Μαρξιστικά φωνήεντα και αστικά σύμφωνα…

8
5

Οι ελάχιστες ηχητικές μονάδες μιας γλώσσας (φωνήματα), πόσες και ποιες είναι και σε ποιους συνδυασμούς απαντώνται, αποτελούν αντικείμενο της γλωσσολογίας. Το ίδιο ισχύει και για τον διαχωρισμό των φωνημάτων σε «φωνήεντα» και «σύμφωνα». Την εν λόγω γνώση αποτυπώνουν οι ειδικές (επιστημονικές) γραμματικές μιας γλώσσας που είναι προϊόντα γλωσσολογικής μελέτης και έρευνας.

Πολιτικές αποφάσεις – νόμοι, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις – επιβάλλουν τη μεταβίβαση της υπάρχουσας σε κάθε εποχή γνώσης για τη γραμματική της ελληνικής γλώσσας, άρα και τη γνώση για τη φωνολογία της Ελληνικής, στους μαθητές. Το έργο αυτό στο Δημοτικό το αναλαμβάνουν οι δάσκαλοι, ενώ στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση οι φιλόλογοι.                                                                                                                    

Και επειδή οι νοητικές δυνατότητες των παιδιών δεν αντέχουν την πυκνότητα και την αφαιρετική αρετή του λόγου των γλωσσολόγων, όσοι διαμεσολαβούν στη μεταβίβαση αυτή (οφείλουν να) εκπαιδεύονται ειδικά για την αποστολή τους. Κατ’ αρχήν στα Πανεπιστήμια, και μετά στις διάφορες επιμορφώσεις και «εξομοιώσεις». Και ακριβώς εδώ ξεκινά το πρόβλημα.

Διότι, πρώτον, δεν καταρτίζονται όλοι οι πτυχιούχοι των πανεπιστημιακών τμημάτων που οδηγούν στο επάγγελμα του δασκάλου ή του φιλολόγου για το τι, γιατί και πώς θα διδάξουν στο γλωσσικό μάθημα, και ειδικότερα στη Γραμματική. Είναι άλλο πράγμα να γνωρίζεις τη γραμματική δομή μιας γλώσσας, έτσι όπως την αποτυπώνουν οι γλωσσολόγοι, και διαφορετικό να μιλάς σε μαθητές γι αυτήν, και μάλιστα με τρόπο που να παράγει αποτέλεσμα, δηλαδή μάθηση με πρακτικές εφαρμογές.

Δεύτερον, η διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος  είναι αντικείμενο μελέτης ενός κλάδου που ονομάζεται Διδακτική της Γλώσσας και που δεν ανήκει ούτε αμιγώς στη γλωσσολογία, ούτε αμιγώς στην παιδαγωγική. Είναι κλάδος διεπιστημονικός που στηρίζεται, ταυτόχρονα, στην επιστήμη της Γλωσσολογίας και στην επιστήμη της Παιδαγωγικής.

Η ίδια, βέβαια, ακαταστασία υπάρχει και για τα υπόλοιπα μαθήματα που διδάσκονται στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Ποτέ δεν μπορέσαμε να πείσουμε τους πολιτικούς υπευθύνους ότι υφίσταται οξύ πρόβλημα στην παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών και ότι αυτό δεν λύνεται ούτε με τη συσσώρευση ειδικοτήτων στα Παιδαγωγικά Τμήματα, ούτε με την αυθαίρετη ανακήρυξη της Διδακτικής σε κλάδο της Φυσικής, της Χημείας ή της Γλωσσολογίας. Ο νόμος 3848/2010 που επιβάλλει (ξανά) την παιδαγωγική κατάρτιση για όλους τους εκπαιδευτικούς, παρότι αναγνωρίζει την αναγκαιότητα αυτού του επαγγελματικού προσόντος, είναι τόσο πρόχειρος, που αν εφαρμοστεί όπως είναι, θα οδηγήσει σε τραγελαφικές καταστάσεις.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι υπάρχουν κενά στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών στον τομέα της διδακτικής των μαθημάτων που διδάσκουν στο σχολείο. Μέσα σε μια συγκυρία όπου εξ αιτίας των καταιγιστικών ψευδών για τους Έλληνες που επινοούνται, εκπέμπονται και ανακυκλώνονται, έχει αναπτυχθεί σε ορισμένους εκπαιδευτικούς μια υπερευαισθησία για το αν κάποιες νέες περιγραφές της Ελληνικής στα σχολικά εγχειρίδια υπηρετούν έναν «απώτερο σκοπό». Σε κάθε περίπτωση δεν είναι εύκολη εποχή για «καινοτομίες» στο μάθημα της Γλώσσας και της Ιστορίας. Για τα υπόλοιπα μαθήματα η ευαισθησία του κοινού κινείται σε φυσιολογικά όρια…

