Η Ωραία Κοιμωμένη του Μεσοπολέμου

 

Αναφερόμαστε συχνά στο παρελθόν της Αθήνας με έντονη τη διάθεση του θαυμασμού και της νοσταλγίας. Είναι διάχυτη στη δημόσια σφαίρα μια εύλογη αναπόληση για την παλιά Αθήνα και τη ζωή σε αυτή, που συνυπάρχει με μια εικόνα ενίοτε εξιδανικευμένη – κάτι που όμως δικαιολογείται απόλυτα αφού συνηθίζουμε να παρατηρούμε τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα είτε αυτοτελώς, αποκομμένα από το ευρύτερο περιβάλλον τους, είτε υπό το διαθλαστικό φως του πυκνού ιστορικού χρόνου.

Όταν ιδίως μνημονεύουμε το κτηριακό παρελθόν της πρωτεύουσας οι τάσεις αυτές δεν αντιστοιχούν σε κάτι γενικό και αόριστο, αλλά ενσωματώνουν ένα ολόκληρο σύνολο μνημειακού πλούτου που εκκινεί χρονολογικά στα χρόνια μετά την απελευθέρωση και φτάνει μέχρι την είσοδο της χώρας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι, όμως, η περίοδος αυτή μία, ενιαία και αδιαίρετη εθνικά, ιστορικά, αισθητικά, καλλιτεχνικά, οικονομικά και κοινωνικά; Αναμφίβολα, όχι.  Αφήνοντας κατά μέρος τις αναζητήσεις περί περιοδολόγησης στη γνωσιακή βάση και την «εργαλειοθήκη» (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που έγινε της μόδας για άλλους λόγους)  της ιστορικής επιστήμης, θα αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο: Την περίοδο του αθηναϊκού Μεσοπολέμου.

Ο ελληνικός Μεσοπόλεμος περιλαμβάνει τα έτη ανάμεσα στη Μικρασιατική Καταστροφή και το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου, δηλαδή το διάστημα μεταξύ του 1922 και του 1940.

Ήταν, αναμφίβολα, μια περίοδος κοσμογονίας τόσο για τον Ελληνισμό, όσο και για την πόλη των Αθηνών. Η καταστροφή του μακραίωνου, λαμπρού ιωνικού πολιτισμού και ο ξεριζωμός των εκατομμυρίων προσφύγων είναι τα γεγονότα που στιγμάτισαν την τόσο ταραγμένη αυτή φάση. Λειτούργησαν μάλιστα ως θρυαλλίδα εξελίξεων σε μια χώρα που καλείτο να διαχειριστεί το οδυνηρό τέλος της «μεγάλης ιδέας», τις οικονομικές δυσχέρειες, τις πολιτικές αναταραχές σε συνδυασμό με την εγκατάσταση των προσφυγικών πληθυσμών σε διάφορες περιοχές της χώρας –  και, φυσικά, στην Αθήνα.

Την περίοδο εκείνη η Αθήνα διπλασίασε τον πληθυσμό της. Η σταδιακή ένταξη των προσφύγων, με μύρια βάσανα και δυσκολίες, με φτώχεια, ανέχεια και στερήσεις, αποτέλεσε πραγματικό άθλο για την πόλη, τις κρατικές δομές και φυσικά τους ίδιους τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες. Προσφυγικοί καταυλισμοί στην περιφέρεια συνυπήρχαν με  πολυτελείς αστικές οικοδομές στο κέντρο. Μέσα σε αυτή την πρωτοφανή συγκυρία, μέσα σε συνεχή πολιτική αναταραχή παλινορθώσεων, πραξικοπημάτων, περιόδων συνταγματικής ανωμαλίας, μέσα σε βυθίσεις και ανόδους του οικονομικού κύκλου, η Αθήνα γνώρισε την τελευταία καλλιτεχνική καρποφορία στη σύγχρονη ιστορία της.

Η αλήθεια είναι πως έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε το μνημειακό αρχιτεκτονικό παρελθόν γενικά με το νεοκλασικισμό, που έφτασε ως αντιδάνειο από τη Δύση και ενσωματώθηκε δημιουργικά και εξελικτικά στον εκλεκτικισμό χαρίζοντας στην Αθήνα αριστουργήματα και διαμορφώνοντας ένα αρχιτεκτονικό σκηνικό -σπαράγματα του οποίου μας μένουν σήμερα. Όμως ο αθηναϊκός Μεσοπόλεμος δεν έχει το νεοκλασικισμό ως κύριο χαρακτηριστικό του. Διαφορετικά και ετερογενή καλλιτεχνικά ρεύματα συσσωματώθηκαν σε έναν αθηναϊκό εκλεκτικισμό, αναπτύχθηκαν, ωρίμασαν, συνδυάστηκαν και έφτασαν στην ακμή τους λίγο πριν το ξέσπασμα του Πολέμου.

