Χρειαζόμαστε ενεργούς πολίτες, όχι πνευματικούς ηγέτες!

4
207

Πολύ συχνά διατυπώνονται ερωτήματα σχετικά με το ρόλο των διανοούμενων στην κοινωνία. Δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο, ωστόσο στη χώρα μας, κυρίως λόγω της κρίσης και του πολιτικού εφησυχασμού από την πλειονότητα των πολιτών, ανάγεται σε μείζον ζήτημα.

Βέβαια, όλοι αυτοί που εκφράζουν τέτοιες απορίες αισθάνονται μια βεβαιότητα ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις των διανοούμενων είναι κάτι τόσο αναγκαίο σε περιόδους ενδοσκόπησης, που με τίποτα δεν πρέπει να το στερηθούμε. Προσωπικά, δεν είμαι σίγουρος ότι όλοι συμμερίζονται αυτήν τη «βεβαιότητα».

Η λέξη «διανοούμενος» είναι κατ’ εμέ ο όρος με τη μεγαλύτερη σημασιολογική ασάφεια που γνωρίζω. Για να μην πω ότι είναι και τελείως άχρηστος για την εποχή μας.

Παρ’ ολ’ αυτά, αν προσπαθήσω σχηματικά να περιγράψω έναν κλασικό τύπο διανοούμενου, θα έλεγα ότι είναι άνθρωπος ρομαντικός, μόνιμα οργισμένος, απαισιόδοξος με έντονη δραματικότητα, πιστεύει ότι έχει γνώμη επί παντός επιστητού και είναι οραματιστής μιας ουτοπίας. Απορρίπτει δίχως δεύτερη σκέψη την πραγματικότητα, γιατί τη θεωρεί πεζή και στοχάζεται σε έναν φαντασιακό τέλειο κόσμο τον οποίο περιγράφει με αοριστολογίες. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, φυσικά, ότι οι ουτοπικές ιδεολογίες ήταν αυτές που στο παρελθόν συνέβαλαν στο να αιματοκυλιστεί η ανθρωπότητα…

Περνώντας στο σήμερα, βλέπουμε ότι οι πολίτες αδημονούν οι «διανοούμενοι» να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη και ως αυθεντίες και γνώστες, να τους καθοδηγήσουν. Να γίνουν οι ποιμένες του κοπαδιού και να βρουν το μίτο της απόδρασης από το λαβύρινθο της κρίσης.

Δυστυχώς, όμως, οι «διανοούμενοι» έχουν να επιδείξουν μόνο ισχυρό δογματισμό, δεδομένες αλήθειες και καμία αυτοκριτική. Υπογράφουν μανιφέστα, υιοθετούν σωτηριολογική ρητορική, διακινούν ιδεολογικά λιπαρά, κραυγάζουν στα τηλεοπτικά επεισόδια, επιθυμούν να προβάλουν τη δημόσια εικόνα τους, να γίνουν «ξακουστοί».

Θεωρώ ότι έχει έρθει η ώρα να ξεφύγουμε από τη λογική των πνευματικών ηγετών και των απλών ανθρώπων. Πρέπει να εργαστούμε όλοι μαζί ως ενεργοί πολίτες και να δώσουμε λύσεις στα προβλήματά μας, τα οποία ήδη γνωρίζουμε και, μάλιστα, ξέρουμε πώς οδηγηθήκαμε σ’ αυτά.

Δε χρειαζόμαστε κανέναν «διανοούμενο» να μας θυμίσει τον θουκυδίδειο Επιτάφιο («τον μηδέν τών δε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν»), δηλαδή τα αυτονόητα. Ότι δεν πρέπει να λειτουργούμε απλά ως φορείς δικαιωμάτων, αλλά ως φορείς μιας εύρωστης δημοκρατικής αρετής, για την οποία η συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα έχει εγγενή αξία.

