«Ο Γενικός Γραμματεύς» του Καπετανάκη σα να γράφτηκε σήμερα

Γράφει: Λία Λάππα

 

 
«Ο γενικός γραμματεύς» είναι ένα έργο που σύστησε τον Ηλία Καπετανάκη στους κωμωδιογράφους, ενώ σημείωσε τεράστια λαϊκή επιτυχία την εποχή που παρουσιάστηκε.  Το έργο αναφέρεται σε μια εποχή από την οποία μας χωρίζουν 123 χρόνια. Εποχή όπου η αστική τάξη δυνάμωνε, εξέφραζε πολιτική βούληση και μέρος αυτής έμπαινε στον δημόσιο τομέα χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια. Επίσης ο υπερδανεισμός από τις προστάτιδες και η φθίνουσα πορεία της οικονομίας με την υπερφορολόγηση σε συνδυασμό με τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία οδήγησαν τον πρωθυπουργό της χώρας Χαρίλαο Τρικούπη να πει το περίφημο και περίλυπο «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
Ολόκληρη αυτή η εποχή καταγράφεται στην κωμωδία του Ηλία Καπετανάκη με κεντρικό ήρωα τον επαρχιώτη Λάμπρο και την  σύζυγό του Πηνελόπη, δασκάλα στο επάγγελμα. Αυτή η κρίση που ήταν ηθική στη βάση της δεν άφησε ανεπηρέαστους τους λόγιους της εποχής -λογοτεχνία αλλά και  θέατρο έδωσαν αριστουργήματα στην ελληνική γραμματεία.
 
 Τα τελευταία είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα αποτελούν μια ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη περίοδο για τη νεότερη ελληνική ιστορία. Σε αυτά τα χρόνια πραγματοποιούνται μεγάλες και πολλές κοινωνικές αλλαγές, καθοριστικά ιστορικά γεγονότα και έντονες ιδεολογικές ζυμώσεις  που δίνουν τη δυνατότητα στην Ελλάδα να περάσει στο στάδιο της ανάπτυξης και να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο κράτος. με αρκετά θετικά αλλά και με τρομερές ελλείψεις σε βασικές κοινωνικές δομές.
Τη εποχή αυτή έχουμε μεταπήδηση από τη βιοτεχνία στη βιομηχανία, με άμεσο αποτέλεσμα την συσσώρευση πληθυσμού στα αστικά κέντρα και την εμφάνιση της εργατικής τάξης. Η κοινωνική διαστρωμάτωση αλλάζει μορφή και παίρνει ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Στην παλέτα των αλλαγών εντάσσονται και οι ιδεολογικές, ενώ κάνουν την εμφάνισή τους έννοιες όπως μεγαλοϊδεατισμός, λαϊκισμός και δημοτικισμός. Η έννοια του μεγαλοϊδεατισμού  σκέπασε με ιδεολογικό μανδύα την εθνικήν ολοκλήρωση και την οικονομική ανάπτυξη της αστικής τάξης. Οι λόγιοι της εποχής όπως ο Παπαρηγόπουλος  έδωσαν  στην έκφραση  της αστικής ιδεολογίας λαϊκό χαρακτήρα  και έτσι ο λαός φανταζόταν μεγάλα ανεκπλήρωτα πράγματα  και, φυσικά, ήταν ο μόνος που πλήρωνε το κόστος της φαντασίας του. Μια φαντασία που τρεφόταν από τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό, πολιτικά εργαλεία κυβερνήσεων που οδηγούν τον λαό και τη χώρα στην καταστροφή.
Η άνοδος της αστικής τάξης υπέβαλε και  την «ανακάλυψη» της ταυτότητάς της,  με αποτέλεσμα ο λαός να γίνει το σημείο αναφοράς του πρόσφατου παρελθόντος για να καταντήσει  ουσιαστικά, όπλο και υποχείριο στα χέρια της.