Αποκορύφωμα αυτής της διεργασίας ήταν αναμφίβολα τα εκατοντάδες κτήρια του «Μοντέρνου Κινήματος» που άνθησε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1930, όταν και οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες την ευνόησαν. Παράλληλα με την υψηλή ανεργία και τη φτώχεια, τα χρόνια εκείνα αυξήθηκε κατακόρυφα ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής ενώ ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός του 1929 διαμόρφωσε το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο στηρίχθηκε η οικοδομική δραστηριότητα.

Οι διεθνείς εξελίξεις στην αρχιτεκτονική δεν βρήκαν την Ελλάδα στο περιθώριο, αφού  δεν ήταν αποκομμένη από τις ευρωπαϊκές τάσεις, ιδίως του γαλλικού εκλεκτικισμού και, βεβαίως, του Μοντέρνου Κινήματος. Πολυκατοικίες, μικρότερες κατοικίες, σχολικά κτήρια (στο πλαίσιο του προγράμματος του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων του 1930 από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου), Νοσοκομεία και άλλες κατασκευές φέρουν τα κοινά χαρακτηριστκά του Κινήματος αυτού, συχνά σε συνδυασμό με άλλους ρυθμούς.

Αν και οι απαρχές του και η ανάπτυξή του βρίσκονται στην κεντρική και δυτική Ευρώπη, οι Έλληνες αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου, απόφοιτοι Σχολών της Ευρώπης και της Κωνσταντινούπολης ή της ελληνικής πια Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ που λειτούργησε το 1917, διαμόρφωσαν ένα μοναδικό εγχώριο ιδίωμα με χαρακτηριστικά που εντυπωσιάζουν σήμερα, όπως θα εντυπωσιάζουν και στο μέλλον: Επιβλητικές κυβιστικές προεξοχές στις όψεις (τα γνωστά στους αρχιτέκονες ως έρκερ), ελλειπτικά ή ημικλυκλικά επαναλαμβανόμενα μπαλκόνια και προεξοχές, στρογγυλοί φεγγίτες, γωνιώδη μεγάλα παράθυρα που βλέπουν ταυτόχρονα σε δύο σημεία του ορίζοντα, ψευδοδοκοί στις οροφές που μοιάζουν με καλοστημένα αρχαία ερείπια δημιουργώντας την εντύπωση της νοσταλγίας και του αχρονικού (ίσως μια εκδοχή ενός αθηναϊκού αρκαδισμού) που συνυπάρχει με την έλευση του μέλλοντος. Το μέλλον ως προσδοκία διαμορφώνουν και υπαινίσσονται τα νεωτερικά στοιχεία όπως τα στρογγυλά παράθυρα που παραπέμπουν σε παράθυρα αεροπλάνων.

«Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας», έγγραφε το 1935 ο Ανδρέας Εμπειρίκος στην Υψικάμινο, την ίδια χρονιά που χτιζόταν η πολυκατοικία της οδού Ομήρου 18, η οποία συνδύαζε τις κυβιστικές προεξοχές, τα γωνιώδη παράθυρα με τα γαλάζια εφυαλωμένα πλακίδια που αναπαριστούν κυματισμό. Τα τελευταία ήταν ελληνικής κατασκευής, από την ακμάζουσα τότε και έντονα εξαγωγική βιομηχανία κεραμικών.

Ταυτόχρονα, μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη μεταλλοτεχνία διατρέχει όλους τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς. Μια ελληνική εκδοχή της ευρωπαϊκής «αρ νουβώ» και «αρ ντεκώ» στα κάγκελα των μπαλκονιών, στις θύρες και στους φεγγίτες με σφυρίλατα μέταλλα και εξευγενισμένα σχέδια γεμάτα εκλέπτυνση και φαντασία. Αυτή η απαράμιλλη καλλιτεχνική γλώσσα υψηλής αισθητικής, διάχυτη από την απλούστερη κατοικία ως την πολυτερέστερη κατασκευή και στην οποία συνέβαλαν οι πρόσφυγες με την καλλιτεχνική τους παιδεία, δεν θα επανέλθει ποτέ πια μετά τον πόλεμο και αποτελεί κοινό γνώρισμα σε όλες τις κατασκευές της περιόδου εκείνης.

