Ο κοινωνικός αποκλεισμός στη μετανεωτερικότητα

1
4

Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει την ανθρωπότητα σε όλες τις μορφές της οικονομίας. Η έλευση των πνευματικών αρχών του Διαφωτισμού στο πλαίσιο της Νεωτερικότητας τον 18ο αιώνα, προέταξαν την ισότητα, την ελυθερία, την αδελφότητα και τον ορθό λόγο, ως βασικές αρχές για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπων. Αυτή η εργασία θα προσεγγίσει το ζήτημα της ανισότητας και του αποκλεισμού στη μετανεωτερική κοινωνία, με αφετηρία τις θέσεις του Ζίγκμουντ Μπάουμαν.

Αρχικά θα παρουσιαστούν διαφορετικές κοινωνιολογικές απόψεις σε σχέση με το ζήτημα της διατήρησης των προταγμάτων του Διαφωτισμού ή όχι στις μέρες μας. Θα αναφερθούν οι απόψεις των Λιοτάρ, Χάμπερμας, του κλασικού Μαρξισμού και του Μπάουμαν. Με βάση την ιδιότυπη θέση του τελευταίου σε αυτό το ζήτημα, θα αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγεται η ανισότητα και ο αποκλεισμός στη σύγχρονη κοινωνία. Η εργασία θα κλείσει με τα συμπεράσματα για τον αποκλεισμό και τη φτώχια σήμερα, αλλά και την τύχη των προταγμάτων της Νεωτερικότητας στις μέρες μας.

Διαφορετικές προσεγγίσεις για τη σχέση Νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας

Η Νεωτερικότητα συνιστά μια μακρά χρονική περίοδο που φαίνεται να ξεκινά στα τέλη του 17ου αιώνα και διαρκεί ως τις αρχές του 20ου, ενώ νεωτερικά στοιχεία εντοπίζονται είδη από τον 16ο αιώνα. Ο Διαφωτισμός εμφανίζεται τον 18ο αιώνα για να σχηματοποιήσει πνευματικά αυτή τη περίοδο, η οποία σηματοδότησε την κομβική αποκαθήλωση της πνευματικής κυριαρχίας της θρησκείας και της μεταφυσικής, για την ερμηνεία του κόσμου και των φαινομένων, αλλά και έναν πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό μετασχηματισμό. Στη θέση της θρησκείας τοποθετείται ο ορθός λόγος, ο οποίος καθιστά το άτομο υπεύθυνο για την ανασυγκρότηση και τη λειτουργία του κόσμου, και έλλογο υποκείμενο εντός της αγοράς.

Ο φεουδαλισμός δίνει τη θέση του στη βιομηχανική παραγωγή και την καπιταλιστική ανάπτυξη, και η Γαλλική επανάσταση (1789) νοηματοδοτεί ιδεολογικά τη μετάβαση από την ολιγαρχία στον αστικό κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Ο ορθός λόγος που εδραζόταν στα προτάγματα του Διαφωτισμού, εκφράζεται από το κράτος και ήταν ικανός να λειτουργήσει ενοποιητικά, με σκοπό την καλύτερη κοινωνία. Η πίστη αυτή στο λόγο ως εγγύηση της καλής λειτουργίας της κοινωνίας, άρχισε να κλονίζεται από τους πολέμους, αλλά και από την στρεβλή λειτουργία της αγοράς, στο πλαίσιο του παγκόσμιου εμπορίου.

Υπό αυτές τις συνθήκες στα τέλη της δεκαετίας του 1950 αρχίζει μια περιόδος αμφισβήτησης του κυρίαρχου λόγου, ενώ ξεκινά μια νέα τεχνολογική ανάπτυξη, με τους ηλεκτρινικούς υπολογιστές και την πληροφορική. Η τεχνολογική εξέλιξη επηρέασε καθοριστικά όλους του τομείς της κοινωνικής ζωής, την οικονομία, την επιστήμη, την πολιτική, την επικοινωνία και άνοιξε την πόρτα της αποδόμησης των νεωτερικών θεμελιακών αρχών. Αυτές οι αλλαγές συναποτέλεσαν τη μετανεωτερικότητα και την αφετηρία μιας ανοιχτής μέχρι σήμερα συζήτησης μεταξύ των κοινωνικών επιστημόνων και στοχαστών, με κεντρικό ζήτημα τη ρήξη, ή την σύνδεσή της με τη Νεωτερικότητα.