Η γλώσσα ήταν, επίσης, ένα άλλο μεγάλο σημείο αναφοράς και ο δημοτικισμός  έδωσε στην αστική τάξη τη δυνατότητα αλλαγής και σε αυτόν τον τομέα και της έκφρασης των κοινωνικών στρωμάτων. Εκφραστής και φορέας του δημοτικισμού είναι οι λογοτέχνες της γενιάς του ογδόντα. Κύριοι εκπρόσωποι της γενιάς είναι ο Κ. Παλαμάς,  ο Γ. Δροσίνης, ο Γ. Βιζυηνός, οι οποίοι απαρνούνται τον  ρομαντισμό και τον αρχαϊσμό και αρχίζουν να γράφουν σε νέα έντυπα όπως «Εστία», «Ο Ραμπαγάς» και «Μη χάνεσαι».  
Σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή του Ν. Πολίτη, ο οποίος είχε καθιερώσει και διαγωνισμό με ηθογραφικό χαρακτήρα επωάζοντας την ηθογραφία και καθιερώνοντας τη δημοτική.
Η γερμανική φιλοσοφία μέσω του Νίτσε και του ‘Ιψεν επηρεάζουν δραματικά την ελληνική  διανόηση τροφοδοτώντας νέες μορφές λογοτεχνίας.
Μετά την απελευθέρωση το 1836 από τον Οθωμανικό ζυγό, οι προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία Ρωσία Γαλλία) επέβαλαν  τη στέψη του ‘Οθωνα -γιου του Βασιλιά της Βαυαρίας  Λουδοβίκου Α’. Για το γόητρο της βασιλικής αυλής θα έπρεπε να υπάρχει μόνιμο θεατρικό κτήριο, μέχρι  όμως αυτό να επιτευχθεί, οι παραστάσεις με τη βοήθεια και προτροπή της βασίλισσας Αμαλίας ξεκίνησαν να ανεβαίνουν, γεγονός που σηματοδότησε την απαρχή του ερασιτεχνικού αυλικού θεάτρου.
Η ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα είναι, κυρίως, πολιτική και στηρίζεται στους μηχανισμούς της κωμωδίας ίντριγκας με παρεξηγήσεις, μπερδέματα ταυτότητας, επιστολές που ξαφνικά τα ανατρέπουν όλα και ιδιόρρυθμα αφεντικά που έχουν τις ρίζες του θεατρικά στον διδακτισμό της μολιερικής κωμωδίας και την ηθικολογία του Γκολντόνι.
Ο μανιάτης και νομικός Ηλίας Καπετανάκης ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και την αρθρογραφία, το 1890 εργάστηκε ως υπουργικός γραμματέας  και η επαφή του με τη δημόσια διοίκηση με τα τραγελαφικά περιστατικά της, του ήταν πολύ οικεία. Με την τρίπρακτη κωμωδία «Ο γενικός γραμματεύς», συστήθηκε ως κωμωδιογράφος και σημείωσε τεράστια επιτυχία.
«Ο γενικός γραμματεύς» ασκεί δριμεία κριτική στην πολιτική εξουσία, η οποία στην άγραν των ψήφων τάζει και μετά διορίζει κομματικούς κολαούζους που δεν έχουν τα προσόντα ούτε την ικανότητα να στελεχώσουν υπεύθυνες θέσεις στη δημόσια διοίκηση.  Ο κομματάρχης Λάμπρος Θέμελης στηρίζει πολιτικά τον Κλέωνα και ο τελευταίος, του υπόσχεται θέση  στο Δημοσίου υπαλλήλου, στην Αθήνα.
