Για ποια Ελλάδα, για ποια Ευρώπη να μιλήσουμε;

Πολιτικές μεταστροφές, φθαρμένες ιδέες, σκληρές πολιτικές αποφάσεις προς άμεση υλοποίηση και ένα κοινωνικό σώμα μπερδεμένο, απογοητευμένο, κουρασμένο που παλεύει να κατανοήσει ποιες και πως θα είναι οι επόμενες μέρες του. Ψηφίσαμε βάσει της διαχειριστικής επάρκειας του επόμενου, βάσει του θυμού μας, βάσει της αγανάκτησής μας, βάσει του, το μην χείρον βέλτιστον;

Όπως και αν πήγαμε ως τις κάλπες, όσοι πήγαμε, νομίζω ότι δεν τρέφουμε καμία ψευδαίσθηση των δυνατοτήτων που μας ανοίγονται. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε τα επόμενα πολλά χρόνια πληρώνοντας επί δικαίων και αδίκων, θα πρέπει να ξεχάσουμε τα βασικά περί κοινωνικού κράτους. Για ποια Υγεία και ποια Παιδεία να μιλήσουμε με διαλυμένες δομές και διαλυμένες διαθέσεις του εναπομείναντος προσωπικού; Ποιο σεβασμό να νιώσεις όταν συνωθείσαι σε ένα «γεμάτο πόνο» δωμάτιο σε ένα κρεβάτι με ξηλωμένο στρώμα δημόσιου νοσοκομείου. Ποιο σεβασμό να νιώσεις όταν το σχολείο του παιδιού σου δεν άνοιξε; Ποιο σεβασμό να νιώσεις όταν καλείσαι να αμειφθείς –αν έχεις την τύχη να δουλεύεις- με ένα μισθό απόλυτης υποτέλειας; Για ποια Παιδεία, ποια Υγεία, ποια άνευ ορίων και όρων παράδοση. Για ποια Ελλάδα, ποια Ευρώπη να μιλήσουμε;

Δεν ξέρω ποια μπορεί να είναι η εναντίωση, η εξέγερση του καθενός στην πραγματικότητα της ζωής μας, σε όλες τις ασχήμιες που μας επιβάλλονται, ή φροντίσαμε να καλλιεργήσουμε. Κάποιος τρόπος θα υπάρχει για τον καθένα να κάνει την «επανάστασή του», αναγνωρίζοντας και την ευθύνη του, διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει αθώος του αίματος. Όλοι με κάποιο τρόπο συνδιαμορφώσαμε την ελληνική πραγματικότητα.

Σε μια εποχή που διατρανώνουμε την ανάγκη να μιλά ο πολιτικός με «ανοιχτά χαρτιά», παρά το γεγονός ότι τα δικά μας αυτιά στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν αντέχουν να ακούσουν αλήθειες, θα κλείσω με ένα απόσπασα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» του Ελύτη, που καίτοι δημοσιεύθηκε πριν από 40 χρόνια φέρει το επίκαιρο των μεγάλων σκέψεων.

«Λαοί νέοι και μικροί, γεμάτοι από χυμούς και δυνάμεις ωστικές, εξαναγκάζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να ευθυγραμμιστούν με τους μεγάλους και ισχυρούς, που έχουνε χάσει κάθε ικμάδα, και συντηρούνται με προπαρασκευασμένους όρους πολιτισμού».

Ή «πρέπει να ξέρεις να αρπάξεις τη θάλασσα από τη μυρωδιά για να σου δώσει το καράβι»!

Ή «Τις ιδέες μας τις πετάμε μόλις αρχίσουν να μας ενοχλούν σαν τις χαρτοπετσέτες. Τις καινούριες τις «ανοίγουμε» σαν κονσέρβες, που σπεύδουμε να τις καταναλώσουμε προτού προφτάσουν να αλλοιωθούν. Κι όσο για να μεταδώσουμε τις σκέψεις μας, δεν υπάρχει πρόβλημα: Καταφεύγουμε σε όποια διάλεκτο μας είναι πιο πρόχειρη, ακόμα και στις ξένες γλώσσες, μια που το αποτέλεσμα, έτσι κι αλλιώς είναι περίπου το ίδιο».

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code