Ένας ξεχασμένος σελιδοδείκτης από φύκι…

image

Είναι μερικά βιβλία που κυριολεκτικά σου δείχνουν άλλους πνευματικούς δρόμους. Σου ανοίγουν ξαφνικά ένα μονοπάτι, μιά διέξοδο εκεί που είχες απελπιστεί ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις παρ ότι το έχεις ανάγκη. Σαν μιά «ιεροτελεστία», μιά κρυφή συνήθεια απ αυτές τις «κλωστούλες» που δένουν το παρελθόν με το παρόν και ίσως το μέλλον – ποιός ξέρει – όταν τα πρώτα ρίγη στην πρωινή οδήγηση με τη μηχανή, σου λένε «έρχεται άλλος ένας χειμώνας φίλε, ετοιμάσου», τότε ρίχνω μιά ματιά στη βιβλιοθήκη μου να σιγουρευτώ ότι οι μικροί «θησαυροί» μου είναι στη θέση τους.

Και ησυχάζω.

Ορισμένα βιβλία – «πυξίδες» ζωής που με «ακολουθούν», άλλα σαράντα, άλλα τριάντα, άλλα είκοσι, άλλα δέκα χρόνια, άλλα λιγότερο, κάποιους μήνες και άλλα λίγες εβδομάδες, δίνοντας μιά μεγάλη «μάχη» να κερδίσουν μιά θέση στο «χάρτινο συμβούλιο των σοφών γερόντων».

Κοίταξα τον μανιασμένο Ευβοικό, που είχε γίνει έρμαιο των βοριάδων, ήπια την τελευταία γουλιά του καφέ και κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα γιά να «διασχίσω» και φέτος τη «γέφυρα των ξεχασμένων βιβλίων». Όπως στις κινηματογραφικές ταινίες, έψαξα με το βλέμμα να σιγουρευτώ πρώτα πρώτα ότι η μνήμη μου παραμένει αλώβητη και τα βιβλία που θέλω είναι στη γνωστή τους θέση. Ένα γρήγορο ξεφύλλισμα, μιά φευγαλέα ανάμνηση στην αφιέρωση αν υπήρχε, ένα μειδίαμα χαράς ή ένα κλάσμα δευτερολέπτου λύπης, ένα φύσημα στη σκόνη του εξωφύλλου, ένα «χάδι» στον τίτλο και μιά εσωτερική υπόκλιση στον συγγραφέα, σαν «χειραψία» με έναν άνθρωπο που με «βλέπει» από κάπου, αλλά δεν μπορώ να υποθέσω το πού.

Αυτή τη φορά λαχτάρησα. Γιά λίγο νόμιζα ότι είχε χαθεί ένα «διαμάντι» από τη συλλογή μου.

Αυτό το «φτερούγισμα» στο στήθος που νιώθαμε στην κάθοδο όταν κάναμε τραμπάλα πιτσιρίκια. Ευτυχώς ήταν εκεί. Απλώς είχε κρυφτεί πιό μέσα σε σχέση με τα μεγαλύτερα βιβλία που ήταν εκατέρωθεν. Μα κι αυτό πήγε και «στριμώχτηκε» μιά σταλιά, 17 επί 10 διαστάσεις με 190 σελιδούλες, ανάμεσα σε κάτι «γίγαντες». Δεν «φοβήθηκε» όμως απ ότι κατάλαβα. Απλώς ήθελε την ησυχία του και να μην το βλέπει κανείς. Άλλωστε τέτοια βιβλιαράκια δεν «φωνάζουν» γιατί έχουν κάτι σημαντικό να πούνε. Και το λένε ήσυχα.

Σχεδόν αθόρυβα. Όταν μάλιστα – τι ειρωνεία – ο τίτλος του είναι «φωνές», τότε καλά έκανε και προτίμησε να είναι αθέατο. Και πιστεύω πως σε όποια βιβλιοθήκη στον πλανήτη υπάρχουν το ίδιο θα κάνουν και τα «αδέλφια» του. Δεν αποκλείεται αυτός που έγραψε τις «φωνές», ο Αργεντίνος Αντόνιο Πόρτσια, να τους έδωσε αυτή τη «μαγική εντολή». Να «κρύβονται». Το γιατί δεν το ξέρω. Υποθέτω επειδή είναι μικρά και αυτός είναι πολύ «μακριά» γιά να αυτοπροστατεύονται.