Κάποια δασκάλα, λοιπόν, σε μια ιστοσελίδα συλλόγου εκπαιδευτικών ασκεί κριτική στην άποψη των συγγραφέων της νέας σχολικής γραμματικής – μια από τις πολλές που θα μπορούσαν να είχαν γραφεί – ότι τα φωνήεντα της Ελληνικής είναι πέντε, ενώ αυτή είχε μάθει – από την προηγούμενη γραμματική Τριανταφυλλίδη, και όχι από τον…Μουφλουζέλη – ότι είναι επτά. Η νέα σχολική Γραμματική δεν καταργεί κανένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, δεν περιέχει προτάσεις για ορθογραφική απλοποίηση. Αλλά μια μικρή παρανόηση σε συνδυασμό με την πίεση που φέρνει σε κάθε πολίτη της χώρας αυτής η νέα εποχή, αρκούν για να συνδεθεί η γλωσσολογική καινοτομία στη σχολική γραμματική με κέντρα που επιχειρούν να κτυπήσουν την παράδοση των Ελλήνων – αφού ήδη κτυπούν όλα τα άλλα…

Μέχρι εδώ, καλά. Δεν υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο, μετά τους νεωτερισμούς με τη «διαπολιτισμική» διδασκαλία της Ιστορίας. Αυτό που μου κάνει εντύπωση, όμως, είναι η κινητοποίηση της βιομηχανίας των υπογραφών. Εκατόν σαράντα συνάδελφοι θεώρησαν ότι το θέμα είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να υπάρξει συλλογική τοποθέτηση υπέρ της άποψης ότι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε!

Ας υποθέσουμε ότι η υπερευαισθησία της δασκάλας εξηγείται από την καχυποψία που τρέφεται από ένα αποτυχημένο σύστημα κατάρτισης των εκπαιδευτικών, παρά τις δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ που δαπανήθηκαν για τις διαβόητες «εξομοιώσεις» την περίοδο 1997-2007, από τις οποίες παρήχθη μεν πλούτος, αλλά όχι γνωστικός.

Πώς να ερμηνεύσω, όμως, την υπερευαισθησία των επαγγελματιών γλωσσολόγων; Όσων θεώρησαν ότι κινδυνεύει τόσο άμεσα η επιστημονική γνώση που πρέπει έγκαιρα να υψωθεί φράγμα για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις του σκοταδισμού;

Και έρχεται στο τέλος η ίδια η ομάδα των συγγραφέων της νέας σχολικής Γραμματικής να δώσει πολιτικο-ιδεολογική ταυτότητα στις αντιδραστικές δυνάμεις, εμφανίζοντας τους οπαδούς των απόψεων της δασκάλας ως φορείς «αστικών μύθων».

Πιο ήπια, παιδιά. Ούτε ανακοινώσεις χρειάζονταν, ούτε υπογραφές. Αφήστε τους εκπαιδευτικούς να εκφράσουν τις απόψεις τους για τα σχολικά βιβλία, έστω και αν αυτές είναι λανθασμένες, ειδικά αυτή την εποχή που κάθε διαίρεση μόνο να βλάψει μπορεί. Δεν έχει κανένα νόημα να τους δαιμονοποιούμε ως φορείς «αστικών μύθων». Οι γνώσεις που έχουν μερικοί εκπαιδευτικοί για τη Γραμματική αντανακλούν τη δική μας αδυναμία να τους φέρουμε σε επαφή με τις σύγχρονες μεθόδους αποτύπωσης των γλωσσικών φαινομένων.                                                  

Η σύγχυση της δασκάλας για τα φωνήεντα είναι δικαιολογημένη, γιατί στην προηγούμενη σχολική γραμματική του Τριανταφυλλίδη η λέξη «φωνήεν» δεν παραπέμπει μόνο σε φθόγγους «…που μπορούν να σχηματίσουν μόνοι τους συλλαβές», αλλά ταυτόχρονα και στα γράμματα που παριστάνουν αυτούς τους φθόγγους («φωνήεντα είναι τα γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω»). Ποια είναι η καινοτομία της νέας σχολικής γραμματικής; Ότι με τον όρο «φωνήεν» οι συγγραφείς εννοούν αποκλειστικά τους φθόγγους, συμφωνώντας εν μέρει μόνο με τον Τριανταφυλλίδη.

