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών. Επίσης, κατά το διάστημα 1984-1990 έχει υπηρετήσει στο ΤΕΙ Πάτρας ως Καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2003 ήταν ο Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του Κέντρου Λειτουργίας Δικτύων του Πανεπιστημίου Πατρών που υποστηρίζει περίπου 25.000 χρήστες. Τα κύρια επιστημονικά του ενδιαφέροντα ευρίσκονται στις περιοχές των ενσωματωμένων (κατανεμημένων) συστημάτων πραγματικού χρόνου, επικοινωνιακών πρωτοκόλλων, προηγμένων ενσύρματων και ασύρματων βιομηχανικών δικτυακών συστημάτων, κατανεμημένων ασύρματων δικτύων αισθητήρων, πρωτοκόλλων δρομολόγησης, τεχνικών διαχείρισης ισχύος για ασύρματους δικτυακούς κόμβους, προηγμένων βιομηχανικών δικτυακών δομών για εφαρμογές C2Β/Β2Β (χρήση οντολογιών, web-services, βιομηχανικών GRID), προηγμένων διαλειτουργουσών βιομηχανικών δικτυακών δομών, διαλειτουργούντων ετερογενών δικτυακών συστημάτων, προηγμένων δικτυακών συστημάτων αυτοματοποίησης κτιριακών διαδικασιών και βιομηχανικών συστημάτων μηχανικής όρασης με υπολογιστή. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 150 επιστημονικές εργασίες σε έγκριτα διεθνή και ελληνικά περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων, είναι συγγραφέας ενός βιβλίου και έχει συμμετάσχει στην συγγραφή και μετάφραση άλλων, ενώ παράλληλα έχει επιμεληθεί την έκδοση αριθμού διδακτικών σημειώσεων. Το ερευνητικό του έργο έχει αναγνωρισθεί διεθνώς, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές σε αυτό. Έχει συμμετάσχει ως επιστημονικός υπεύθυνος ή μέλος ερευνητικών ομάδων σε μεγάλα Ελληνικά και Ευρωπαϊκά προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και σε ευρωπαϊκά προγράμματα εκπαιδευτικών ανταλλαγών. Το διάστημα 2008-2010 ήταν μέλος της ΙΕΕΕ Industrial Electronics Society (2008-2010).

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Κύριε Κουμπιά μια χαρά τα λέτε και πόσο πολύ συμφωνώ μαζί σας δεν μπορείτε να φανταστείτε. Είχα διαβάσει το νόμο που προωθούσε η Διαμαντοπούλου (τις αλλαγές που προωθήθηκαν μετά οφειλώ να ομολογίσω ότι δεν τις γνωρίζω οπότε συγχωρέστε με που σχολιάζω χωρίς να γνωρίζω τις τελευταίες εξελίξεις). Θα ήθελα να σας ρωτήσω όμως αν κι εσείς θεωρείτε παράλογο και παράδοξο (γιατί εγώ έτσι το βλέπω) να προσπαθεί να αλλάξει κάποιος ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς να έχει γίνει έρευνα προτίστως. Πραγματικά στεναχωρίεμαι που κάθε φορά ακολουθείτε το μότο αποφασίζουμε και διατάζουμε και είναι λογικό να βρίσκει αντιρρήσεις και αντιδράσεις. Αποφασίζει ο εκάστοτε υπουργός παιδείας να αλλάξει το σύστημα γίνονται καταλήψεις, απεργίες, άλλοι εφαρμόζουν, άλλοι δεν εφαρμόζουν και τελικά πέφτει η κυβέρνηση ή φεύγει ο/η υπουργός και μετά άντε πάλι από την αρχή! Πως ζητάνε να αλλάξει ένα σύστημα χωρίς να ρωτήσουν τους φοιτητές ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ, και μετά τους γονείς, τους καθηγητές κοκ τι θα ήθελαν να αλλάξει; Τι ελείψεις έχει το κάθε ίδρυμα; Με ποιά κριτήρια αποφασίζει λοιπόν ο καθε υπουργός τι είναι καλύτερο για κάθε πανεπιστήμιο και ΤΕΙ στη χώρα και πως είναι δυνατόν όλα τα ανώτερα και ανώτατα ιδρύματα να έχουν τις ίδιες ανάγκες οπότε να δημιουργείται ένας νόμος οριζόντιος για όλους; Εν κατακλείδη για να περάσει ένας νόμος (κατ εμέ) δεν πρέπει να ζητάμε από τους εκπαιδευτικούς να συναινέσουν θα πρέπει να ζητήσουμε από την κοινωνία να συναινεσει γιατί η κοινωνία γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες που έχει (και ποσο μάλλον ο φοιτητής που τα βιώνει καθημερινά). Πιστεύετε ότι αν γινόταν μια πανελλαδική έρευνα με προτάσεις που έρχονται από την κοινωνία και είναι προς όφελος της κοινωνίας, η κοινωνία θα αντιδρούσε σθεναρά; Εγώ δεν το πιστεύω. Οπότε η λογική είναι λάθος, που προσπαθούν να περάσουν τις αλλαγές, γιατί λαμβάνουν μόνο υπόψην τις απόψεις των ‘αυθεντιών’ και αυτοί που λαμβάνουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες (φοιτητές, γονείς και εν συνεχεία επιχειρήσεις που θα αποροφοιθούν αυτά τα άτομα) για ακόμη μια φορά αγνοούνται επιδεικτικά! Τέλος, γιατί μακρυγόρησα νομίζω, θα ήθελα να σας πω και το εξής όταν πας να αλλάξεις ένα σύστημα από πάνω προς τα κάτω δεν θα αλλάξει ποτέ! Ας αλλάξουμε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μετά τα παιδιά μας θα απαιτήσουν να αλλάξει και η τριτοβάθμια. Όταν όμως από το δημοτικό μέχρι το λύκειο μαθαίνουν στην παπαγαλία και πάνε στο πανεπιστήμιο με ευνουχισμένη την κριτική τους σκέψη, σας βεβαιώ κύριε Κουμπιά, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ! Όσα άρθρα και να γράψετε, όσους ακαδημαϊκούς και να προσπαθήσετε να συσπηρώσετε.

