Η έκτακτη εισφορά

Στο σχολειό, η ωραιότερη ώρα μας ήταν το διάλειμμα. Μετά από την ενδιαφέρουσα γεωγραφία, ή τη συμπαθή γραμματική, με μελανωμένα δάχτυλα και το χνώτο μας να μυρίζει απ’ την πείνα, ακούγοντας το κουδούνι του επιστάτη, βγαίναμε απ’ το προαύλιο του παλιού νεοκλασικού, για να πιούμε νερό, σαν τα κατσικάκια, στις βρώμικες στέρνες του 4ου Δημοτικού της Αθηναϊκής μου γειτονιάς.

Γιατί νερό πίνανε τότε τα παιδάκια, άντε να έτρωγαν και ένα σουσαμένιο κουλουράκι που η μάνα έβαζε στην τσάντα, προσεκτικά τυλιγμένο με χαρτοπετσέτες, μη λερώσουν τα τετράδια…

Υπήρχαν, βέβαια, και οι εξαιρέσεις, όπως ο μελαχρινός Ρομά, που ο δάσκαλος προς παραδειγματισμό του άδειαζε την τσάντα στην έδρα, γεμάτη βιβλία και τηγανιτές σαρδέλες, κι άντε κανα ακόμα παιδί να κουβαλά λίγο μορταδέλα, ή κανα κομμάτι τυρί.

Γι αυτό το διάλειμμα αναλωνόταν στο «φάτε μάτια ψάρια» απ’ το περίπτερο του κυρ Αναστάση που ορθωνόταν σαν φορτωμένη καραβέλα μ’ όλα τα εξωτικά -για μας- καλούδια…. Γκοφρέτες, τσιχλόφουσκες, σοκολάτες, καραμέλες, κι εκεί πίσω απ’ το θολό τζάμι τροφαντές πολύφυλλες τυρόπιτες.

Κάποια, ελάχιστα παιδιά, έβγαζαν απ’ τη τσέπη το πενηνταράκι κι αγόραζαν τη τυρόπιτα, κάποια, διαλανθάνοντας της  προσοχής του περιπτερά, έκλεβαν καμιά σοκολάτα που μοστραριζόταν μπρος τα παιδικά μάτια.

Γέρναγε ο περιπτεράς, λιγόστευε και το εμπόρευμα, και έτσι στο σκολειό είχε γίνει, πλέον, καθεστώς η αφαίμαξη του συμπαθούς κυρ Αναστάση.

Στο σπίτι μου δεν περίσσευαν τα χρήματα, περίσσευαν όμως οι ιστορίες κι οι παραβολές, κι οι πιο τρομακτικές απ’ αυτές αφορούσαν την κλοπή και την τιμωρία της. Νυκτερινές ιστορίες και παραμύθια που ακούγαμε αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι μας, γεμάτες με λέξεις που αγνοούσαμε, «δικαιοσύνη, περηφάνια, αξιοπρέπεια»…, και το μεσημέρι στο τραπέζι, διασκεδάζαμε τη φτώχεια μας με ανάλογες ρήσεις που θα μας κρατούσαν όρθιους, του τύπου «δεν πετάμε το φαί, το τρώμε όλο γιατί  άλλοι δεν έχουν να φάνε» και «είναι αμαρτία να κρατάς για τον εαυτό σου αυτό που μπορείς να μοιραστείς», και άλλα ανάλογα.

Κάτι τέτοια μας έκαναν να κρατιόμαστε μακριά απ το πλιατσικολόγημα στο περίπτερο του κυρ Ανασταση και από πολλές άλλες προκλήσεις που θα ακολουθούσαν.
Και τώρα, αντικρίζοντας ξανά το πλιατσικολόγημα του περίπτερου που λέγεται Ελλάδα, μείναμε μελαγχολικοί θεατές, ενεοί, και αμήχανοι στον κυνισμό του «μαζί τα φάγαμε», και κοιτώντας με την ίδια αμηχανία την τελευταία ειδοποίηση που μου ήρθε από την εφορία, για την έκτακτη εισφορά, με τρεμάμενο  στο κομπιουτεράκι χέρι, να υπολογίζω πόσα πλήρωσα και πόσα  θα πληρώσω ακόμα, κι ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι, όπως τότε που έβλεπα το περίπτερο του κυρ Αναστάση να λεηλατείται και γώ να σφίγγω το τελευταίο πενηνταράκι μου για να πάρω την μία και μοναδική τσίχλα της εβδομάδας.

Σήμερα Δευτέρα, θα στηθώ στην ουρά με την επιταγή στο χέρι για να ξανά-καταθέσω τον όβολό μου, ελπίζοντας σε μια Ελλάδα που δεν θα κλέβουν οι μαθητές το περίπτερο, ούτε ο περιπτεράς τους γραφικούς μαθητές…

Ένα σχόλιο στο “ Η έκτακτη εισφορά”
Ο/Η Κατερίνα Μαριανίνα Σοφρά λέει:
Ιανουαρίου 31, 2011 στις 6:21 μμ

Στο συγκεκριμένο άρθρο σας κ.Μάινα, μου άρεσε πάρα πολύ το «πάντρεμα» του παρελθόντος με το παρόν, αυτή η παρομοίωση που μπορεί να μας προκαλέσει νοσταλγία για τα παιδικά μας χρόνια και ταυτόχρονα, να μας κάνει να αισθανθούμε τρόμο για το αύριο…
Βλέπω συχνά το πατέρα μου τους τελευταίους μήνες, με ένα κομπιουτεράκι στο χέρι, να υπολογίζει τα έξοδα του με διαφορετικό τρόπο από ότι έκανε παλιά, διότι τώρα δεν πήρε ούτε δώρο -όπως είχαμε συνηθίσει και μπορούσαμε να τακτοποιήσουμε τα τελευταία μεγάλα έξοδα του χρόνου- και έτσι τα χρήματα πρέπει να τα διαχειριστεί με προσοχή…
Αναγνωρίζω παρόμοια προβλήματα και σε σπίτια γνωστών και φίλων μου, όπως βλέπω και την αντίθετη πλυρά: σχετικά πλούσιες οικογένειες με διπλάσιο ή ακόμα και τριπλάσιο μισθό από το πατέρα μου, ή που δουλεύουν 2 άτομα της οικογένειας και λένε με θράσος ότι δεν έχουν να περάσουν το μήνα, σε ανθρώπους που φαίνεται ότι έχουν πραγματική ανάγκη…
Δυστυχώς πιστεύω πως η Ελλάδα κοντεύει να «κοπεί» στα 2: στους φανερά πλούσιους και σε αυτούς που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας. Εύχομαι με όλη μου τη ψυχή να βγώ ψεύτρα διότι είμαι πολύ αισιόδοξη. Μήπως όμως ένα τέτοιο μέλλον δεν είναι μακριά;;;;;;

Σας ευχαριστώ κύριε Στέλιο Μάινα που για ακόμα μια φορά μοιραστήκατε μαζί μας τις πολύ όμορφες σκέψεις σας και τους πολύ ρεαλιστικούς προβληματισμούς σας…

Θα ήθελα να μου απαντήσετε σε μια ερώτηση αν είναι εφικτο: Το συγκεκριμένο κείμενο είναι μυθοπλασία ή προσωπική εμπειρία;

Αφήστε το σχόλιο σας