Στο δικό μου αντίτυπο από τις «φωνές» που έχω από το 2004 (τότε εκδόθηκε στην Ελλάδα παρ ότι δεκαετίες πριν σε άλλες χώρες) και τελευταία φορά είχα διαβάσει πριν τρία χρόνια, ο σελιδοδείκτης είναι ένα ξεραμένο φύκι. Ναι, τώρα θυμάμαι εκείνο το απόγευμα που το διάβασα. Και με έκανε να αισθανθώ Άνθρωπος. Με έκανε να ξαναβρώ το κουράγιο μου σε πολύ δύσκολες στιγμές. Έγινε ένας από τους «σελιδοδείκτες» του δικού μου «βιβλίου».

Της δικής μου ζωής. Το βιβλιαράκι έχει με μολύβι και την τιμή: 6 ευρώ. Γιά φανταστείτε, ποιό κόσμημα στις προθήκες των κοσμηματοπωλείων κοστίζει μόλις 6 ευρώ?

Δεν ξέρω αν οι «φωνές» του Πόρτσια υπάρχουν ακόμη σε κάποιο βιβλιοπωλείο.

Ίσως στο «Πολιτεία» της οδού Ασκληπιού. Αν βρείτε αυτό το βιβλιαράκι σας παρακαλώ πάρτε το. Ίσως γίνει και το δικό σας «Άγιο δισκοπότηρο» της θρησκείας των βιβλίων.

Τι σύμπτωση ο τεράστιος αυτός συγγραφέας με την ψυχή «τσιγαρόχαρτο» και τη συναρπαστική ζωή, εγκατέλειψε τα εγκόσμια μία σαν αυτές τις ημέρες πριν από σχεδόν μισό αιώνα σε ηλικία 83 ετών. Ήταν Οκτώβριος του 1968. Άλλοι λένε 12, άλλοι 16, άλλοι 22. Τι σημασία έχει? Υπάρχουν άνθρωποι – «χελιδόνια». Που φεύγουν στους χειμώνες της ψυχής μας και επιστρέφουν στα καλοκαίρια της.

Ακόμη κι αν θέλετε ή δεν έχετε 6 ευρώ γιά να αποκτήσετε αυτόν τον παντοτινά αναμμένο «φάρο» από αφορισμούς και σκέψεις -«ποιήματα» του Πόρτσια, «χτυπήστε» στο εχθρικό γιά την αληθινή μάθηση ίντερνετ το ονομά του. Και θα βρείτε λίγες από τις 1082 – τόσες έγραψε – «φωνές» της καρδιάς του.

Ο ξεχασμένος «σελιδοδείκτης» – φύκι είχε μείνει εκεί που το χωρίς «χαλινάρια» και τετριμμένα «φίλτρα» μυαλό του έγραφε:

Ο Θεός έδωσε πολλά στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος θα ήθελε κάτι από τον άνθρωπο.
Υπάρχουν πόνοι που έχασαν τη μνήμη και δεν θυμούνται γιατί είναι πόνοι.

Όποιος με κρατάει από μιά κλωστή δεν είναι δυνατός, δυνατή είναι η κλωστή.
Αν δεν πρέπει να αλλάξεις διαδρομή, γιατί πρέπει να αλλάξεις οδηγό?
Δεν βρήκα σαν ποιόν να είμαι, σε κανέναν. Κι έμεινα έτσι όπως άλλος κανένας.

Βρήκα το πιό ωραίο από τα λουλούδια, στα πεσμένα λουλούδια.
Όταν δεν μπορείς να με κάνεις να κλάψω ή να γελάσω, μπορείς μονάχα να με κουράσεις.

Ζούμε τις τέσσερις εποχές της ζωής μας στο φθινόπωρο της ζωής μας.

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code