Ο Ζαν Φρανσουά Λιοτάρ (1924-1998) υποστηρίζει την αποσύνδεση της μετανεωτερικότητας από την Νεωτερικότητα. Διατυπώνει τη θέση ότι ο Διαφωτισμός είναι μια αφήγηση, ένας μύθος που απέχει απο την καθαρή επιστημονική γνώση, διότι δεν μπορεί να ορίσει τι είναι πραγματική πρόοδος, επιστημονική ανάπτυξη, ανθρώπινη ή πνευματική χειραφέτηση. Ο ολιστικός και καθολικός τρόπος επιστημονικής και φιλοσοφικής προσέγγισης, δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα πράγματα με στόχο την αλήθεια, διότι σήμερα υπάρχει μεγάλος αριθμός λόγων και κινήσεων που δυσπιστούν στις ολιστικές αφηγήσεις και μετα-αφηγήσεις της Νεωτερικότητας. Με αυτή την έννοια, δεν υπάρχει σήμερα ένας κυρίαρχος ορθός λόγος, αλλά πολλά τοπικά γλωσσικά παίγνια.

Ο Λιοτάρ επισημαίνει επίσης ότι η γνώση άρχισε να μετασχηματίζεται απο τον μετα-μοντερνισμό, ο οποιός εμφανίζεται στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα, για να εκφράσει τις αλλαγές στην επιστήμη, τη λογοτεχνία και την τέχνη. Ο μεταμοντερνισμός άσκησε κριτική στις αφηγήσεις της επιστήμης, οι οποίες στερούνται επιστημονικής νομιμοποίησης, και οι περισσότερες από αυτές καταλήγουν να γίνονται μύθοι. Στο σημείο αυτό αναφέρει ότι, δεν μπορεί να εντοπιστεί το σημείο νομιμοποίησης των μετα-αφηγήσεων και συνάγει το συμπέρασμα ότι, ο Διαφωτισμός είναι μια μετα-αφήγηση των επιστημονικών λογικών κανόνων της εποχής του.

Επιπλέον η γνώση επηρεάστηκε καθοριστικά και θα επηρεάζεται, από την τεχνολογική έκρηξη της πληροφορικής στα τέλη της δεκαετίας του 1950, που σήμανε την είσοδο στη μεταβιομηχανική εποχή και το μεταμοντέρνο πολιτισμό. Αυτό διότι εντάχθηκε στην πληροφορική, έγινε και ίδια πληροφορία και εμπόρευμα στο πλαίσιο της παραγωγικής διαδικασίας, όπως επίσης και μέρος της εξουσίας. Η γνώση πλέον δεν εκπορεύεται από κάποια ακλόνητη αφετηρία, ή κάποιον εξιδικευμένο ειδικό, αλλά γίνεται προϊόν για παραγωγή και κατανάλωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Λιοτάρ αναφέρει ότι η Νεωτερικότητα είναι μια μετα-αφήγηση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συνδεθεί με τη μετανεωτερικότητα

Η προσέγγιση του Γιούρκγεν Χάμπερμας βρίσκεται στον αντίποδα από αυτή του Λιοτάρ. Μολονότι δεν αρνείται την ύπαρξη πολλών γλωσσικών παιγνίων στο σύγχρονο κόσμο, αναφέρει ότι πρέπει να ορίζονται οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρούν, για να γνωρίζουμε τις συνέπειες των συγκρούσεών τους. Αναγνωρίζει τις ελλείψεις του Διαφωτισμού, την καθολικότητα, την αγνή πρόθεση και τη σχολαστική επιστημονικότητα, υποστηρίζει όμως ότι τα προτάγματά του έχουν ακόμα μακρά πορεία. Αυτό διότι αρχικά ο διαφωτισμός σηματοδότησε την πρόοδο, σε σχέση με την προ-νεωτερική περίοδο (θρησκεία-μεταφυσική), αλλά και γιατί μια ορισμένη καθολικότητα και αντικειμενικότητα της γνώσης μπορεί να οδηγήσει σε δίκαιους θεσμούς, ακόμα και στην ευτυχία του ανθρώπου.

Για τον Γερμανό κοινωνιολόγο και στοχαστή το πρόταγμα της Νεωτερικότητας, έτσι όπως διαμορφώθηκε από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού το 18ο αιώνα, αποσκοπούσε στη ορθολογική οργάνωση της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Τα εργαλεία της ορθολογικής οργάνωσης ήταν, η ανάπτυξη της αντικειμενικής επιστήμης, της οικουμενικής ηθικής, του δικαίου και της αυτόνομης τέχνης. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνει τη διατήρηση των προταγμάτων της Νεωτερικότητας, και τη διδαχή από τα λάθη της. Η εξ ολοκλήρου απόρριψη της Νεωτερικότητας και κάθε ολιστικής προσέγγισης που ενισχύει την κοινωνική ηθική, έστω και θεωριτικά, ανοίγει τον δρόμο στο συντηρητισμό.