Το θέμα δεν θα είχε δημιουργηθεί, αν κάπου μέσα στο βοήθημα οι συγγραφείς ξεκαθάριζαν τη θέση τους απέναντι στη σχολική γραμματική Τριανταφυλλίδη, σύμφωνα με την οποία η λέξη «φωνήεν» παραπέμπει τόσο σε συγκεκριμένους φθόγγους, όσο και σε συγκεκριμένα γράμματα που συμβολίζουν φθόγγους. Και θα έπρεπε ανοιχτά να δηλώσουν πού συμφωνούν και πού διαφωνούν με τον Τριανταφυλλίδη. Δεν το έκαναν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ίσως από σεβασμό στον μεγάλο γλωσσολόγο. Ή επειδή το θεώρησαν προφανές.

Αλλά αν θεωρείς κάτι προφανές, δεν βγαίνεις με υπογραφές και ανακοινώσεις να το υποστηρίξεις δημόσια.

Γιατί τι σημαίνει, αλήθεια, η ξύλινη γλώσσα από γλωσσολόγους για τους «αστικούς μύθους»; Δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό ότι η μαρξιστική μόστρα δεν φτουράει στην εποχή μας; Τι τα θέλανε οι συγγραφείς τα επίθετα, τα δανεισμένα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, για να μαρκάρουν ιδεολογικά την τόσο …επικίνδυνη αντίπαλο; Έχουν οι «αστοί» απόψεις και για τα φωνήεντα; Ή μήπως ο θείος Βρασίδας είναι κρυπτομαρξιστής αστός…

*O Θανάσης Γκότοβος είναι καθηγητης Παιδαγωγικής του Πανεπιστημιου Ιωαννίνων.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΗ απίστευτη -αλλά αληθινή- ιστορία που μετέφερε ο Οικονομέας
Επόμενο άρθροΠισίνα και μπάρμπεκιου στις φυλακές – Δυστυχία σου Ελλάς με τα τέκνα που γεννάς…
Ο Θανάσης Γκότοβος γεννήθηκε το 1951 στην Ήπειρο. Σπούδασε στο Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Φιλοσοφική Σχολή) και στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου και υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή (Τμήμα Επιστημών της Αγωγής) με θέμα "Γλώσσα και αλληλεπίδραση των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Δυτικό Βερολίνο". Από το 1981 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και από το 1989 είναι καθηγητής στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής. Στο πεδίο της ειδίκευσής του ανήκουν οι Θεωρίες των εκπαιδευτικών οργανισμών, η Διδακτικής της γλώσσας και της ιστορίας, οι Θεωρίες της κοινωνικοποίησης και η Διαχείριση της ετερότητας στην εκπαίδευση. Έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία και άρθρα σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά.

8 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Αγαπητέ κ. Καθηγητά,
    αν έβγαινε κάποιος σε μια ιστοσελίδα και έλεγε ότι βρήκε έπειτα από δικές του αναλύσεις σοβαρά παθογόνα μικρόβια στο νερό της ΕΥΔΑΠ και επίκειται μαζική δηλητηρίαση των κατοίκων της Αθήνας, τι θα έπρεπε να κάνουν οι γιατροί της χώρας; Να συνεχίσουν τις διακοπές τους παραπονούμενοι για τις μειώσεις των εφημεριών τους ή να ενημερώσουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος υγείας γιατί η ημιμάθεια είναι πιο επικίνδυνη και από την αμάθεια;
    Ναι, σε μια χώρα όπου ο καθένας παίρνει τον λόγο και λέει ό,τι θέλει, όποτε θέλει καλό είνα να υπάρχουν συντονισμένες αντιδράσεις τέτοιου τύπου για να αποκαθίσταται η επιστημονική αλήθεια. Στις μέρες δε που διανύουμε, τέτοια θέματα πολύ εύκολα μπορούν να εκτροχιαστούν και να δημιουργήσουν άκαιρους διχασμούς και συγκρούσεις. Είναι το τελευταίο που χρειαζόμαστε…

  2. Με όλο το σεβασμό στο συντάκτη του άρθρου, επιτρέψτε μου μια μικρή παρατήρηση: ο όρος «αστικός μύθος» είναι (μάλλον παραπλανητική κατ’ εμέ) απόδοση της αγγλικής φράσης «urban legend», η οποία δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική χροιά.

