Ας αποφασίσουμε επιτέλους, τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;

Στις 23 Ιουλίου 2011 έγραφα στην aixmi.gr:

‘…Για να μιλήσει κανείς σοβαρά για το μέλλον πρέπει να εκτιμήσει, όσο πιο αντικειμενικά και γενναία μπορεί, τα θετικά και τα λάθη του παρελθόντος. Όσον αφορά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, για την οποία πολύς λόγος γίνεται τώρα τελευταία, με αφορμή τις επικείμενες θεσμικές αλλαγές, το πράγμα είναι πολύ σοβαρό, δεδομένου ότι η ποιότητα της θα αποτελέσει ουσιαστικό παράγοντα για το μέλλον της χώρας…

Εν τέλει, αυτό που απαιτείται, ιδιαίτερα σήμερα σε εποχή κοινωνικής παρακμής και σκληρής οικονομικής κρίσης, είναι ένα Δημόσιο (όχι κρατικό), Ποιοτικό (σύμφωνα με τα επιτυχημένα διεθνή πρότυπα), Ανοιχτό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Πανεπιστήμιο, που θα μπορέσει να βοηθήσει την κοινωνία, όχι ακολουθώντας τις ίδιες αποτυχημένες λογικές και πρακτικές, αλλά ανοίγοντας νέους δρόμους με καινοτόμες και γενναίες αποφάσεις και επιλογές…”

Σήμερα, ένα χρόνο μετά, ακόμα το ερώτημα ‘τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;’ δεν έχει απαντηθεί, δεδομένου ότι ο ‘νόμος Διαμαντοπούλου’ που ψηφίσθηκε πρόσφατα με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν έχει εφαρμοσθεί όσον αφορά καίριες διατάξεις του, όπως πχ.  για τον τρόπο εκλογής των ακαδημαϊκών οργάνων διοίκησης, ενώ συνεχίζουν να δημοσιοποιούνται νέες(;) απόψεις και προτάσεις περί τριτοβάθμιας από κόμματα, ιδρύματα και ακαδημαϊκούς ή άλλους φορείς (και λόγω των εκλογών που μεσολάβησαν).

Ανεξάρτητα, όμως, από την επάρκεια του ισχύοντος νόμου και την (όχι πάντα) καλόπιστη κριτική για επί μέρους διατάξεις του, σήμερα είναι γεγονός ότι στην ουσία υπάρχει ένα de facto ‘κενό νόμου’ που εκτός από τις δυσλειτουργίες που προκαλεί, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει και σε πρόβλημα νομιμότητας των σπουδών και κατ’ επέκταση των τίτλων που απονέμονται. Είναι βεβαίως θεμιτό, σ’ ένα δυναμικό, δημιουργικό περιβάλλον δημοκρατίας που λειτουργεί, ο κάθε πολίτης ή κομματικός/κοινωνικός/ακαδημαϊκός φορέας να έχει την άποψη του για ένα νόμο είτε στη φάση της προετοιμασίας του (προσπαθώντας να τον διαμορφώσει σύμφωνα με τις επιδιώξεις του) είτε στη φάση της ισχύος του  (προσπαθώντας να τον αλλάξει ή να τον καταργήσει αν διαφωνεί), αλλά δεν μπορεί ένας νόμος που να εφαρμόζεται κατά το δοκούν (με ευθύνες πολλών), γιατί προφανώς αυτό μπορεί να ισχύσει για ΚΑΘΕ νόμο με προφανή καταστροφικά αποτελέσματα.