Ο Χάμπερμας ασκεί κριτική στις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις και σε αυτό το πλαίσιο εντοπίζει τις αδυναμίες τους. Η μεταμοντέρνα ριζοσπαστική κριτική του λόγου, καταλήγει να είναι ανερμάτιστη, χωρίς θεμελίωση και δεν μπορεί να σχηματοποιηθεί ως πρόταση. Είναι μόνο μια κριτική, που δεν υπολογίζει το κόστος της απόρριψης των αξιών της Νεωτερικότητας, ενώ ακυρώνει κάθε άλλη ερμηνεία, γεγονός που μπορεί να έχει καταστρεπτικές συνέπειες. Οι μεταμονερνιστές φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται ότι, η κριτική στο λόγο είναι προϊόν της Νεωτερικότητας την οποία απορρίπτουν, αλλά και το γεγονός ότι, η πληθώρα των λόγων ακυρώνει τους σύγχρονους τρόπους ζωής που θα μπορούσαν να θεμελιωθούν. Επιλέον, δεν απαντούν στο σημαντικό ζήτημα των κοινωνικών συγκρούσεων. Για τον Χάμπερμας απότοκο του μεταμοντερνισμού, είναι ο περιορισμός των αντιθέσεων, των αντιστάσεων και της κριτικής που συνθέτουν ένα κόσμο χλωμό, ισοπεδωμένο, υπολογισμένο και κατευθυνόμενο από την εξουσία

Κλασικός μαρξισμός

Ο κλασικός μαρξισμός βρίσκεται επίσης στον αντίποδα του μεταμοντερνισμού και της μετανεωτερικής κοινωνίας, ενώ συνδέεται άμεσα με το Διαφωτισμό. Η ιστορική υλιστική προσέγγιση χρειάζεται την αντικειμενικότητα και την ορθολογική επιστημονικότητα, για να οικοδομήσει μια ιδεολογία αληθή και ικανή να οδηγήσει στην πνευματική χειραφέτηση. Επιπλέον η ιστορική εξέλιξη που εδράζεται στην ταξική πάλη, είναι συνεκτική και εξηγήσιμη έννοια και ως εκ τούτου προσιδιάζει στις αρχές του Διαφωτισμού. Η προσπάθεια επιστημονικής θεμελιώσης και αντικειμενικότητας, των μαρξιστικών ιδεών αποδομείται από το μεταμοντερνισμό, τις οποίες εντάσσει στις μετα-αφηγήσεις. Η απαλευθέρωση των ανθρώπων από την καταπίεση και την άγνοια, όπως επίσης η χειραφέτηση και η πρόοδος μέσα απο την ταξική πάλη, για τον μεταμοντερνισμό δεν είναι τίποτα άλλο από ένας μύθος. Αντίθετα για τους υποστηρικτές της μαρξιστικής ιδεολογίας, ο μεταμοντερνισμός οδηγεί σε έναν υπερσυντηρητικό μηδενισμό και με αυτή την έννοια είναι αναγκαία η διατήρησή της

Στη διαμάχη για τη μετάβαση από την Νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα, μεταξύ Διαφωτισμού και σχετικισμού, ο Ζίγκουντ Μπάουμαν (1925-2017) δεν εντάσσεται σε κανέναν από τους δυο παραπάνω πόλους. Διατυπώνει μια ιδιότυπη θέση την οποία φαίνεται να συνθέτει κρατώντας τα πραγματικά χρήσιμα στοιχεία κάθε προσέγγισης, χωρίς τον απόλυτο φλοιό τους, έτσι όπως ο ίδιος τα ορίζει. Αποδέχεται την αυξανόμενη ποικιλομορφία του κόσμου και το σχετικισμό, απορρίπτει όμως την υπερβολή αυτής της προσέγγισης διότι οδηγεί στην αυτοαναίρεση, δηλαδή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει ερμηνευτική διανοητική παρέμβαση. Απορρίπτει την μοναδικότητα των αξιών του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου, ως μοναδικής αιώνιας οικουμενικής αλήθειας, διότι σήμερα αναπτύσονται πολλοί διαφορετικοί λόγοι. Πίσω απο την υποστήριξη των αξιών του Διαφωτισμού ο Μπάουμαν βλέπει ιδεολογικά κίνητρα, που σκοπό έχουν την επιβολή των δυτικών αξιών στον υπόλοιπο κόσμο. Αναφέρει επίσης ότι, ο κόσμος αρνείται τον πολιτισμό και την κοινωνία της δυτικής επιστήμης, όχι όμως τις αιώνιες πνευματικές αξίες της. Επισημαίνει ότι η αποσύνδεση των σύγχρονων προσεγγίσεων από την ευρωπαϊκή φιλοσοφική παράδοση των Ντεκάρτ, Κάντ και λόκ που επιχείρησε τη θεμελιώση μιας αδιάσηστης οικουμενικής αλήθειας, οφείλεται στις αποτυχίες και τις λάθος επιλογές, που εφράστηκαν με το ολοκαύτωμα των εβραίων.

