Η «τυχερή» γιαγιά με σύνταξη 150 ευρώ τον μήνα!

 

Η γιαγιά Λιλιάνα κάποτε που θα ξυπνήσει θα βρει τη βάρκα της στην άλλη όχθη της παλιάς ακροποταμιάς. Σε αυτή την όχθη είναι 86 ετών και είναι τυχερή. Ακόμη ζει και ακόμη παίρνει μιά…»παχυλή» σύνταξη 150 ευρώ.

Η γιαγιά Λιλιάνα ζούσε τους τελευταίους μήνες χωρίς ψυγείο. Γιατί το παλιό χάλασε και δεν είχε χρήματα να το επισκευάσει ή να αγοράσει καινούργιο. Κι έτσι οριακά συντηρούσε με πάγο ένα γιαουρτάκι και λίγο γάλα ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να αντέξει γιά να φάει και να προσθέτει κι άλλες ημέρες στο «τεφτέρι» της ζωής της. Ώσπου με κάποιο τρόπο απέκτησε μιά «μαγική» άσπρη συσκευή. Συντροφιά της – στο φτωχόσπιτο με τον κηπάκο εκεί στους πρόποδες του βουνού Μπόροβιτς στη Βουλγαρία – τα σκυλάκια της Μπόργκο και Σάρα.

Εργάστηκε σκληρά επί 50 χρόνια σε εργοστάσιο υφαντουργίας, σε φύλαξη ηλικιωμένων, ταμίας σε σούπερ μάρκετ, μαγείρισσα σε νηπιαγωγείο, καθαρίστρια στην εκκλησία. Όποια τίμια δουλειά βάλει ο νους. Ναι δούλεψε μισόν αιώνα από 15 ετών και πήρε σύνταξη στα 65, το… ιλιγγιώδες ποσό των 150 ευρώ! Εκ των οποίων τα 120 ευρώ κύρια σύνταξη και 30 κρατικό επίδομα εισιτηρίων γιά τις μετακινήσεις της με λεωφορείο. Και γιά να είμαστε ακριβείς, μιλάμε γιά 300 λέβα, επειδή η Βουλγαρία δεν ανήκει στη νομισματική ένωση της Ευρώπης.

Η κόρη της, η εγγονή της και η δισεγγονή της Ναταλί είναι τα ολόγιομα φεγγάρια της ζωής της. Δεν βλέπει καλά, περπατά με το μπαστούνι της που σκάλισε από ξύλο καρυδιάς, η μνήμη της την εγκαταλείπει μαζί με τις δυνάμεις της, σαν το καράβι που απομακρύνεται σιγά σιγά από το λιμάνι.

Όταν πιάνει τη σύνταξη στα χέρια της κάνει σαν παιδί. Ξέρει ότι θα τα καταφέρει με τα χίλια ζόρια άλλον έναν μήνα.

Η γιαγιά Λιλιάνα είναι μια αληθινή ηρωίδα που κατάφερε και έδωσε νόημα στις λέξεις εργατικότητα, φιλαλληλία και αξιοπρέπεια. Άγνωστες σήμερα στους περισσότερους.

Σε αγαπώ πολύ, αν και σε είδα από κοντά μόνο λίγα λεπτά. Αν και σε αγκάλιασα μόνο μία φορά. Αν και δεν συνεννοηθήκαμε ποτέ αφού δεν γνωρίζω «γρι» Βουλγαρικά κι εσύ Ελληνικά. Σε αγάπησα αγνά γιατί είδα στα μάτια σου μιά έρημη πόλη που έψαχνε απεγνωσμένα κάποιον να περάσει και να σηκώσει έστω λίγη σκόνη. Να την κάνει να νιώσει πως υπάρχει. Πως δεν ήταν αόρατη. Πως είχε φωνή. Το ξέρω ότι κι εσύ με αγάπησες αγνά. Μάρτυς μου ο Θεός, είμαι σίγουρος ότι είσαι από τους ελάχιστους ανθρώπους που με αγάπησαν αληθινά σε αυτή τη ζωή. «Μύρισες» το «άρωμα» της παιδικής αφελειάς μου, που δεν με εγκατέλειψε ποτέ, να εμπιστεύομαι ακόμη και τα τέρατα.

Μάλλον δεν θα καταφέρω ποτέ να έρθω να σε δω. Όμως θα προσεύχομαι κάθε βράδυ μέχρι το τέλος, να υπάρχουν εκεί έξω κι άλλες γιαγιάδες σαν κι εσένα. Κι άλλοι Άνθρωποι σαν κι εσένα.

Και αφού εσύ ζεις με 150 ευρώ τον μήνα, πώς είναι δυνατόν να πάρει η οργή να παραπονιούνται στην Ελλάδα αυτά τα καθίκια που έχουν πάρει σύνταξη 4000 ευρώ από ηλικία 50 ετών και εφάπαξ 150.000 ευρώ? Πώς είναι δυνατόν ρε γαμώτο οι ίδιοι να παραπονιούνται επειδή μετά από 20 ή 25 χρόνια (ναι γνωρίζω κι ένα τέτοιο κατακάθι) η σύνταξη των 4000 ευρώ του δημοσίου κόπηκε στα 1800 ευρώ? Ναι ρε, αλλά γιά 25 χρόνια έπαιρνες 4000 ευρώ τον μήνα (δηλαδή μαζί με το εφάπαξ σε 25 χρόνια καθόσουν και κονόμησες 750.000 ευρώ από τα 50 που πήρες σύνταξη έως τα 75). Και βγαίνουν στις τηλεοπτικές κάμερες οι θρασείς και λένε δακρύβρεχτα ότι δεν μπορούν να αγοράσουν ένα παγωτό στο εγγονάκι τους! Κτήνη έ! κτήνη. Και η γυναίκα ζει σιωπηλά με 150 ευρώ τον μήνα. Και είναι και τυχερή! Ναι τυχερή. Γιατί κάποιοι γειτονές της στην ηλικία της παίρνουν σύνταξη 75 ευρώ τον μήνα! Εργάστηκαν μόνο 35 χρόνια, πολύ λίγα δηλαδή! Aλλά ξέχασα, αυτοί είναι Βούλγαροι, δηλαδή δεν είναι άνθρωποι.

Σε αγαπώ γιαγιά. Obhzam te στη γλώσσα σου…

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code