Γι’ αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποπέσουμε στην εσφαλμένη αντίληψη ότι ο πολύπλοκος δημοκρατικός μηχανισμός υποκαθιστά τις πολιτικές αρετές. Ότι δηλαδή το άτομο δεν θα πρέπει να κάνει ιδιαίτερα πράγματα για τα κοινά, καθώς η αναγκαία δημοκρατική επαγρύπνηση βεβαιώνεται ήδη από τους δημοκρατικούς θεσμούς (πχ. ελευθερία του Τύπου, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη). Διότι, παρά το γεγονός ότι η πολιτική νομιμότητα μπορεί να γίνεται αποδεκτή ως συνθήκη από τους πολίτες χωρίς ιδιαίτερες ενστάσεις, δεν είναι σίγουρο ότι η Δημοκρατία μπορεί να επιτευχθεί όταν οι πολίτες δεν έχουν καθόλου αρετές. Θέλω να πω ότι αν πάρουμε, για παράδειγμα, την ελευθερία του λόγου, δεν είναι μονάχα οι νόμιμες απαγορεύσεις, αλλά και η αυτολογοκρισία και η δημόσια αδιαφορία που μπορεί να αναστείλουν τον ελεύθερο λόγο!

Όπως γράφει και ο Skinner, «εάν επιθυμούμε να μεγιστοποιήσουμε την ατομική μας ελευθερία, δεν πρέπει να αποθέσουμε τις ελπίδες μας στους ηγεμόνες, αντ’ αυτού θα πρέπει εμείς οι ίδιοι να μπούμε στην πολιτική αρένα».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΛόγω καρδιακής ανακοπής οι μισοί θάνατοι;
Επόμενο άρθροΧαρούλα – Τάνια: Από την ψυχή, ως τη ψυχή….
Ο Γιάννης Μπαξεβάνος γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1991 στη Νάουσα Ημαθίας. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σήμερα παρακολουθεί το Εξ Αποστάσεως Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στις Επιστήμες Αγωγής (Κατεύθυνση: Θεωρία, Πρακτική και Αξιολόγηση Διδασκαλίας) του University of Nicosia. Στον ελεύθερο χρόνο του παρεμβαίνει στην κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα μέσω της αρθρογραφίας του στον Έντυπο και Ηλεκτρονικό Τύπο.

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Κάτι ίσως πιο απλό, να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, όχι με την έννοια του καλλωπισμού, αλλά με διάθεση βελτίωσης και ατομικής εξέλιξης. Με τα εφόδια αυτά και με σαφή όρια της ελευθερίας μας, τότε θα είμαστε έτοιμοι στη συμμετοχή μας στα κοινά, σαν έτοιμοι από παλιά….. Δημοκράτες και όχι λαϊκιστές, γνώστες και όχι αναμασώντας λόγια άλλων, συνοδοιπόροι και όχι πρόβατα, υπεύθυνοι και όχι μόνιμα αδικημένοι από την έρημη και άδικη ……κοινωνία!