Για τον Πολωνό-Βρετανό κοινωνιολόγο και στοχαστή ενώ οι σύγχρονες ερμηνείες λειτουργούν αποπροσανατολιστικά στο δρόμο για μια οικουμενική εγκυρότητα, τελικά καταλήγουν να υπερασπίζονται το δυτικό τρόπο ζωής. Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να το συνάγει βασιζόμενος στην επιστημονική θεωρία του Καρλ Πόππερ περί διαψευσημότητας. Το σύγχρονο εγχείρημα της υπονόμευσης των βεβαιοτήτων αναδυκνύει την αφετηρία απο την οποία προέρχονται, η οποία βρίσκεται στην ανωτερότητα της δυτικής κοινωνίας. Συμπερασματικά ο Μπάουμαν αποδέχεται την πραγματικότητα του σχετικισμού, ο οποίος όμως δεν αιωρείται, αλλά πάτα σε ορισμένες πνευματικές αξίες του Διαφωτισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες η μετανεωτερικότητα συνιστά σήμερα μια ρευστή συνέχεια της στέρεης Νεωτερικότητας, αλλά ταυτόχρονα και ασυνέχεια

Μπάουμαν Νεωτερικότητα – μετανεωτερικότητα και αποκλεισμό

Η σκέψη του Μπάουμαν έχει επιρροές από την νεομαρξιστική σχολή του σικάγο και το έργο του Χάρμπερτ Μαρκούζε, αλλά και από τους Μαξ Βέμπερ, Θιοντόρ Αντόρνο, Αντόνιο Γκράμσι και Κορνήλιο Καστοριάδη. Οι επιρροές αυτές διαφοροποίησαν τη σκέψη του από τον ορθόδοξο μαρξισμό, που ερμήνευσε την Νεωτερικότητα αποκλειστικά με οικονομικούς όρους και τον ώθησαν σε μια πολύπλευρη και κριτική κοινωνιολογική προσέγγιση. Σε αυτό το πλαίσιο η Νεωτερικότητα, δεν είναι μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδος και ως εκ τούτου δεν έχει συγκεκριμένα τελεολογικά χαρακτηριστικά. Είναι μια πρακτική διαμέσου της οποίας, οι άνθρωποι προσπάθησαν να αποκτήσουν βεβαιώτητες, που εδράζονταν στο ορθό λόγο, στην επιστήμη και την τεχνολογία. Εκτός όμως από αυτές τις μεγάλες αλλαγές υπήρχαν οι αβεβαιώτητες και οι αντιφάσεις.

Υπό αυτές τις συνθήκες για τον Μπάουμαν η μετανεωτερικότητα συνιστά συνέχεια της Νεωτερικότητας και το σημείο που συνδέονται βρίσκεται στη διατήρηση της αβεβαιότητας και των αντιφάσεων. Συγκεκριμένα η μετανεωτερικότητα είναι μια Νεωτερικότητα χωρίς αυταπάτες, διότι συνεχίζει να υπάρχει η θεμελιακή αρνητικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, ίσως με διαφορετικό τρόπο. Με αυτή την έννοια, σήμερα η μετανεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από ρευστότητα (ρευστή Νεωτερικότητα)

Κεντρικό στοιχείο της σύγχρονης ζωής είναι η συνεχή κίνηση, η οποία εδράζεται στο κομβικό πρόταγμα της Νεωτερικότητας για αμφισβήτηση και αλλαγή του κατεστημένου κόσμου της θρησκείας και της ολιγαρχίας. Η μετανεωτερικότητα κράτησε αυτή τη δυνατότητα της αλλαγής του κόσμου και την κατέστησε το σύγχρονο κυριάρχο λόγο, εστιάζοντας στην αλλαγή καθαυτή, αδιαφορόντας για την αναγκαιότητά της.

