Έρωτας στα χρόνια του γραμμοφώνου…

“Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει – ακούς;

Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ακούς;

Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ μ’ακούς;”

Το παραπάνω απόσπασμα είναι, ίσως, από το πιο ερωτικό και βαθιά τρυφερό ποίημα που έχει γραφτεί ποτέ – το “Μονόγραμμα” του Οδυσσέα Ελύτη.

Πρόκειται για μια ερωτική τραγωδία καθώς οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους. Η κοπέλα μην αντέχοντας την κοινωνική κατακραυγή, αυτοκτονεί. Ο αγαπημένος της, εξαιτίας του πρόωρου και αιφνίδιου θανάτου της, οδηγείται σε ένα θρηνητικό μονόλογο. Με το χαρακτήρα της ερωτικής εξομολόγησης απευθύνεται σε εκείνη που έφυγε, έστω και αν δεν υπάρχει πια δυνατότητα για απόκριση.

Πόσοι και πόσοι έρωτες στη λογοτεχνία δεν έχουν αφήσει ιστορία; Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Ερωφίλη και Ερωτόκριτος, Άννα Καρένινα και Αλεξάντρ Βρόνσκι είναι λίγα μόνο παραδείγματα.

Όσο πιο πίσω ανατρέξουμε σε εποχές, τόσο πιο μεγάλη πιθανότητα να συναντήσουμε ένα γενναίο, αληθινό έρωτα. Ενώ όσο πιο πολύ πλησιάζουμε στο σήμερα…οι πιθανότητες, δυστυχώς, ελαχιστοποιούνται.

Όσα χρόνια και αν περάσουν, κάποιες εικόνες θα μείνουν αναλλοίωτες στη μνήμη μου. Στο σπίτι της γιαγιάς μου, χειμώνας, κουλουριασμένη δίπλα στο τζάκι να ακούω ιστορίες της, ενώ το πικάπ παίζει τραγούδια της δικής της εποχής. “Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ…” με την αισθαντική φωνή της Δανάης Στρατηγοπούλου.

“Με τον παππού σου γνωριστήκαμε όταν είμασταν 15 χρονών. Μιλήσαν οι ματιές μας. Μεσολάβησε ο πόλεμος. Ήξερα ότι μια μέρα θα είμασταν μαζί και τον περίμενα.” μου εξιστορεί η γιαγιά. “Μα πώς μίλησαν οι ματιές σας; Πώς ήξερες ότι έπρεπε να τον εμπιστευτείς και να τον περιμένεις; τη ρωτάω με απορία.

“Ξέρεις, παιδί μου… Μπορεί οι επόμενες γενιές από τη δική μου να προόδευσαν στην επιστήμη, στην τεχνολογία… Έχασαν όμως κάτι πολύτιμο. Την εμπιστοσύνη και την αγάπη. Εμείς τότε με ένα βλέμμα κι ένα άγγιγμα στο χέρι , νοιώθαμε πως είχαμε όλον τον κόσμο δικό μας.” μου απάντησε. Και φυσικά είχε απόλυτο δίκιο.

Νοσταλγώ μια εποχή που δεν έζησα αλλά γνώρισα μέσα από όμορφες ιστορίες που άκουσα από εκείνη και από ανθρώπους -κυρίως- της δικής της γενιάς.

Τότε που ο άντρας δε δίσταζε να ρισκάρει να διεκδικήσει μια γυναίκα.

Τότε που επιθυμούσε μόνο εκείνη τη μία και μοναδική, δίχως να έχει στο μυαλό του εναλλακτικές. Ακόμα και αν εκείνη δεν  ανταποκρινόταν αμέσως, εκείνος είχε την υπομονή και τον τρόπο να της αποδείξει ότι είχε αληθινά συναισθήματα και πως άξιζε να είναι μαζί του.

Τότε που κανένας δεν “κρυβόταν” πίσω από την οθόνη ενός κινητού ή υπολογιστή για να εκφράσει το ενδιαφέρον του. Τότε που ο ένας  άκουγε τη φωνή του άλλου ενώ κοιτάζονταν στα μάτια. Τότε που εκείνος δε φοβόταν τόσο πολύ-όπως σήμερα- μήπως η γυναίκα που ποθούσε δεν τον επιθυμούσε. Γιατί ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, ήξερε, τουλάχιστον, ότι είχε τολμήσει και προσπαθήσει.

Τότε που απλά και μόνο η “κατάκτηση” μια γυναίκας δεν ήταν αυτοσκοπός. Γιατί σημασία για εκείνον είχε να κάνει ότι ήταν εφικτό να την κρατήσει δίπλα του ευτυχισμένη.

Τότε που το “σε θέλω” το εννοούσαν και δεν ήταν ευκαιριακό. Τότε που το “σ’αγαπώ”, τολμούσαν να το πουν όχι απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουν. Αλλά γιατί σε αυτό καθρεφτιζόταν η δύναμη και η αλήθεια της ψυχή τους.

Τότε που η λέξη “συναίσθημα” δεν ήταν άγνωστη. Τότε που οι άνθρωποι έκαναν “έρωτα” και όχι μόνο “σεξ”.

Οι γυναίκες ίσως ισχυριστούν πως “χάθηκαν οι άντρες παλαιάς κοπής” και μαζί με εκείνους και ο ρομαντισμός. Το ισχυρό φύλο, πάλι, μπορεί να νοιώθει “ευνουχισμένο” από τη γυναικεία χειραφέτηση. Τί μερίδιο ευθύνης έχει ο καθένας, δεν έχει σημασία.

Το αποτέλεσμα είναι πως οι σχέσεις των ανθρώπων έχουν γίνει τόσο πολύπλοκες και τόσο “εύκολες” συγχρόνως. Όπως γρήγορα δημιουργούνται, έτσι στιγμιαία καίγονται. Λίγοι έχουν τη διάθεση να αγγίξουν το χέρι του άλλου και να εκφράσουν αληθινό συναίσθημα.

Ίσως γιατί δε γνωρίζουν πως εκείνος που “χάνει” είναι εκείνος που δεν προσπάθησε πραγματικά. Δεν είμαι ειδήμων στα θέματα σχέσεων. Όμως, όσο και κυνική να με κάνουν οι διάφορες καταστάσεις, με γοητεύει ο ρομαντισμός της εποχής που γνώρισα μέσα από τις ιστορίες της γιαγιάς μου, μέσα από τα διηγήματα του Ξενόπουλου.

“Οι ψυχές δε ζουν σε σπίτια. Κατοικούνε σ’αγκαλιές.” γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος στον “Χορό των κολασμένων”.

Και νομίζω πως σε αυτούς τους στίχους, βρίσκεται και όλη η ουσία.

Ίσως, κάπως, κάποτε κάτι αλλάξει και… ο έρωτας της εποχής του γραμμοφώνου να μη φαντάζει τόσο μακρινός και άπιαστος…

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code