Oι Έλληνες και οι νόμοι

 

Δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας λέγοντας ότι εμείς οι νεοέλληνες έχουμε την τάση να περιφρονούμε τους νόμους. Και δυστυχώς το φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζει διαχρονικά και την πολιτική ζωή της χώρας, όπου πολύ συχνά και με μεγάλη άνεση ψηφίζονται νόμοι που στη συνέχεια δεν εφαρμόζονται.

Μόλις οι κυβερνώντες αντιμετωπίσουν δυσκολίες, αλλάζουν τους νόμους με τη γνωστή μέθοδο των «μεταρρυθμίσεων»και με μόνο μέλημα το πολιτικό κόστος. Eίναι χαρακτηριστικό ότι, πριν προλάβει ένας νέος νόμος να εφαρμοστεί, κατακλύζεται από προεδρικά διατάγματα, που αλλάζουν τη φιλοσοφία του και ουσιαστικά τον καταργούν.

Όμως, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν τηρούσαν διαφορετική στάση απέναντι στους νόμους, όπως μαρτυρείται από την αλληλογραφία δύο Ρωμαίων αξιωματούχων επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα πρόκειται για επιστολές που απευθύνει ο Ρωμαίος ηλικιωμένος ύπατος Μενένιος Άπιος προς τον νεότερο φίλο του ανθύπατο Ατίλιο Νάβιο προκειμένου να τον βοηθήσει στα διοικητικά καθήκοντα, που είχε αναλάβει στην Αχαϊα, και να τον διευκολύνει, αναλύοντας το πολιτικό ήθος των Ελλήνων με αναφορές στα προτερήματα και τα ελαττώματά τους.

Πολλές συζητήσεις και διαξιφισμοί έχουν γίνει στο διαδίκτυο σχετικά με τους χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στους Έλληνες από τους Ρωμαίους κατακτητές, και αν αυτοί είναι αληθείς ή αποκύημα νοσηρής φαντασίας. Εξάλλου,συχνά εκφράζονται αβασάνιστοι και ανακριβείς σχολιασμοί για τον αλησμόνητο Κωνσταντίνο Τσάτσο, ο οποίος έφερε στο φως, μεταφράζοντας από την λατινική στην ελληνική γλώσσα, αποσπάσματα των επιστολών αυτών και με τον τίτλο «Οξυρρύγχιοι πάπυροι» τα εξέδωσε στη δεύτερη σειρά του ογκώδους και εμπνευσμένου έργου του «Αφορισμοί και διαλογισμοί», βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1970.

Θεώρησα, λοιπόν, αναγκαίο να ανατρέξω στα κείμενα για την αποκατάσταση της αλήθειας μέσα από το βιβλίο του διεθνώς αναγνωρισμένου Κ.Τσάτσου, μιας προσωπικότητας του πνεύματος και της πολιτικής που τίμησε την Ελλάδα.
Στην εισαγωγή του κεφαλαίου με τον τίτλο που ανέφερα, ο Κ. Τσάτσος διηγείται την ιστορία αυτού του εγχειρήματος,της οποίας μεταφέρω τα κυριότερα σημεία: «Ένας παληός μου συμφοιτητής, τώρα καθηγητής σε ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο του βορρά, μου είπε ότι μια ομάδα παπύρων, που βρέθηκαν στην Οξύρρυγχο, το σημερινό Μπενεζά, περιέχουν τις σχετικές επιστολές, των οποίων ούτε ο αποστολέας ούτε ο αποδέκτης είναι γνωστοί στην ιστορία ως το σήμερα. Νομίζω αλήθεια πως ακόμη σήμερα διατηρούν την επικαιρότητά τουςκαι γι’ αυτό ζήτησα από τον φίλο μου την άδεια να επιχειρήσω μια μετάφραση, που βέβαια δεν θα τη χρησιμοποιούσα για επιστημονικούς σκοπούς. Αυτό και έγινε. Θέλω να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον παληό μου φίλο, που επιμένει να μη θέλει να αναφέρω το όνομά του».

Τα αποσπάσματα των επιστολών αναφέρονται σε πολλές πλευρές του χαρακτήρα των Ελλήνων καθώς και στη συμπεριφορά των πολιτικών με περιγραφές που, πράγματι, εντυπωσιάζουν για την επικαιρότητά τους.

Στη σημερινή αιχμή μου θα περιοριστώ στην αναφορά του αποσπάσματος εκείνου που εκφράζει χαρακτηρισμούς για τη σχέση των Ελλήνων με τους νόμους, η τήρηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία της Δημοκρατίας και δυστυχώς η τήρηση αυτή έφθασε στην εποχή μας να θεωρείται «πολυτέλεια». Ανθολογώ, λοιπόν, τα πιο χαρακτηριστικά σημεία, τα οποία αναδεικνύουν την επικαιρότητα που διατηρούν ακόμη και σήμερα, μισό περίπου αιώνα μετά τη δημοσίευσή τους από τον Κ.Τσάτσο .

Στο τρίτο απόσπασμα ο Μενένιος Άπιος απευθυνόμενος στον Ατίλιο Νάβιο επισημαίνει τα εξής : «Η μοίρα μάς έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση παρά μόνον την ατομική του… Σπάνια οι Έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι».

Πείθονται μόνον στα ρήματα τα δικά τους και αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής, ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή το δόλο… Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης, ακόμη και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή το δικαστήριο… Απορείς πώς η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο».

Όμως, στην ίδια επιστολή ο συντάκτης της εκφράζει με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τον θαυμασμό του για τη δύναμη του πολιτισμού των Ελλήνων με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό τρόπο : «Θα έπρεπε και της φιλοσοφίας και της ποίησης τα δώρα να σκορπίσουμε στις χώρες που κυβερνούμε. Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνουμε μόνο στις δυτικές επαρχίες , γιατί εκεί που βρίσκεσαι εσύ, οι Έλληνες το επιτελούν ακόμη σήμερα καλλίτερα από εμάς. Ας επαναλάβουμε και εμείς τη δυσάρεστη ομολογία του Οράτιου Φλάκκου: Kατακτημένη η Ελλάδα, κατέκτησε τον άγριο νικητή και έφερε τις Τέχνες στο αγροτικό Λάτιο».

Μετά την επισκόπηση που επιχειρήσαμε, μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι η περιγραφή του χαρακτήρα των Ελλήνων από τονΡωμαίο ύπατο θα μπορούσε να ισχύσει και για τους νεοέλληνες του 21ου μ.Χ. αιώνα!

Έτσι αποδεικνύεται, τουλάχιστον, ότι είμαστε γνήσιοι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων!

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*