Σε αυτό το στοιχείο της ικανότητας του ανθρώπου για αλλαγή, εντοπίζει ο Μπάουμαν τη συνέχεια από τη στέρεη στη ρευστή Νεωτερικότητα, που ως αποτέλεσμα έχει την υποβάθμιση του παρελθόντος ως γνώση και του μέλλοντος ως δυνατότητα και προορισμό. Υπό αυτή την έννοια ο κυρίαρχος λόγος σήμερα εστιάζει στη διαρκή κινητικότητα, αποφεύγει τις δευσμεύσεις του παρελθόντος και τους μακροπρόθεσμους στόχους, ενώ την ίδια ώρα εκθιάζει το παρόν και την ανθρώπινη δυνατότητα μέσα σε αυτό. Απότοκο του σύγχρονου μοντέλου ζωής, είναι η αδιαφορία του ανθρώπου για τις συνέπειες των πράξεων του στο μέλλον και η αποδυνάμωση της έννοιας του χρόνου, η σχέση του οποίου με τον χώρο διαστρευλώνεται. Εντός αυτών των συνθηκών της μετανεωτερικότητας ο άνθρωπος απομακρύνεται από την ταυτότητά του, την οποία απέκτησε όταν επιχείρησε να αντικαταστήσει τη μεταφυσική με τον ορθό λόγο και την ευθύνη

Ο Πολωνό-Βρετανός κοινωνιολόγος εντοπίζει και διαφοροποιήσεις μεταξύ Νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας, οι οποίες όμως καταλήγουν σε μια συμπληρωματική σχέση. Η πρώτη αφορά στον οικονομικό και κοινωνικό ρόλο του ανθρώπου και η δεύτερη σχετίζεται με το σεξ. Χαρακτηριστικό στοιχείο της νεωτερικής κοινωνίας ήταν η παραγωγή, ενώ της μετανεωτερικής η κατανάλωση. Στη κοινωνία της Νεωτερικότητας ο ρόλος του ανθρώπου προσδιορίζονταν σε σχέση με την παραγωγή προϊόντων, από τη θέση του εργάτη ή του άνεργου.

Οι άνθρωποι λειτουργούσαν συλλογικά για κάποιο σκοπό, γνωρίζοντας τον ευδιάκριτο παραγωγικό τους ρόλο. Αντίθετα η μετανεωτερική κοινωνία χαρακτηρίζεται από την κατανάλωση, με συνέπεια το υποκείμενο να μεταλέσαται από παραγωγός (εργάτης-άνεργος), σε καταναλωτή και να χρειάζεται όλο και λιγότερο στη παραγωγική διαδικασία. Οι άνεργοι πλέον δεν ορίζονται ως εφεδρικό δυναμικό, αλλά ως κακοί καταναλωτές. Η συλλογικότητα των εργαζομένων μετασχηματίζεται σε μια κουλτούρα ατομικού καταναλωτισμού, που δημιουργεί ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων.

Επιλέον, το σεξ στη Νεωτερικότητα συνδέθηκε με την οικογένεια και κατά επέκταση, με τις στέρεες κοινωνικές δομές, που συναποτελούσαν ένα κοινωνικό σύστημα οργάνωσης και τάξης. Την περίοδο της μετανεωτερικότητας το σεξ διαδοροποιήθηκε, βγήκε από την οικογένεια και έπαψε να έχει συνεκτικό ρόλο στη λειτουργία της κοινωνίας. Αυτονομήθηκε, έγινε και αυτό μια εμπειρία προς εύκολη κατανάλωση χρωματισμένο από έντονο πάθος που συνέπεια έχει την αβεβαιώτητα. Εντός του ρευστού μοντέρνου κυρίαρχου λόγου, οι σχέσεις διαρκείας και η αφοσίωση εμπεριέχουν τα ανρητικά στοιχεία της καταπίεσης και του ευνουχισμού. Κάτω από αυτά τα παραδείγμτα ασυνέχειας, ο Μπάουμαν βλέπει την εξέλιξη και τη συνέχεια της νεωτερικής δυνατότητας για αλλαγή του κόσμου, η οποία μετασχηματίστηκε σε διαρκή κίνηση στη μετανεωτερικότητα

Υπο αυτές τις συνθήκες η σύγχρονη κοινωνία διακατέχεται από ανασφάλεια, αρχή της οποίας δεν είναι η έλλειψη προστασίας, αλλά μια γενικότερη ασάφεια για τα χαρακτηριστικά και τα όρια της ανασφάλειας. Πηγή της ασάφειας είναι η ατομικοποίηση, η οποία περιορίζει τις ισχυρές κοινωνκές σχέσεις και δημιουργεί ένα θολό πλαίσιο, χωρίς σταθερές αναφορές με σημαντικό παράγοντα το τυχαίο. Η άνθιση της ατομικοποίησης και του ανταγωνισμού υπονομεύει την αλληλεγγύη και τους συλλογικούς δεσμούς, με συνέπεια μια διάχυτη ρευστότητα. Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, αφετηρία αυτής της εξέλιξης ήταν η Ευρώπη η οποία δεν επέλεξε αυτή τη μεταστροφή, αλλά προσαρμόστηκε στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, ενώ δεν δείχνει να θέλει και να τις ελέγξει