  2. Φίλε μου έχεις απόλυτο δίκιο. Η Ελλαδάρα δεν έχει ανάγκη ουτε από έναν Γκάντι, ούτε από έναν Μαντέλα, ούτε από έναν Δαλάι Λάμα, ούτε έστω από έναν Χριστόδουλο.
    Εχει ταυτότητα, ξεκαθαρισμένες θέσεις, άπλετη γνώση, πειθαρχία, οργάνωση, αντανακλαστικά και ως εκ τούτου η ύπαρξη όχι μόνο ενός πνευματικού ηγέτη, αλλά και ενός απλού ηγέτη καθίσταται περιιττή. Για αυτό άλλωστε τον λόγο δεν παράγουμε και ηγέτες τις τελευταίες δεκαετίες.
    Οι πολίτες είναι ενεργοί, μαχητικοί και ανθίστανται καθημερινώς στα κακώς κείμενα δια μέσου των πολλαπλών λογαριασμών που διαθέτουν στα social media, δηλώνοντας ενίοτε την αποφασιστικότητα τους με δυναμικές εκδηλώσεις αντίστασης όπως πρόσφατα στα διόδια, τις Σκουριές, στην Πλατεία, στην Marfin, στην Νίκαια και όπουδήποτε αλλού η κατάσταση το επιτάσσει. Φυσικά η ενεργητικότητα τους δεν εξαντλέιται εδώ. Επιμορφώνονται καθημερινά δια; μέσου των ΜΜΕ για ξένες κουλτούρες ώστε να κατανοήσουν πλήρως την νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης ξένων λαών (Σουλειμαν ο Μεγαλοπρεπής), όπως επίσης καλλιεργούν το πνέυμα τους με διάφορες εγχώριες μορφωτικές παραγωγές γεμάτες ίντριγκα, ανεκπλήρωτους έρωτες και πάθη και φυσικά μεστό πολιτικό λόγο από τους εκπροσώπους τους
    Πέραν αυτών μαζί με όποια; σθεναρή αντίσταση προβάλλουν σπαύδουν ταχέως (δια παν ενδεχόμενο) να διακανονίσουν οποιοδήποτε χρέος τους απέναντι στην Πολιτεία ή σε ιδιώτες (κρατώντας και μια πισινή δια παν ενδεχόμενο) βροντοφωνάζοντας ότι το κάνουν μόνο και μόνο για λόγους τακτικής κερδίζοντας χρόνο διότι η καθημερινή τους μάχη δεν επιτρέπει πολλά μέτωπα ταυτόχρονα.
    Με βάση λοιπό αυτά με βρίσκεις απόλυτα σύμφωνο ότι δεν χρειαζόμαστε ηγέτες (απλούς ή full extra πνευματικούς) διότι είμαστε σε θέση με μόνη την ενεργοποίηση μας και τα έμφυτα χαρακτηριστικά μας να αντιμετωπίσουμε επαρκώς οιανδήποτε κατάσταση…

  3. το βιβλιου του αειμνηστου Κυριακου Σιμοπουλου αν διαβασει καποιος θα δει τον ρολο των διανοουμενων και καλλιτεχνων στην διαρκεια της ιστοριας.η συντρπτικη τους πλειοψηφια ηταν καλοπερασακηδες που διαβιουσαν στις αυλες βασιλεων αυτοκρατορων και καθε λογης ισχυρων υμνολογωντας και δοξολογωντας τους προστατες τους εξασφαλιζοντας βιο απροβληματιστο.

  4. Διαβάζοντας αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο εντυπωσιάστηκα από την καθαρότητα του λόγου. Οι προτάσεις και οι θέσεις, αδιαστίκτως σαφείς, πλην άκρως αυθαίρετες και με το βεληνεκές που μπορεί να έχει η άποψη ενός και νέου ατόμου και όχι προσώπου.
    Εξηγούμαι: Το άτομο ίσταται, παρίσταται και προσβλέπει στον εαυτό του, το πρόσωπο υπάρχει αφεαυτού, μέσω, χάριν και δια τους άλλους, σε σχέση, δηλαδή, με άλλους και κυρίως σε σχέση με το μέλλον και την προοπτική.
    Είναι εύλογο ασφαλώς ο νέος να βλέπει τον εαυτό του ως άτομο, αλλά η προοπτική του είναι να γίνει, να μετουσιωθεί σε πρόσωπο.
    Ο τίτλος του άρθρου με έκανε να σκεφτώ μια ισοδύναμη δήλωση: “Χρειαζόμαστε ηλεκτρική ενέργεια αλλά δεν χρειαζόμαστε τους μηχανισμούς παραγωγής της”.

    Επί του εξαιρετικού προβληματισμού που εκφράζετε, σχολιάζω:

    Ο ορισμός του διανοούμενου, δεν εξικνείται ασφαλώς σε εκείνον του πτυχιούχου κάποιας επιστήμης ή δοξασίας ή τέχνης. Ο φιλολογικός ορισμός του όρου ανήκει στους ειδικούς περί αυτό. Ο ουσιαστικός, όμως, προσδιορισμός της έννοιας του διανοούμενου εναπόκειται στην καλλιέργεια και την προσωπικότητα αυτού που τον χρησιμοποιεί και των κοινωνούντων προς αυτόν συνομιλητών.

