Για ένα νεκρό κουνάβι

 

 

Κανένα γενναιόδωρο συναίσθημα, δεν χωρά ούτε ένα μικρό, τοσοδούλικο ψέμα ή έστω μια δήθεν αδιάφορη υποκριτική κουβέντα.

Αυτά τα αόρατα πλάσματα δεν πεθαίνουν, μοναχά ψοφάνε!  Αφού στο ξένο θάνατο δεν υπάρχουν χρέη, δεν περισσεύει σταλιά ανθρώπινου χρόνου.

Το ξανα-σκέφτομαι, ένα μικρό ασήμαντο κουνάβι, ποτέ μέχρι σήμερα δεν θυμάμαι ένα τέτοιο τετράποδο λέφτερο να τρέχει. Τώρα να το άψυχο, νεκρό μπροστά μου, ενώ το απαλό, γλυκό καφέ, τρίχωμα του στραφταλίζει στον βιαστικό πρωινό ήλιο κι έτσι όπως το σέρνει πέρα-δώθε ο αέρας, το μεταμορφώνει στο πιο όμορφο πλασματάκι του πλανήτη.

Μέχρι να βρωμίσει θα στέκει σε μια γωνιά του δρόμου, ακόμη ένα ενοχλητικό άθλιο ψοφίμι.

Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να είχα προλάβει μια ζωντανή σκιά του, λίγα καρέ μετοίκασμα, εντυπώσεις από κείνες που αφήνουν οι καθυστερημένες εικόνες όταν ταξιδεύουν μέσα στις συνάψεις του μυαλού. Από αυτές που δε μπορούμε ή δε θέλουμε να τις αναγνωρίζουμε, έτσι τις στριμώχνουμε όλο και πιο βαθιά μέσα μας. Όπως όταν αντικρύσουμε κάτι διαφορετικό, κάτι πιο όμορφο από εμάς, τους κολοβούς και άτριχους κυρίαρχους, τότε σα να βιάζει τον εγκέφαλο μας και εμείς το βαφτίζουμε  και έτσι ξεμπερδεύουμε μαζί του.

Κρίμα που δεν υπάρχουν αληθινές εμπειρίες και επαφές με τέτοια ζώα, ίσως με τα χρόνια να μαθαίναμε κάτι αληθινό για τη χυδαία φύση μας.

Ποιος ξέρει για που τραβούσε, βρέθηκε στο δρόμο κάποιου περαστικού αυτοκινήτου και εκεί, πάνω στην άσφαλτο, άφησε το τρυφερό κορμάκι του. Έγινε άγγελος, γιατί αν δεν έγινε και τούτο το πλασματάκι αγγελάκι, μα τότε μονάχα ένα απέραντο τίποτε, το μηδέν, θα περιμένει το σβήσιμο της κάθε ανάσας.

Είχε δουλειές αυτό το απρόσεκτο κουνάβι. Ναι, σίγουρα κάπου έτρεχε στα κρυφά. Ίσως να είχε ματιάσει ένα κοτέτσι και μια-δυο ανυποψίαστες κότες γλύτωσαν από τα κοφτερά του δόντια, ίσως απλά να έψαχνε την αγέλη του. Όμως σε όλους εμάς, αυτά είναι αδιάφορα, δεν περισσεύει λεπτό για τέτοια άγρια πλάσματα, που εκτός από γουναρικά, τώρα τελευταία εξημερώνονται και τριγυρνούν σε σαλόνια για να γιατρεύουν την πηχτή μοναξιά μας.

Αυτό το πλασματάκι όσο αθόρυβα ήρθε στη ζωή έτσι και έφυγε, δεν είχε ανθρώπους για φίλους, μόνο που έτυχε να γεννηθεί στην πιο άχαρη εποχή, με το κυρίαρχο είδος, τα δίποδα χωρίς ουρά, να μην βλέπουν πέρα από τα μούτρα τους κι αυτά μέσα σε παραμορφωτικούς κοίλους καθρέφτες κι όλο να χαμογελούν ηλίθια, να βαυκαλίζονται με την θεόπνευστη ομορφιά τους.

 

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code