Για τον Μπάουμαν στη σύγχρονη κοινωνία της ατομικοποίησης και του ανταγωνισμού, υπάρχει ένα χάσμα το οποίο δεν βρίσκεται ανάμεσα στα υψηλά, μεσαία και χαμηλά στρώματα, αλλά σε όλο και λιγότερους που βρίσκονται στην κορυφή κα σε όλους του άλλους. Το χάσμα αυτό έγινε μεγαλύτερο, μετά την οικονομική κρίση του 2008. Η αυξανόμενη ανισότητα δεν φαίνεται να προκύπτει από κάποια συγκεκριμένη βούληση η πρακτική, αλλά από την κυριαρχία του λόγου που επιβάλει του όρους και τους κανόνες της και τη καθιστά ακλόνητη. Ο λόγος αυτός ενέχει ένα ψεύδος καλυπτόμενο από μια ηθική που λέει ότι, η ανισότητα είναι θετικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη και οδηγεί στην γενικότερη οικονομική πρόοδο. Η ανάπτυξη όμως διαμέσου της ανισότητας δημιούργησε μεγαλύτερη φτώχεια. Επιλέον η ανισότητα και ο αποκλεισμός φαίνεται να έχει και ισχυρή θεμελίωση. Μελέτη του πανεπιστημίου του Κάρνεγκι το 1979 έδειξε ότι, το μέλλον των παιδιών δεν καθορίζεται από της διανοητικές ικανότητες, το ζήλο, ή την αφοσίωση, αλλά από κοινωνικούς παράγοντες του τόπου που έτυχε να γεννηθούν

Για τον Πολωνό-Βρετανό κοιωνιολόγο και στοχαστή η ανισότητα στη σύγχρονη κοινωνία εντοπίζεται περισσότερο στο βαθμό κινητικότητας, δηλαδή στην ελευθερία των ανθρώπων να επιλέγουν το τόπο που θέλουν να ζήσουν. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργείται μια νέα ταξική διαστρωμάτωση, που σχηματίζει δυο πόλους τη βάση και την κορυφή και συνθέτει την ιεραρχία της κινητικότητας. Ενώ όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση, διαφέρει η κίνηση του επιχειρηματία, από αυτή του μετανάστη ή άλλων ανθρώπων που υποχρεώθηκαν να αλλάξουν τόπο κάτω από δύσκολες συνθήκες. Υπό αυτή την έννοια, ο Μπάουμαν χωρίζει τα υποκείμενα στο σύγχρονο καταναλωτικό τρόπο ζωής, στους τουρίστες και τους πλάνητες. Βρίσκονται και οι δυο σε συνεχή κίνηση, οι πρώτοι όμως από επιλογή για κατανάλωση εμπειριών, ενώ οι δεύτεροι από ανάγκη και υποχρέωση. Τους πλάνητες τους ονομάζει τερατώδη απορρίμματα, περιπλανώμενους αλήτες, τους οποίους γεννά η μεταμοντέρνα εξέλιξη και η παγκοσμιοποίηση. Τα ανθρώπινα σκουπίδια είναι απαραίτητα για την ελευθερία των τουριστών, συστημικό στοιχείο της σύγχρονης κοινωνίας και αναπόσπαστο μέρος για την ύπαρξή της.

Οι άνθρωποι αυτοί στη σύγχρονη κοινωνία της κατανάλωσης είναι περιττοί και μόνιμα αποκλεισμένοι, σε αντίθεση με τη νεωτερική κοινωνία της παραγωγής, που η ανεργία είχε προσωρινό χαρακτήρα. Ο μονιμότητα του αποκλεισμού είναι απότοκο της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους, που προστατεύει του παγκόσμιους θεσμούς, αλλά και της αποσύνθεσης της ιδέας για συλλογική δράση και αντίσταση. Σε αυτό το πλαίσιο οι αποκλεισμένοι της σύγχρονης κοινωνίας έχουν τον άμεσο κίνδυνο να θεωρηθούν παρείες, διότι η κοινωνία δεν τους χρειάζεται και ωφελείται από τον αποκλεισμό τους. Για τον Μπάουμαν οι άνθρωποι αυτοί συνθέτουν μια επικύνδυνη τάξη, διότι εύκολα μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία των εγκληματιών, των απροσάρμοστων και αντικοιωνικών στοιχείων.

