Ο Αλέξης της εμφύλιας σύγκρουσης ζητάει συναίνεση;

0
2

Το εγχείρημα της συναίνεσης ήταν αναμενόμενο να μην πετύχει για συγκεκριμένους λόγους. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν ο πρωτεργάτης της στείρας αντιπαράθεσης, πυροδότησε τον διχαστικό λόγο κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών με τη γνωστή ρητορική περί γερμανοτσολιάδων, προσκυνημένων κ.λ.π. Ακόμα και κατά την προεκλογική περίοδο η χρήση της εμφυλιακής φράσης ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν, είναι νωπή. Όσο για τις δηλώσεις των δύο πολιτικών αρχηγών της συγκυβέρνησης μετά το πέρας της σύσκεψης, καλύτερα να μείνουν ασχολίαστες.

Κυρίως, όμως, ο πρωθυπουργός δεν έπεισε ότι επιθυμεί ουσιαστική συναίνεση. Αντιθέτως, ήταν ξεκάθαρο ότι προσπάθησε να φανεί θεσμικός και να μεταθέσει τις ευθύνες, έτσι ώστε να υποστεί τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Η συναίνεση –και αυτό όφειλε να το γνωρίζει- δεν επιτυχγάνεται με ευχολόγια αλλά με συγκεκριμένη ατζέντα και προτάσεις τις οποίες φυσικά και δεν είχε. Το επιχείρημά του περί ισχυρότερης διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να προκαλέσει μέχρι και γέλια, αν η κατάσταση δεν ήταν τραγική. Αν λοιπόν ήθελε πραγματικά συναίνεση, θα έπρεπε να ξεκαθαρίσει με ανδρεία και θάρρος το σχέδιό του για το ασφαλιστικό -και όχι μόνο- τους στόχους του, τις δυνατότητες του, τα όρια του, τα λάθη του, να ζητήσει τις προτάσεις και τη συνδρομή της αντιπολίτευσης για το επόμενο βήμα. Σε αυτή τη περίπτωση θα τους μετέθετε και την ευθύνη. Γιατί συναίνεση αλά καρτ δεν γίνεται. Συναίνεση στον όλεθρο και μόνο με τις κυβερνητικές προτάσεις στο τραπέζι, δεν έχει λογική.

Ο πρωθυπουργός, όμως, προτίμησε να επιλέξει και πάλι μια φθηνή δημαγωγία τακτικισμών και βγήκε, ουσιαστικά, να μας πει ότι έκανε το χρέος του. Η ίδια αντιπολίτευση ήταν αυτή που του έδωσε τον Άυγουστο του 2015 και χωρίς ανταλάγματα τη συναίνεση, του πρεσέφερε στήριξη σε ένα μνημόνιο που ο ίδιος έφερε, ενώ την ίδια στιγμή οδηγούσε τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, αν και διαβεβαίωνε τους πάντες ότι δεν θα το κάνει.

Η Ελλάδα, δυστυχώς, βρίσκεται εδώ που βρίσκεται και μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία η κυβέρνηση έδειξε ότι αυτά μπορεί. Τώρα είναι στο χέρι της αντιπολίτευσης να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και να πιέσει για αλλαγή πλεύσης, πριν το κάνει η κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια, ούτε είναι πολιτική θέση το «περιμένουμε την πτώση του Τσίπρα για να σώσουμε την Ελλάδα».

Η Ελλάδα πρέπει να σωθεί τώρα. Σύσσωμη η αντιπολίτευση οφείλει να θέσει τους κανόνες και τις προτάσεις της -αν έχει- και να ζητήσει μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με τεχνοκράτες, που δε θα σκέφτονται το πολιτικό κόστος και με πρωθυπουργό πρόσωπο ευρείας αποδοχής από το πολιτικό προσωπικό. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Σε μια εποχή κρίσιμη και καθοριστική για το παγκόσμιο γίγνεσθαι το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν μπορεί να ομφαλοσκοπεί και να περιορίζεται στη διαχείριση της εξουσίας με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Το ζητούμενο -και σαφώς δυσκολότερο- είναι η άσκηση πολιτικής.
Τώρα, λοιπόν, είναι η ώρα των πρωτοβουλιών και της ουσιαστικής συναίνεσης για όσους μπορούν. Οι υπόλοιποι καλά θα κάνουν να αφήσουν τη σωτηρία της Ελλάδας σε άλλα χέρια.

effiemavropoulou@hotmail.com

Προηγούμενο άρθροΣυντονιστική επιτροπή για την αναδιάρθρωση του χρέους
Επόμενο άρθροΝεφώσεις και μικρή άνοδος της θερμοκρασίας
Έφη Μαυροπούλου
Η Έφη Χ. Μαυροπούλου γεννήθηκε στην Κατερίνη και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική στο Δ.Π.Θ. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και στην Επικοινωνία σε Πανεπιστήμια της Ελλάδος και της Αγγλίας. Για χρόνια εργάστηκε στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Παράλληλα αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο και διατηρεί με μια ομάδα φίλων που αγαπούν τις τέχνες το ηλεκτρονικό περιοδικό critique.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