  3. Ο όρος αστικός μύθος στο κείμενο των συγγραφέων έχει τη σημασία που αναφέρει ο Γιάννης Β. Δεν χρειάζεται παραπάνω από μια απλή ανάγνωση του συγκεκριμένου κείμενου για να το καταλάβει κανείς αυτό.
    Η «ερμηνεία» που δίνεται στο άρθρο του κ. Γκότοβου για τους μύθους της «αστικής τάξης!!!!» και όλες οι «ιδεολογικές» προεκτάσεις είναι το λιγότερο αυθαίρετες για να να κατασκευαστεί απ’ το τίποτα ένα υποτίθεται συντριπτικό «επιχείρημα».
    Έλεος!
    Λίγο περισσότερη προσοχή και καλύτερη μελέτη των κειμένων που φιλοδοξούμε να κρίνουμε δεν θα έβλαπτε αν φιλοδοξούμε να απαντούμε επιστημονικά και όχι απλά λαϊκίστικα..

  4. Κύριε Γκοτοβέ, θα μου επιτρέψετε ένα σχόλιο για όλο αυτό το θέμα, που έχει δημιουργηθεί.
    Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι εκπαιδευτικός ούτε γλωσσολόγος, απλή απόφοιτος του πάλε ποτέ εξαταξίου γυμνασίου είμαι, και λάτρης της ελληνικής γλώσσας.
    Θά ήθελα να μου πει κάποιος, σε απλά ελληνικά, ποιός ο λόγος για όλες αυτές τις αλλαγές και τα πειράματα στην διδασκαλία της γλώσσας μας.
    Μήπως μετά την καθιέρωση του μονοτονικού οι νέοι διδάχτηκαν καλύτερα την γλώσσα μας; Η επίσημη στατιστική λέει, ότι ούτε καλύτεροι ορθογράφοι έγιναν, ούτε καλύτεροι χειριστές του λόγου, τουναντίον, απομακρύνθηκαν εντελώς από τους όποιους δεσμούς, έστω και οπτικούς, είχαν με την αρχαία ελληνική, εκτός ίσως από αυτούς, που από μεράκι η λόγω σπουδών ασχολούνται με την αρχαία ελληνική γραμματεία.
    Επίσης, πείτε μου, ποιά η ανάγκη διδασκαλίας περίπλοκων όρων και διαχωρισμών για θέματα αλφαβήτου, σε δεκάχρονα παιδιά; Θα γίνει πιό φιλική η γραμματική για αυτά η μήπως θα δημιουργηθούν περισσότεροι οπαδοί των greekglish;
    Η γλώσσα μας, κε Γκοτοβέ, είναι αυτό που μας δένει με τις ρίζες και τον πολιτισμό μας! Έτσι μας έλεγαν οι δάσκαλοί μας.
    Η υποχρέωση αυτών, που εμείς πληρώνουμε με τους φόρους μας, για να γράφουν σχολικά βιβλία και να διδάσκουν τα παιδιά μας, είναι να σέβονται την αποστολή τους, να σέβονται τον πολιτισμό της χώρας που ζουν, να κάνουν την διδασκαλία πιο φιλική και πιό απλή όχι πιο απλοϊκή, και για όλες τις άλλες ανησυχίες και προβληματισμούς τους, είτε αφορούν σε «συνωστισμούς» είτε σε απλοποίηση φθόγγων, υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι και αίθουσες συνεδρίων να τις παρουσιάσουν σε οποιον ενδιαφέρεται.
    Επιτέλους, στα ελληνικά σχολεία, πρέπει να διδάσκονται και τα ελληνικά του Σεφέρη του Ελύτη, του Παπαδιαμάντη, του Παλαμά και όχι οι ανοησίες κάθε «νεωτεριστή».

  5. Αγαπητέ συνάδελφε,

    Έχω μερικές απορίες σχετικά με το κείμενό σας, αλλά δεν θα ήθελα να σας απασχολήσω ούτε για πολύ χρόνο, ούτε με περίπλοκες αναλύσεις. Για το λόγο αυτό θα σας κάνω μία μόνο ερώτηση: μήπως θα ήταν καλύτερα να έχετε δει τη γραμματική του Τριανταφυλλίδη πριν γράψετε αυτό το κείμενο;

    Σας παραθέτω το απόσπασμα που φαίνεται ότι αγνοείτε – και εσείς και η δασκάλα που -κατά την άποψή- σας παρανόησε: «Φωνήεντα έχομε στη γλώσσα μας πέντε, τ’ ακόλουθα (ο λόγος είναι πάντοτε για φθόγγους και όχι για γράμματα): α, ε, ι, ο, ου» (Τριανταφυλλίδης, 2002, σ.13).

    Φιλικά,

    Μαριάννα Κατσογιάννου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here