Όταν το συζητά με τη γυναίκα του στην πρώτη πράξη του έργου, αμέσως συναντούμε τον ‘Ελληνα που δεν τον ενδιαφέρει η εκπαίδευση και ο εξευγενισμός της ψυχής του αλλά η ένταξή του στο σύστημα που θα τον πληρώνει, ενώ αυτός δεν το αξίζει. Το έτερον ήμισυ του Λάμπρου Θέμελη είναι δασκάλα, μάλλον όμως για τους τίτλους και την γραμματική διδασκαλία, καθώς  θα έπρεπε στο άκουσμα της ανάληψης της δημόσιας θέσης από τον άνδρα της, να αντιδράσει και να εκφράσει τη διαφωνία της. Αντιθέτως αυτό που κάνει, είναι να τον νουθετεί για να «καταλάβει» θέση που να μην γίνεται αντιληπτή η ανεπάρκειά του.
Υποτίθεται ότι οι δάσκαλοι της εποχής ήταν πνευματικοί ταγοί του τόπου και οδηγούσαν τους μαθητές στα σωστά μονοπάτια σκέψης  με παραμέτρους  το ηθικό και το δίκαιο, αλλά τέτοιοι δάσκαλοι και τέτοιοι πολιτικοί υπήρχαν και θα υπάρχουν στο διηνεκές, είναι αυτοί που βαφτίζουν το νόμιμο, ηθικό.
Και αφού νόμιμα κατέλαβε ο Λάμπρος Θέμελης τη θέση του Γενικού Γραμματέως, όλη η οικογένεια κατέβηκε στην Αθήνα και στα μεγάλα σαλόνια της πρωτεύουσας. Αλλάζοντας τόπο θέλησαν να αλλάξουν και τρόπο ζωής.  Μεγαλομανείς, αυτός και η γυναίκα του, θέλουν όλα τα του «φαίνεσθαι» να δηλώνουν ότι είναι ενταγμένοι στην αστική τάξη.
Καταρχάς προσπαθούν να αποκτήσουν με κωμικό τρόπο αυτό που αποκαλούμε σήμερα «γαλλικά και πιάνο» την εκλεπτυσμένη παιδεία και εκείνοι πάλι μένουν στο «φαίνεσθαι» και  αυτό που καταφέρνουν είναι να ραφτούν και μαϊμουδίσουν  λέξεις όπως μαμά και μπαμπά αντί  αυτές που χρησιμοποιούσαν όπως μητέρα, μάνα και πατέρας.[Α9 52]
Επίσης ντύνουν το υπηρετικό προσωπικό με δυτικά ρούχα, του αλλάζουν ονόματα,  το κακοποιούν και του υπαγορεύουν την συμπεριφορά του. Β12 96
Η δημοσιογραφική ματιά του Καπετανάκη έδωσε στην Πηνελόπη την ιδιότητα της δασκάλας  που. όμως. λειτουργεί τελείως αντίθετα με της αξίες της ελληνικής φιλοσοφίας και παιδείας.
Η δασκάλα του «φαίνεσθαι» χτυπά τους  υπηρέτες της για να μάθουν το καινούργιο μάθημα, και φυσικά  δεν την ενοχλεί να δίνει πάρα πολλά χρήματα για να αγοράσει  καλοσύνη από τους καλεσμένους του χορού της.[ Β 8,89]
Η αγωνία να μοιάσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι τους κάνει κενούς στα μάτια μας αλλά ουσιαστικά είναι μια στηλίτευση των ανθρώπων που όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να ανέλθουν κοινωνικά «πιάστηκαν» από τους τίτλους και δεν είδαν την ουσία. Η μετακίνηση πληθυσμών από την επαρχία στην Αθήνα και η προσπάθεια για να αλλάξουν τη μοίρα τους «ανακάτεψε» την τράπουλα της μέχρι τότε κοινωνίας. Επαρχιώτες που οργάνωναν τα «μπαλκόνια» και τις συγκεντρώσεις των κυρίων «θα σας εξαφανίσωμεν» της πολιτικής, κατέλαβαν δημόσιες θέσεις σπαταλώντας δημόσιο χρήμα χωρίς τύψεις και παίρνοντας τη δουλειά από άξιους ανθρώπους που όμως δεν είχαν μπάρμπα στην Κορώνη.