    Εν προκειμένω, διανοούμενος, θα έλεγα, δεν είναι εκείνος που στοχάζεται γενικά και αορίστως (πώς θα διαφύγει, πώς θα οικονομήσει, γιατί δεν γίνονται τα πράγματα όπως θέλει, κλπ. παρόμοια), αλλά εκείνος που στοχάζεται την ουσία των πραγμάτων, προτείνει τρόπους, μοντέλα συμπεριφοράς, στόχους μη προφανείς, λύσεις σε προβλήματα μεθόδου και πρακτικής, στιγματίζει τα κακώς κείμενα και δεν βγάζει την ουρά του απέξω για να κρατήσει ισορροπίες και να αποκομίσει προσωπικά και λοιπά οφέλη, αλλά διαπαιδαγωγεί με το ήθος, το λόγο και το έργο του. Αυτός είναι Δάσκαλος της κοινωνίας. Είναι ένας «λαπάς», που δεν κάνει τίποτε, που έλεγε και ο Κούβελας (κάποτε υπουργός πολιτισμού). Ο διανοούμενος «Σημαίνει». Σ’ εμάς εναπόκειται να αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμα. Αν έχουμε τα προαπαιτούμενα. Την αίσθηση, τη διαίσθηση, τη διάκριση, το τάλαντο, τον ενδιάθετο πόθο εξόδου από το τέλμα και την αδιέξοδη πορεία.

    Ο διανοούμενος είναι ρομαντικός, ασφαλώς. Με την έννοια ότι πιστεύει βαθειά μέσα στο είναι του, ότι αυτά που λέγει είναι αλήθεια και σωστά, κι όχι γιατί έχει μια πνευματική θολούρα. Δεν είναι αιθεροβάμων, γιατί αυτός έτσι ζεί, αυτά ποθεί η ψυχή του, αυτά ονειρεύεται και αυτά ευαγγελίζεται, δεν είναι φαντασιόπληκτος που δε γεύτηκε την ουσία των ονείρων του και των στοχασμών του (Καβάφης, Ελύτης, Γιανναράς, Κοντογεώργης, Καραμπελιάς, για να καταριθμήσω μερικούς, ακόμη και κάποιους συγχρόνους μας). Διανοούμενος δεν είναι όποιος αρθρογραφεί οπουδήποτε. Αυτός είναι πολίτης με ελευθερία διατύπωσης γνώμης.

    Ο οργισμένος δεν μπορεί να είναι ο τύπος του διανοούμενου, γιατί η ταραχή των φρενών δεν επιτρέπει την διανόηση. Είναι ίσως κίνητρο η οργή, αλλά το κράτος της οργής δεν επιτρέπει άλλο “κράτος”. Οργισμένος μπορεί να είναι με τη δική του και της φάρας του την ολιγωρία, προ του κοινωνικού τους χρέους, αλλ’ όχι προς άλλους. Ο διανοούμενος είναι νουνεχής και νηφάλια ενεργεί. Εξοργισμένος ίσως, αλλ’ όχι οργισμένος.
    Η απαισιοδοξία, ως στάση ζωής, νομίζω, ότι δεν μπορεί να είναι ίδιον του διανοούμενου, γιατί τα κακώς κείμενα είναι γι’ αυτόν ελιξήρια πνευματικής ζωής και παραγωγής. Απαισιόδοξος είναι εκείνος που του φταίνε οι άλλοι, οι οποίοι τον αποδυναμώνουν, αδικούν τις απόψεις του και τον παραγκωνίζουν. Που τα βλέπει όλα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και πως δεν υπάρχει αύριο. Αλλά αυτός, ο τόσο απελπισμένος δεν δύναται να “διανοηθεί” παρά -κυρίως- το άτομό του, και συνεπώς, ένας τέτοιος περιπαθής και εγωκεντρικός νάρκισσος διανοητής, δεν μπορεί να βρίσκεται στον κύκλο της διανόησης, όπως αυτή νοείται σε σχέση με τον κοινωνικό της ρόλο.