Οι περιτοί άνθρωποι που συναποτελούν την επικύνδυνη τάξη, γίνονται απειλή για τους χρήσιμους και εύπορους, εντός του σύγχρονου αστικού ιστού. Για τον λόγο αυτό αναπτύσονται οριοθετημένες φρουρούμενες περιοχές γκέτο εντός των πόλεων, στις οποίες ζούν εύποροι κάτοικοι. Η νέα αυτή υλική υπερτοπικότητα έχει ως συνέπεια τη δημιουργία απόβλητων, αποσυνδεδεμένων και εγκαταλελημένων περιοχών και ανθρώπων, που ζούν σε αυτές. Στη προσέγγιση του Μπάουμαν οι σύγχρονες πόλεις προσιδιάζουν στις αρχαίες και μεσαιωνικές στο ζήτημα της ασφάλειας. Το κοινό στοιχείο είναι η ανάγκη για προστασία από τους άλλους, ενώ η διαφορά εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο προστατεύονται. Τότε φτιάχνονταν τοίχοι, τάφροι και φράχτες στα σύνορα της πόλης, με σκοπό την προστασία από τους εχθρούς.

Σήμερα οι εχθροί είναι οι απόβλητοι άνθρωποι και ζούν εντός της πόλης, μαζί με τους φίλους. Οι φράχτες και τα φρούρια προστατεύουν κτήρια, εγκαταστάσεις και σπίτια, από την απειλή του εσωτερικού εχθρού. Υπό αυτή την έννοια τα σπίτια στις σύγχρονες πόλεις, δεν έχουν τον κοινωνικό ρόλο της ενσωμάτωσης των ανθρώπων, αλλά το ρόλο της ασφάλειας εκείνων που ζούν σε αυτά. Οι εύποροι κάτοικοι των φρουρούμενων περιοχών, δεν συνδέονται με τον χώρο στον οποίο ζούν, δεν ανήκουν σε αυτόν, πνευματικά αλλά πολλές φορές και φυσικά. Ο πλούτος της σύγχρονης ελίτ στη μετανεωτιρκή (ρευστή) κοινωνία, δεν προέρχεται από τον ντόπιο πληθυσμό, όπως συνέβαινε στη νεωτερική πόλη. Οι εύποροι κάτοικοι των σύγχρονων πόλεων σύνδέονται με αντίστοιχους άλλων περιοχών, στο πλαίσιο μιας διεθνούς παγκόσμιας σύνδεσης. Αντίθετα οι κάτοικοι που ζόυν έξω από τις φρουρούμενες περιοχές, είναι αποκομένοι από την παγκόσμια επικοινωνία, με συνέπεια να παραμένουν ντόπιοι, με τα όνειρα και τις απαιτήσεις τους να έχουν τοπικό χαρακτήρα.

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Μπάουμαν υποστηρίζει ότι, η κυριαρχία του δόγματος της ανισότητας και του αποκλεισμού εδράζεται στα ισχυρά ιδεολογικά θεμέλια του κλασικού φιλελευθερισμού. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία, υπάρχουν άνθρωποι εκ φύσεως διαφορετικοί και ταλαντούχοι, από τις ικανότητες των οποίων μπορούν να ωφελειθούν όλοι. Με αυτή την έννοια ο απολκλεισμός είναι φυσιολογικός, απαραίτητος, κοινωνικά υγειής και η φτώχεια αναπόφευκτη.

Σημαντικό χαρακτηριστικό της μετανεωτερικής ρευστής κοινωνίας είναι η αποδοχή του κυρίαρχου λόγου της συνεχούς οικονομικής μεγένθυσης, της αδικίας και του αποκλεισμού, που θεωρεί υπέυθυνους του ίδιους τους αποκλεισμένους για τη θέση που βρίσκονται. Σε αυτό το πλαίσιο οι φτωχοί αυτοκατηγορούνται, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι πιθανότητες αντίδρασης απένατι στην αδικία. Σύμφωνα με τον Πολωνο-βρετανό κοινωνιολόγο και στοχαστή, η ανάγκη για διατήρηση του λόγου της συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης σήμερα, έχει καταφύγει στον κυνισμό. Εντός της σύγχρονης κοινωνίας η ανισότητα και ο αποκλεισμός συντηρείται, χωρίς να χρειάζεται το ιδελογικό υπόβαθρο της φυσικότητας. Με το τρόπο αυτό η αδικία δεν δεν μπορεί να θεωρηθεί αφύσικη. Εν κατακλείδι, η κυριαρχία του λόγου της συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης και της ανισότητας στη σύγχρονη κοινωνία δεν επιτρέπει τη συμβίωση και συνύπαρξη των ανθρώπων, απαραίτητη προϋπόθεση για τη ζωή τους