  2. Ο κος Κουμπιάς ως πρύτανης εφάρμοζε τους νόμους ερμηνεύοντας τους με τον τρόπο του. Πώς τώρα προτείνει? Όταν ήταν στην θέση ευθύνης ήθελε να είναι αρεστός. Ένα παράδειγμα:
    Όταν απειλήθηκε στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο καθηγητής από αγνώστους (2009), ο κος Κουμπιάς έβαλε λυτούς και δεμένους να καλύψει το συμβάν, να το αποκρύψει για να μην διαταραχτεί η «ηρεμία» του πολιτικού κόστους. Ήταν Κυριακή και στο Πανεπιστήμιο ελάχιστοι άνθρωποι. Ο κος πρύτανης ειδοποιήθηκε αλλά ΔΕΝ εφάρμοσε τον ισχύοντα νόμο για το άσυλο.
    Είναι, λοιπόν, συνένοχος στην κατάντια των Ελληνικών Πανεπιστημίων και «δεν δικαιούται δια να ομιλεί».

  3. Προς Giannis

    Δέχομαι την οποιαδήποτε κριτική σας προς το πρόσωπο μου, αλλά στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι δεν γνωρίζετε καθόλου καλά τα πραγματικά περιστατικά (αν μιλάμε για το ίδιο περιστατικό που κατ´ εμέ αφορά σε τμήμα της πολυτεχνικής σχολής). Εξ´ άλλου έχω δεχθεί σκληρή κριτική και για το ακριβώς αντίθετο σε σχέση με αυτό που με «κατηγορείτε» εσείς.

    Επίσης, θέλω να μου επιτρέψετε να σημειώσω ότι η «πολιτεία» ενός ανθρώπου είναι δικαιο να κρίνετε από το σύνολο των πεπραγμένων του, δεδομένου ότι «ουδείς αναμάρτητος».

    Πάντως, το ζήτημα που τίθεται κυρίως στο κείμενο μου είναι αυτό της ενίσχυσης της ποιότητας της εκπαίδευσης, από εδώ και πέρα. Αν επιθυμείτε, δημοσιοποιήστε την άποψη σας επ’ αυτού (ασχέτως από το ποιος το θέτει).

    Σας ευχαριστώ.

    Σταυρός Κουμπιάς

  4. Ζητώ συγγνώμη για το «κρίνετε» που φυσικά έπρεπε να είναι «κρίνεται» (ας όψεται ο αυτόματος επιλογέας λέξεων).
    Σ.Κ.

