Η σκέψη μου είναι στον Νίκο Κακαουνάκη

Απόβραδο, 30 Δεκεμβρίου 2009. Χτύπησε το κινητό την ώρα που οδηγούσα προς το σπίτι. Έκανα δεξιά τη μηχανή, απάντησα και η «σπασμένη» φωνή του συναδέλφου Ηλία που μετέφερε το κακό μαντάτο. «Πέθανε ο Νίκος». Λίγο νωρίτερα ο Νίκος Κακαουνάκης, μάλλον με συντροφιά τις κρητικές μαντινάδες της ψυχής του, έφευγε από τον κόσμο των ζωντανών και της ματαιότητας. Γιατί ήταν φτιαγμένος από αυτή την «πάστα» της λεβεντιάς και του γεροπλάτανου που δεν λυγίζει εύκολα στις τσεκουριές. Και, όμως, ακόμη κι αυτός έπεσε.

Δεν θέλω να γράψω πολλά. Όσα διαβάσατε ήδη ήταν τα σημαντικά γιά εμένα. Το ότι τον γνώρισα στη ζωή μου ήταν τύχη. Ήταν χαρά. Ήταν δημιουργία. Έφαγα ψωμί από τον Νίκο. Γιά πολλά χρόνια στο «Καρφί». Με εμπιστεύτηκε. Δεν μου άλλαξε ποτέ ούτε λέξη. Δεν με ρώτησε ποτέ γιατί αυτόν συνέντευξη ή ποιόν θα έχεις το άλλο Σάββατο. Και δεν το μετάνιωσε. Τον «χάζευα» χρόνια στο ραδιόφωνο στο «σχολείο» του Flash. Πάντα στις 10 το πρωί. Πάντα του έκανα «πάσα» μετά το δελτίο ειδήσεων. Έμπαινε εκείνη την ώρα στο στούντιο και το «κατάπινε». Με το πολιτικό ρεπορτάζ του. Τις έγκυρες πληροφορίες του. Το ανεπανάληπτο στιλ του. Τις συζητήσεις με υπουργούς στον ενικό. Ήταν ο πρώτος διδάξας. Δεν ήταν αγενής. Κάθε άλλο. Ήταν κύριος, αλλά αυθόρμητος, ντόμπρος, αληθινός, δίκαιος. Γι αυτό και έβηχε στο μικρόφωνο, φταρνιζόταν, έκανε σαρδάμ, βογκούσε – ναι βογκούσε τον άκουγα, τον ακούγατε- όταν ένιωθε την αδικία στον κοσμάκη, στους πολίτες, στο λαό. Στις δημοσιογραφικές «φλέβες» του Νίκου κυλούσε η δημοκρατία και το πάθος «να τα χώνει» στους ισχυρούς.

Ο Νίκος πάνω απ΄ όλα ήταν άνθρωπος. Δεν θα ξεχάσω το καλοκαίρι του 2000 που μπήκα στο γραφείο του να του πω ότι πρέπει να σταματήσω από το καθημερινό «Καρφί», γιατί είχαν αρχίσει να «σκουραίνουν» τα σημάδια της νόσου Αλτσχάιμερ στη μητέρα μου. «Πάνω απ όλα η μητέρα», μου είχε πει με χαμηλή φωνή. Τότε ακόμη δεν ήξερα τη λατρεία στη δική του μητέρα. Στον αντίποδα τα τραπέζια και οι μεζέδες που έκανε πάντα στη γιορτή του. Το γέλιο του, τα μάτια του που λαμποκοπούσαν όταν γλεντούσε με την οικογένεια, τους φίλους και τους συνεργάτες του.

Μετά τον Νίκο «έσπασε το καλούπι». Ας τον θυμάμαι, ας τον θυμόμαστε όσοι τον ζήσαμε από κοντά στο ιστορικό «Καρφί» με γλυκύτητα και χιούμορ. Εκείνα τα μεσημέρια που τον έπαιρνε λίγο ο ύπνος στον καναπέ στο γραφείο του, βγάζοντας τα παπούτσια του και μας έπιανε νευρικό γέλιο, που βλέπαμε αυτόν τον «γίγαντα» με τις κάλτσες του…

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code