Συμπεράσματα

Η ένταση με την οποία ο Λιοτάρ, αλλά και άλλοι στοχαστές απορρίπτουν τα νεωτερικά προτάγματα του Διαφωτισμού, αναδυκνύει και τον βαθμό της σημασίας τους. Η κριτική αυτών των αξιών με μοναδικό εργαλείο την επιστημονική επαλήθευση και τις αποτυχίες τους, αποκρύπτει τη θέαση της πραγματικότητας. Πίσω από την κομβική μετάβαση από την κυριαρχία της μεταφυσικής, στον υπεύθυνο άνθρωπο, υπήρξε η βούληση του υποκειμένου για την ανακάλυψη της επιστημονικής αλήθειας και της βελτίωσης της ζωής του.

Ίσως ο άνθρωπος υπό το βάρος της ευθύνης να εστίασε πρώτα στο ατομικό και όχι στο συλλογικό, στο οποίο ανήκει. Η θέση του Μπάουμαν φαίνεται ότι δεν ξεφεύγει από την επιρροή των μαρξικών αρχών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σημερινή πτραγματικότητα δεν τον επιβεβαιώνει. Η ανισότητα και ο αποκλεισμός είναι εδώ και αναπαράγονται με σκληρό τρόπο. Οι μετανάστες και οι εσωτερικοί εχθροί (φτωχοί) είναι μέρος της καθημερινότητας. Η ανασφάλεια να μην τους μοιάσουμε είναι βασικό συναίσθημα των περισσότερων ανθρώπων σήμερα. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει το γεγονός ότι, τον 20ο αιώνα η δύση ετκός από τους δυο πολέμους, βίωσε και μεγάλη ευημερία για τους περισσότερους.

Υπό αυτές τις συνθήκες φαίνεται ότι, οι αξίες του Διαφωτισμού είναι επίκαιρες και αναγκαίες. Η παγκοσμιοποιημένη μορφή της οικονομίας σήμερα και οι ποικιλόμορφοι λόγοι, χρειάζονται μια νέα ολιστική και καθολική ηθική που θα περιορίζει την ανισότητα. Δεν πρέπει πρωτίστως να εξετάσουμε την επιστημονική επαλήθευση ενός νέου Διαφωτισμού, αλλά να προτάξουμε τη βούλησή μας για την αναγκαιότητά του, έχοντας το πολύτιμο εργαλείο της γνώσης από τις αποτυχίες του. Η μετάβαση από την ολιγαρχία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, δεν χρειάστηκε επιστημονική επαλήθευση, αλλά πνευματική δουλειά και βούληση. Άλλωστε ο άνθρωπος βρίσκεται πίσω από την επιστήμη, όχι το αντίθετο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ Νίκος και ΠΕΡΕΖΟΥΣ Κώστας,

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και η Διφορούμενη Νεωτερικότητα στο Σ. Κονιόρδος, εκδ. GUTENBERG, Αθήνα 2010

ΜΠΑΟΥΜΑΝ Ζίγκμουντ, Ρευστοί Καιροί: Η ζωή στην εποχή της αβεβαιότητας, μτφ. Κ. Γεώρμα, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2009.

ΜΠΑΟΥΜΑΝ Ζίγκμουντ, Πλούτος και Ανισότητα,εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2013.

Το Πρόταγμα του Διαφωτισμού υπό Επανεξέταση, Η Νεωτερικότητα Σήμερα: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2003.

Το Πρόταγμα του Διαφωτισμού υπό επανεξέταση, Νεωτερικότητα Σήμερα: Οικονομία, κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, Στο ίδιο, σελ. 488, 526-527, 530. Μπάουμαν Ζίγκμουντ, Ρευστοί Καιροί: Η ζωή στην εποχή της αβεβαιότητας, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2009, σελ. 100-101, 116-117

Zygmunt Bauman, ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2014, σελ. 17-18, 22, 26-27.

ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ Νίκος και ΠΕΡΕΖΟΥΣ Κώστας, σελ. 356-359.

Μπάουμαν Ζίγκμουντ, Ρευστοί Καιροί, σελ. 118-120.

Zygmunt Bauman, ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ, σελ. 35,43, 71,76,79,90

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