  5. Διαβάζοντας στην τελευταια απαντηση σας την αναφορά περί της ακομμάτιστης(!) (νέας) ´Πρωτοβουλίας ´ πείστηκα ότι είτε δεν γνωρίζετε καθόλου καλά τα πράγματα είτε τα γνωρίζετε, αλλά τα ερμηνεύετε επιφανειακά, μονόπλευρα και (ίσως) με ιδιοτέλεια. Προφανώς (ως μέλος της κοινότητας του Παν. Πατρών, όπως συνάγεται εύκολα από τα γραφόμενα σας) θα γνωρίζετε ότι στην αρχική ´Πρωτοβουλία ´ συμμετείχα πολύ ενεργά, ακριβώς γιατί ήταν πραγματικά ακομμάτιστη (αλλά όχι απολίτικη). Αντί να έχετε (αλλά και να δημιουργείτε) λανθασμένες εντυπώσεις, προσπαθήστε να μάθετε καλύτερα τα περι κομματικών δεσμεύσεων και συνδέσεων μελών της νέας Πρωτοβουλίας και γιατί παλαιά μέλη της την εγκατέλειψαν. Πιθανώς θα εκπλαγείτε(;).

    Αν λοιπόν θέλετε ειλικρινά να μάθετε (και να εκτιμήσετε) την τεκμηριωμένη άποψη μου για ΟΛΑ όσα αναφέρετε (και για οτιδήποτε άλλο) μπορείτε να επικοινωνήσετε απ´ ευθείας μαζί μου (στο mail μου koubias@ece.upatras.gr, που είμαι βέβαιος ότι γνωρίζετε απο τον δημοσιο καταλογο του Παν. Πατρών) γιατί (τουλάχιστο από μένα) θα αναφερθουν ονόματα (κάτι που προφανώς δεν μπορεί να γίνει δημόσια).

    Μέχρι τότε σας επιστρέφω το απρεπές και προσβλητικό «δεν Δικαιουσθαι δια να ομιλείτε» σας, ακριβώς γιατί θεωρώ τις κρίσεις σας ατεκμηρίωτες, επιφανειακές, πιθανώς ιδιοτελείς και άδικες. Επί πλέον, Πιστεύω ότι ένας (παλαιός ή νέος) επιστήμονας (όπως προφανώς είστε εσείς) πρέπει να αναζητά την αλήθεια, ακόμη και όταν νομίζει ότι την κατέχει. Άρα πρέπει πάντα να ακούει (και να δέχεται ή να απορρίπτει) και όχι να ‘απαγορεύει’ στον άλλον να ‘ομιλεί’. Με ποιο δικαίωμα μπορούμε να απαγορεύουμε στον άλλον να ´ομιλεί’; Επειδή διαφωνούμε μαζί του; Μήπως είναι και αυτό μια μορφή βίας (την οποία υποτίθεται ότι καταδικάζετε); Αν ναι, την υιοθετείτε τελικά; Αυτή είναι η αλλαγή νοοτροπίας που επαγγέλεσθε;

    Ελπίζοντας πάντα ότι θα δεχθείτε την πρόταση μου για κατ´ ιδίαν επικοινωνία μας (γιατί, παρά τις διαφωνίες μου με τα γραφομενα σας, αναγνωρίζω ενδιαφέρον σας για το Πανεπιστήμιο), σας αναφέρω ενδεικτικά ένα στοιχείο για ένα από τα τα ερωτήματα σας, αυτό σχετικα με την λειτουργία της Συγκλήτου:
    Στο πολύ δύσκολο διάστημα 2006-2010, το Παν. Πατρών ήταν το μόνο Ίδρυμα στο οποίο έγιναν περίπου 50(!) συνεδριάσεις Συγκλήτου τηρουμένης της νομιμότητας (σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ιδρύματος), εκτός δύο ή τριών οι οποίες διακόπηκαν συντεταγμένα ακριβώς γιατί είχαν παραβιασθεί οι συνθήκες νομιμότητας.

    Αν τελικά δεν θέλετε να χάσετε την (ίσως χρήσιμη για σας) ανωνυμία σας, ψάξετε γύρω σας λίγο πιο πολύ για την αλήθεια και μη φοβηθείτε την «άλλη» ματιά, αλλά διδαχθειτε απο αυτήν. Στην προηγούμενη απάντηση μου είχα αναφέρει το «ουδείς αναμάρτητος» που προφανώς ισχύει πρώτα για μένα (έχω μιλήσει πολλές φορές για τα λάθη μου), αλλά όχι μόνο για μένα.

    Σταύρος Κουμπιάς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here