Ήταν μια τέχνη που πήγασε από μια συγκεκριμένη κοινωνία, δημιουργήθηκε από το σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων και τάξεων στο μέτρο της καθεμιάς και απευθυνόταν στους πάντες, ενταγμένη στο ευρύτερο καλλιτεχνικό περιβάλλον της λεγόμενης «Γενιάς του ‘30». Ήταν μια γνήσια ελληνική και αθηναϊκή τέχνη με κοινή εκφραστική γλώσσα παρά τις ρυθμολογικές διαφοροποιήσεις, η οποία δεν θα επανεμφανιστεί στη μεταγενέστερη περίοδο όταν οι συνθήκες θα είναι πια διαφορετικές. Μόνο απόηχοί της θα απαντούν σε μεμονωμένες μορφές, όμως θα έχει χαθεί το ζωτικό πνεύμα εντός του οποίου δημιουργήθηκε. Η Αθήνα μετά τον πόλεμο, θα είναι μια άλλη Αθήνα.

Από εκείνη την εποχή μας έχουν μείνει ανέλπιστα πολλά. Πολλά κτίρια διασώζονται σε ικανοποιητική κατάσταση, όμως τα περισσότερα δυστυχώς αφήνονται να παρασυρθούν στην αμείλικτη ροή του χρόνου ενώ άλλα πέφτουν θύματα βανδαλισμού. Η δε κρατική προστασία είναι δυστυχώς ασθενική, αφού ο Μεσοπόλεμος αδικούμενος δεν έχει ενταχθεί στο επίσημο αφήγημα, ώστε να εκπορευθούν οι αναγκαίες δημόσιες πολιτικές.

Τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια η κοινωνία των πολιτών δραστηριοποιείται όλο και πιο έντονα για την καταγραφή και τη διάσωση αυτής της πολύτιμης πολιτιστικής κληρονομιάς (όπως για παράδειγμα το “Monumenta” και το Modmovathens). Αλλά και πρωτοβουλίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πρώτη του Νίκου Βατόπουλου με το πρωτοποριακό «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα», που αφύπνισε χιλιάδες πολίτες ή η ομάδα «Αθηναϊκός Μοντερνισμός» παρέχουν πολύτιμα ερεθίσματα ενδιαφέροντος σε πολίτες που δεν είναι υποχρεωτικά εξοικειωμένοι με την περίοδο δημιουργώντας το υπόστρωμα για την περαιτέρω ενεργοποίηση της δυναμικής αυτής που μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία περισσοτέρων μνημείων.

Διασχίζοντας σήμερα κάποιος την Αθήνα, ανακαλύπτει διαρκώς εικόνες του αθηναϊκού Μεσοπολέμου ή περιστοιχίζεται από αυτές χωρίς να το γνωρίζει:  Πολλές φορές σαν αρχιτεκτονικό σκηνικό με τις εξέχουσες γραμμές των κτηρίων που συνομιλούν ρυθμικά με το χώρο και το χρόνο, άλλοτε σαν μυστήριο που διαμορφώνουν οι σκιές της χαρακτηριστικής διακόσμησης στις εξώθυρες υπό το βραδινό φως των λαμπτήρων, άλλοτε πάλι σαν έκπληξη όταν ξεπροβάλλει απρόσμενα στο φως του αττικού ήλιου ή στα φώτα των οδών η μυστικιστική φιγούρα ενός τέτοιου κτηρίου. Όλες αυτές οι εικόνες δεν ανήκουν, φυσικά, μόνο στο παρελθόν. Ανήκουν στο αθηναϊκό παρόν και πρέπει να γίνουν θουκυδίδειο «κτήμα ες αεί», αναπόσπαστο τμήμα μιας πανέμορφης μεσοπολεμικής πόλης που θέλει να μας αφηγηθεί, πολλά αλλά παραμένει εν υπνώσει. Της Ωραίας Κοιμωμένης του Μεσοπολέμου.

Εικόνα: το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας του Μοντέρνου Κινήματος στην οδό Ομήρου 18 (1935)

Ευχαριστίες, εκτός από το Νίκο Βατόπουλο, εκφράζονται στον Αρχιτέκτονα κ. Νίκο Καββαδά για την συνεχή του διδασκαλία και τη διαρκή μετάγγιση των γνώσεών του, στον Δρα Μενέλαο Χαραλαμπίδη και την Αρχιτέκτονα κα Καλλιόπη Κατσικαβέλη για τις πολύτιμες συζητήσεις και τη βοήθειά τους.

 

 

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code