    Δεν μπορούμε να συζητήσουμε για διανόηση αναφερόμενοι σε τύπους που τα ξέρουν όλα, που λένε ό,τι μπορεί να κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κοσμικότητες.

    Η ποίηση και κάθε τέχνη λέγεται ότι “στοχάζεται σε έναν φαντασιακό τέλειο κόσμο τον οποίο περιγράφει με αοριστολογίες”. Αυτός ο τρόπος που μπορεί να γίνουν αντιληπτά τα σημεία της διανόησης, δεν είναι παρά το επίπεδο του ακροατή του μηνύματος οπου εκπέμπει ο ποιητής/διανοητής. Για παράδειγμα ο Ρίτσος, στο “Τραγούδι της αδελφής μου” λέει κάπου “… των στίχων τους κίονες να υψώσω…” και παρακάτω “…κι εγώ που δε δυνήθηκα να σε σώσω απ’ τη ζωή θα σε σώσω απ’ το θάνατο…”. Πιθανόν, κάποιος καλύτερος υπουργός πολιτισμού να μην έλεγε το Ρίτσο λαπά, και απλώς να αναρωτιότανε: Μα έχουν κολώνες οι στίχοι; ή πώς θα τη γλυτώσει από το θάνατο; Ένας άλλος ακροατής του ποιητικού στίχου θα έλεγε: τόσο μεγάλη αγάπη είχε ο ποιητής στην αδελφή του που θέλει -με το ποίημά του- να την ανεβάσει ίσαμε τ’ αστέρια! Ή ο ποιητής πόνεσε τόσο για την αδελφή του που θέλησε να απαθανατίσει αυτήν και την αγάπη του γι’ αυτήν (και επί πλέον το πέτυχε!)

    Ο διανούμενος δεν είναι δογματικός, ούτε ιδεοληπτικός. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι καταστροφές και το αιματοκύλισμα λαών δεν έγινε από διανοούμενους, αλλά από παρανοϊκούς πολιτικούς και στρατιωτικούς σε αγαστή συνεργασία με άρπαγες αλλότριων οικονομικών πόρων και εδαφών. Δηλαδή για λόγους συμφερόντων και ευκαιριών συμφερόντων. Συνέβη πράγματι διανοούμενοι να στηρίξουν τέτοια έργα, εξωνούμενοι, ή εξαναγκαζόμενοι, ή εκβιαζόμενοι. Δεν έλειψαν και οι εκούσιες προσχωρήσεις στη διαρπαγή και τη λαφυραγωγία. Ανθρώπινο το λαθείν και υποκύπτειν.

    Ενας διανοούμενος, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι εν τοις πράγμασιν και πολιτικός ηγέτης, γιατί ο τελευταίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα όχι απλώς προς το διανοείσθαι, αλλά κυρίως προς το αντιλαμβάνεσθαι τους πολίτες, την πραγματικότητα και την πορεία που πρέπει να λάβουν τα πράγματα και την πραγμάτωση των στόχων αυτών. Ο διανοούμενος θα μπορούσε να δώσει στον ηγέτη σημείο, στίγμα, στόχο, όραμα. Μέθοδο, συμβουλή. Δεν χρειαζόμαστε ποιμένες του κοπαδιού χρειαζόμαστε πολιτικούς με πίστη σε αυτό που ευαγγελίζονται σαν πρόγραμμα (όχι πολιτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται μετά από σφυγμομέτρηση των προτιμήσεων των πολιτών, αυτό είναι έρευνα αγοράς), χρειαζόμαστε πολιτικούς ικανούς, ακέραιους και δημιουργικούς.