Η επαρχιώτικη αναρρίχηση συναντά την αστική υποκρισία και εκεί κάπου τα πράγματα φαίνονται πιο ξεκάθαρα καθώς όλοι μεταξύ τους φορώντας το κουστούμι του δυτικού προσπαθούν να επικοινωνήσουν.
Φωτεινή εξαίρεση με αντίληψη της πραγματικότητας είναι ο ρόλος του Στρατήγη. Στη συζήτηση με τον κεντρικό ήρωα ο αυθεντικός και αγνός  επαρχιώτης που δεν ντρέπεται  για την καταγωγή του θα του πει: «Ο καλός ο πατριώτης κυρ Λάμπρο μου υποστηρίζει εκείνους που αγαπούν  και πονούν τον τόπο τους και όχι τους δημοσκόπους  και τυχοδιώκτες».[Α17,68] Μίχος  και Στρατήγης θα «σώσουν» στο τέλος το ζευγάρι και θα αναγνωριστεί η ευγένεια του χαρακτήρα τους και η αλληλεγγύη τους.
Η απλή πλοκή του έργου μας αφήνει να αναλύσουμε περισσότερο τους χαρακτήρες  και τη θέση τους στην κοινωνία, στο συγκεκριμένο πλαίσιο  στο οποίο  παρουσιάζονται.
Το έργο πρωτοανέβηκε  τον Αύγουστο του 1893 και είναι  ένα νατουραλιστικό, ηθογραφικό έργο, υψηλών προδιαγραφών. Μέσα του  συναντούμε τη ιεραρχία της οικογένειας αλλά και της κοινωνίας. Στη κορυφή της πυραμίδας βρίσκεται ο άνδρας Παρόλο που η σύζυγος είναι δασκάλα, μορφωμένη, ο φίλος του άνδρα της θα της πει: «Κυρά μου να με συμπαθάς, του λόγου σου είσαι γυναίκα, άφησ’ εμάς τους άνδρες να μιλήσουμε» [Α18,72]
Η ύπαρξη του Ζωρζ ως δανδή- προικοθήρα, που εξαπατά κόρη και θεία, δείχνει την διάβρωση των ηθών και την αναγωγή του πλούτου ως σκοπό και όχι ως μέσο διαβίωσης.
 
Ήδη από το 1874 με το «Τις πταίει;» ο Χαρίλαος Τρικούπης, είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, για την πελατειακή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα και τον ρόλο των βουλευτών στην ύπαιθρο, που ως απόγονοι ιστορικών οικογενειών προκρίτων ή ως μεγαλογαιοκτήμονες, είχαν καταστήσει τους εαυτούς τους, πάτρονες. Με ρουσφέτια και διορισμούς στο Δημόσιο για τους ψηφοφόρους τους, είχαν καταφέρει να διογκώσουν, κατά τον Τρικούπη, τον δημόσιο τομέα αλλά και να δημιουργήσουν μια πολιτική ελίτ.
Ο διορισμός του κομματικού στελέχους Λάμπρου Θέμελη μετά από τη στήριξη στον έξυπνο Κλέωνα, είναι ουσιαστικά η περιγραφή με κωμικό τρόπο και στην υπερβολή της, ακριβώς της τότε κοινωνικής κατάστασης. Πόσο διαφέρει όμως αυτή η πραγματικότητα από τη σημερινή;
142 χρόνια μετά και η Ελλάδα αντιμετωπίζει ακριβώς την ίδια κοινωνική , οικονομική και πολιτική κατάσταση.  Ο λαϊκισμός από την εποχή του Τρικούπη μέχρι σήμερα «χαϊδεύει» τα αυτιά του ελληνικού λαού και βαφτίζει σωτήρα οποιονδήποτε πολιτικό που έχει το θράσος να πει ψέματα και ανακρίβειες. Ο αξέχαστος Μάνος Χατζιδάκης είχε πει: «δυο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός»  
Από το «λεφτά υπάρχουν» πήγαμε στο «θα καταργήσω τα μνημόνια με ένα άρθρο σε μια μέρα». Η πελατειακή σχέση που συνεχίζουν να έχουν οι πολιτικοί με τους πολίτες δημιούργησαν έναν τεράστιο κρατικό οργανισμό που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στη σύγχρονη εποχή ενώ δεν είναι ανταποδοτικός όσον αφορά στις υπηρεσίες που παρέχει στον πολίτη. Ακόμη υπάρχουν οικογενειοκρατίες και  κομματικοί σχηματισμοί  που ορίζουν το πολιτικό σκηνικό του τόπου και εμπιστεύονται θέσεις κλειδιά σε ανθρώπους του κόμματος  χωρίς να υπάρχει αξιοκρατία. 
Είναι πρόσφατο το  κακό παράδειγμα διοίκησης, όπου χωρίς να εξεταστεί το έργο των διοικητών των νοσοκομείων, πήγαιναν μέλη του υπουργείου Υγείας και καθαιρούσαν τους  διοικούντες για να τοποθετήσουν τους δικούς τους. Μάλιστα σε μια περίπτωση, ο διοικητής ήταν στην Αμερική στην προσπάθειά του να μαζέψει  χρήματα από ομογενείς για το νοσοκομείο ενώ έμαθε  για την παύση του από το τηλέφωνο. 
Η σύναψη  ασύμφορων δανειακών συμβάσεων και η αποπληρωμή τους έχουν οδηγήσει στην υπερφορολόγηση εξαθλιώνοντας  τόσο τον αγροτικό όσο και τον αστικό πληθυσμό της χώρας. Το χαράτσι του ‘Ενφια  και η προκαταβολή ολόκληρου του φόρου προστιθέμενης αξίας της επόμενης χρονιάς, υπάρχει δεν υπάρχει επιχείρηση,  είναι  φόροι που  αγγίζουν όλους τους Έλληνες,  οι οποίοι βάζουν βαθιά το χέρι στη τσέπη για να καλύψουν μαύρες τρύπες της οικονομίας χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Η μη προοπτική της ανάπτυξης  και το άστατο φορολογικό καθεστώς οδηγούν χιλιάδες επιχειρήσεις εκτός Ελλάδος , ενώ οι «προστάτιδες δυνάμεις» Ε.Ε και Δ.Ν.Τ  συνεχίζουν να δίνουν δάνεια από τα οποία ένα πολύ μικρό μέρος φτάνει στην πραγματική οικονομία.
Το λεγόμενο brain loss συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό και λαμπρά μυαλά της χώρας μας μεταναστεύουν στο εξωτερικό σε αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης.
Ο ήρωας του Ηλία Καπετανάκη, ο Λάμπρος Θέμελης, εκπροσωπεί τον κακό εαυτό του Έλληνα που θέλει να απολαύσει χωρίς να το αξίζει, που θέλει να δείχνει  μεγάλος σε  έναν μικρόκοσμο  υποκριτικού αστισμού. Τον Έλληνα που μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να έχει διαβάσει τίποτα για αυτήν αλλά γιατί ένοιωθε με αυτόν τον τρόπο μεγάλος και ευρωπαίος, τον Έλληνα που ψώνιζε από γαλλικούς οίκους και αγόραζε γερμανικά αυτοκίνητα  χωρίς να υπολογίζει την πορεία της οικονομίας . Η  δασκάλα  γυναίκα του, Πηνελόπη  είναι ήδη ενταγμένη στη δημόσια διοίκηση και ξέρει πώς να καλύψει την ανεπάρκεια του συζύγου της:
Λάμπρος: Και δεν έχω προσόντα, ούτε για κλητήρας!
Πηνελόπη: Α! λαμπρά ιδέα.
 Λάμπρος: Για πες
Πηνελόπη: Αφού δεν έχεις προσόντα τμηματάρχου, να γίνεις γενικός γραμματεύς!