    Σήμερα δικαίως οι πολίτες δυσπιστούν στον κάθε παλαιόν -“πολιτικών”- ημερών δοκησίσοφο που εμφανίζεται ως σωτήρας. Γιατί άραγε δεν μας έσωσε μέχρι σήμερα; Γιατί φτάσαμε ως εδώ, αφού αυτός ήξερε πώς να μας σώσει;

    Ασφαλώς και δεν είναι διανοούμενοι οι διαξιφιζόμενες τηλεπερσόνες που δεν επιτρέπουν στον ειδικό να ολοκληρώσει τη σκέψη του, και που οι ανταλλασσόμενες απόψεις εξαντλούνται στο ποιός θα κατηγορήσει περισσότερο τον άλλο. Ενώπιόν μας όλοι οι πολιτικοί είναι υπόλογοι για την κατάσταση της Χώρας. Όχι πως οι πολίτες δεν φταίνε. Φταίνε στο βαθμό που γνώριζαν ή ηδύναντο να γνωρίζουν. Αλλά, σίγουρα, εκείνος που έβαζε την υπογραφή γνώριζε.

    Μια κοινωνία χωρίς ιεραρχία δεν είναι κοινωνία, είναι ζούγκλα. Αν ξεφύγουμε από την επιρροή των πνευματικών ανθρώπων και διδασκάλων θα υφιστάμεθα τις επιρροές των επιτηδείων και ιδιοτελών. Γιατί πάντα θα υπάρχουν επηρεαζόμενοι και πάντα θα υπάρχουν ατομικά-ιδιοτελή και, συνεπώς, αντικοινωνικά και αθέμιτα συμφέροντα. Και, δυστυχώς, πάντα θα υπάρχουν αχυράνθρωποι και επίορκοι στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Αν οι επιλογές μας δεν υπαγορεύονται από κίνητρα που υπερβαίνουν το σήμερα και το εγώ, ποτέ ο τόπος και οι άνθρωποι δεν θα ευτυχήσουν. Γιατί η εξυπηρέτηση πολλών και ανεξάρτητων ατομικών συμφερόντων εξαντλεί το γενικό απόθεμα που θά ‘πρεπε να διατεθεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Και τότε πάσχει ο κόσμος, που περιφρονείται και αδικείται, πάσχει και ο τόπος που φυλλορροεί και ιδιοτελώς καταληστεύεται εκ των ένδον.

    Ο διορισμός σε θέση Προέδρου Συμβουλίου ή Επιτροπής, δεν αποτελεί από μόνος του και απόκτηση της ιδιότητας του πνευματικού ηγέτη, απλώς συνιστά επιλογή του κατάλληλου προσώπου στη διεκπεραίωση του έργου ή του κατάλληλου προσώπου στο κουκούλωμα του ερευνωμένου ζητήματος. Η πανεπιστημιακή καθηγεσία δεν συνιστά αυτοδικαίως διανόηση αλλά κυρίως ειδική γνώση. Η δικονομο-λαγνεία δεν συνιστά απάντηση, αλλά φαλκίδευση της αναζήτησης της αλήθειας. Η ατιμωρησία δεν συνιστά απονομή δικαιοσύνης. Το προνόμιο του ανέλέγκτου δεν συνιστά ισονομία, και ο γκαιμπελισμός κατέληξε να συνιστά θεμιτή για τον πολιτικό πολιτισμό μας εξουδετέρωση του πολιτικού μας αντιπάλου.

    Χρειαζόμαστε τους διανοούμενους για να μας θυμίζουν τις συνέπειες των επιλογών μας, που αυτοί μπορούν καλύτερα να τις προβλέπουν. Τους χρειαζόμαστε ακόμη και για να μας προτείνουν καλύτερα οράματα, από όσα η καθημερινότητα μας επιτρέπει να βλέπουμε. Είναι ύβρις να απαξιώνουμε τον ικανό που οραματίζεται επειδή έχουμε κι εμείς μάτια. Κάποιος ορά/βλέπει γιατί έχει μάτια, και κάποιος οραματίζεται γιατί βλέπει πέραν των ορωμένων δια των οφθαλμών. Η πανεπιστημιακή μόρφωση πολλών πολιτών δεν σημαίνει ότι αυτοί δεν έχουν τίποτε άλλο να μάθουν. Αν στο πανεπιστήμιο δεν μάθαμε ότι μπορούμε πάντα να μαθαίνουμε, και να μάθουμε και πολλά άλλα ακόμη, πέραν των όσων γνωρίζουμε ήδη, δεν μάθαμε στην ουσία το πιο βασικό πράγμα. Ότι η γνώση είναι ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ. Και η ατομική αυτογνωσία ένας στόχος που μπορεί να μην κατακτηθεί ποτέ.

    Και περαιτέρω, ότι η Εθνική αυτογνωσία είναι ένας στόχος που μπορεί να εμποδισθεί ή να ναυαγήσει, αν όλοι μαζί δεν συναινέσουμε να επαναπροσδιορίσουμε και να αποσαφηνίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, αποκαθαίροντάς την από πιθηκισμούς, μαϊμουδισμούς, υποτέλειες, ραγιαδισμούς, μεγαλοσχήμονα αλαζονεία, εφιαλτικές συμπεριφορές, και δοσιλογισμούς.

    Δεν είμαστε “φορείς μιας εύρωστης δημοκρατικής αρετής, για την οποία η συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα έχει εγγενή αξία”, είμαστε τα οχήματα μέσω του εκμαυλισμού των οποίων επιτήδειοι πραγματώνουν τα ιδιοτελή σχέδια προς πλουτισμό τους. Είμαστε τα υποζύγια που πληρώνουν το κόστος του πλουτισμού των επιτηδείων, οι οποίοι επί πλέον, παραμένουν ατιμώρητοι για την επαίσχυντη αυτή στάση και συμπεριφορά τους.

    Είναι αναγκαίο πράγματι να είναι ο πολίτης ενάρετος. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να είναι ενάρετος και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο του. Αυτός ο πολίτης θα επιλέξει και ενάρετους πολιτικούς. Γιατί αυτοί θα υλοποιήσουν το κοινωνικό πρόσταγμα. Αν το πρόταγμά μας είναι η αρετή και η αλήθεια, το κοινωνικό πρόσταγμα (οι εκλογές) προς τούτο θα κατατείνει. Αν ο ισχυρισμός μας είναι ψευδής, το κοινωνικό πρόσταγμα θα κατατείνει αναλόγως.

    Η ελευθερία του λόγου σήμερα είναι κίνδυνος. Δίωξης, λοιδωρισμού, συκοφαντίας. Σήμερα η ελευθερία του λόγου τελεί σε ακήρυκτη καταστολή.

    Η μεγιστοποίηση της ατομικής μας ελευθερίας, δεν είναι στόχος επιτευκτέος. Γιατί είναι επιθετική, αντικοινωνική, εγωπαθής και ατομοκεντρική.

    Αντίθετα, η προσωπική ελευθερία είναι δικαίωμα, σύμφυτο με τον άνθρωπο, εντός του πολιτειακού χώρου που λαβαίνει χώρα η γέννησή του. Δεν εναποτίθεται ούτε στους ηγεμόνες, ούτε στις επιτροπές. Ο άνθρωπος γεννιέται στον κόσμο και θα καταστεί συνειδητά πρόσωπο, και γι’ αυτό προστατεύεται η ζωή, η υγεία, ο λόγος του και έκφρασή του, και τόσες άλλες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του, ανάλογα με το πολιτιστικό τοπίο στο οποίο γεννιέται ο καθένας μας.

    Η προσωπική ελευθερία δεν ανάγεται σε πεμπτουσία του πολιτικού μας πολιτισμού για να μας δώσει τα όπλα να επιτεθούμε, προκειμένου να υπερισχύσουμε των άλλων.

    Η σημασία της προσωπικής ελευθερίας καταγράφεται στον καταστατικό χάρτη, για να οριοθετηθεί ο νόμος και η εξουσία του νόμου επ’ αυτής, και για να μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε πνευματικά, επαγγελματικά και ηθικά ως προσωπικότητες.

    Ελπίζω τώρα να δημοσιευθεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here