Ίσως η Πηνελόπη να εκφράζει σημειολογικά αυτό που ονομάζουμε δημόσια διοίκηση και νεφελώδη γραφειοκρατία στην Ελλάδα, όπου υπάλληλοι με τίτλους κάνουν αυτό που θα έκανε και ο Λάμπρος: «Τι έχουμε σήμερα… Βάνεις τα γυαλιά. Έρχεται ο ένας, ο άλλος, κερνάς κανάν καφέ, στρίβεις ένα τσιγάρο, άλλο τσιγάρο, λες τίποτα παληές ιστορίες, διαβάζεις καμιά εφημερίδα, τους βάζεις καμιά υπογραφή, αποπέρνεις τίποτα γραμματικούδια, έρχεται μεσημέρι, πας στη δουλειά σου»[Α17,71]
 Στο έργο η μεγαλομανία  του επαρχιακού ζευγαριού για χορούς και δεξιώσεις αλλά και οι ευκολίες που παρέχουν εν κρυπτώ, καταστρέφουν το σπιτικό τους. Ένα σπιτικό που θυμίζει την Ελλάδα, μια χώρα  που διοργάνωσε Ολυμπιακούς αγώνες  για να φανεί σε όλο τον πλανήτη και στο τέλος η μαύρη τρύπα από τις σπατάλες με έλεγχο της Τρόικα, ανήλθε στα 13 δισεκατομμύρια!  
Είναι απίστευτο, πως ένα έργο γραμμένο την τελευταία δεκαετία του 1800, μπορεί κάλλιστα να θεαθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το 2016. «Ο γενικός γραμματέας» του Ηλία Καπετανάκη είναι σαν γράφτηκε σήμερα για την τωρινή κοινωνικοπολιτική κατάσταση, μιας και λίγα πράγματα έχουν αλλάξει όσον αφορά τον τρόπο που σκέφτονται πολλοί ‘Ελληνες. Η εντύπωση πως οι δημαγωγοί πολιτικοί μπορούν να γίνουν σωτήρες του λαού, καταρρίπτεται αμέσως μετά τις εκλογές ή με τους πολλούς και αδικαιολόγητους πρόσθετους φόρους. Η κακή ατομικότητα του βολέματος υπάρχει και σήμερα στον ύψιστο βαθμό αλλά όποιος ακολουθεί αυτό τον δρόμο, όταν χάσει τις θέσεις και τα αξιώματα χάνει και τα πάντα γύρω του. Η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης κρίσης ηθών.
Η κρίση, όμως, σύμφωνα με τους ειδικούς αγαπά την τέχνη και εν μέρει σώζεται από αυτή. Είναι η διέξοδος απλών και λόγιων  από τα πεζά προβλήματα, είναι η μετατόπιση της οπτικής όπου η ύλη έρχεται σε δεύτερη μοίρα και οι «μεγάλοι» γίνονται «μικροί» και έτσι μικραίνουν κάπως και τα προβλήματα. Η γενιά  του ΄80, η ενθάρρυνση του παλατιού για την ύπαρξη θεάτρου έστω και ερασιτεχνικού και η ενασχόληση με την ελληνική γραμματεία έδωσαν λαμπρά δείγματα στην ελληνική ανθολογία. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα, στην Αθήνα λειτουργούν 130 θεατρικές σκηνές και χώροι τέχνης.  Ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα λαϊκής διασκέδασης στην καρδιά της πόλης μετατράπηκε σε θέατρο διεθνών προδιαγραφών (Πάνθεον)με παραστάσεις που γράφουν ιστορία.
Η Ελλάδα μέσα από τους αλλεπάλληλους ομόκεντρους κύκλους δεν μαθαίνει εύκολα, τι την καταστρέφει και δεν την αφήνει να προχωρήσει ευτυχώς όμως που υπάρχουν τα γράμματα και οι τέχνες που αφήνουν το στίγμα τους.
Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code