Αυτή τη στιγμή, όμως, το σημαντικότερο, όμως, όλων είναι ότι δεν έχει διασφαλισθεί (από την κεντρική διοίκηση, από κοινωνικούς φορείς, πχ. κόμματα, τα Ιδρύματα κλπ.) ένα περιβάλλον εύρυθμης ακαδημαϊκής λειτουργίας των Πανεπιστημίων, με αποτέλεσμα το έργο της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της εκπονούμενης έρευνας να δυσχεραίνεται. Αυτό, σε συνδυασμό με την σκληρή οικονομική κρίση και την περιρρέουσα κοινωνική παρακμή, έχει σαν αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιτευχθεί η απαιτούμενη ποιότητα της συνολικής ακαδημαϊκής λειτουργίας, που ιδιαίτερα τώρα αποτελεί μεγάλο ζητούμενο για τους νέους και το μέλλον τους, ιδιαίτερα και κυρίως αυτούς που προέρχονται από οικογένειες χωρίς οικονομικές δυνατότητες και οι οποίοι, για να έχουν μια ελπίδα στη ζωή τους, πρέπει να διεκδικούν και αυτοί συνεχώς ποιοτικές σπουδές στο περιβάλλον του Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστημίου.

Η υποχρέωση, λοιπόν, απέναντι στους νέους ανθρώπους επιβάλλει όλοι όσοι ασχολούνται με τα θέματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας (υπουργείο, ιδρύματα, κόμματα, φορείς) να αποφασίσουν επιτέλους να σταθεροποιήσουν τις συνθήκες λειτουργίας του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος (τερματίζοντας τον σημερινό ‘κλεφτοπόλεμο’ γύρω από τον ισχύοντα νόμο), με πνεύμα συναίνεσης (ας μην δαιμονοποιείται άλλο αυτή η λέξη) αλλά και αυτοκριτικής και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα διεθνώς τεκταινόμενα και τις καλές πρακτικές στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Για πολλοστή φορά (και σχεδόν κουραστικά πια) θα επαναλάβω ότι το ακαδημαϊκό περιβάλλον θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ποιότητα (στην εκπαίδευση, έρευνα αλλά και στις άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες στο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον των Ιδρυμάτων), ακαδημαϊκή αυτοτέλεια (τα ιδρύματα να καθορίζουν μέσω των εσωτερικών κανονισμών τους την ιδιαίτερη ‘φυσιογνωμία τους’ και τις κύριες επιλογές τους πχ. τα ιδρύματα να καθορίζουν κατά βάση και τεκμηριωμένα τον αριθμό των εισακτέων τους), κοινωνική λογοδοσία (πχ. υποχρέωση για περιοδικές αναλυτικές εκθέσεις πεπραγμένων τόσο από τα Ιδρύματα όσο και από το Υπουργείο Παιδείας σε σχέση και με την κάθε είδους  χρηματοδότηση τους), διαφάνεια στη διοίκηση και στα επιτεύγματα τους (που να υποστηρίζεται και από τα πληροφοριακά συστήματα υποστήριξης της λειτουργίας των Ιδρυμάτων), εξωστρέφεια (ενίσχυση των διεθνών εκπαιδευτικών και ερευνητικών συνεργασιών τους), επαρκή δημόσια (ακόμα και μέσα στην οικονομική κρίση) αλλά και ανταγωνιστική χρηματοδότηση, απόρριψη του ‘πανεπιστημιακού’ κομματισμού (και των αρνητικών συμπτωμάτων του όπως πχ. τα φαινόμενα βίας) και φραγμούς προσωπικών ιδιοτελών επιδιώξεων, ξένων προς την ακαδημαϊκή ηθική.

Αν ο ισχύων νόμος εξασφαλίζει αυτά ας τον διατηρήσουμε, αν, όμως, χρειάζεται αλλαγές, ας αποφασισθούν αυτές ΑΜΕΣΑ (όμως με την απαιτούμενη δικαιολόγηση και τεκμηρίωση) και ας υπάρξει ένα νέο, ελπιδοφόρο ακαδημαϊκό τοπίο από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος.

Ο πυρήνας της ακαδημαϊκής λειτουργίας είναι η εκπαίδευση και η έρευνα. Θεωρώ ότι για την βελτίωση της εκπαίδευσης και της έρευνας στο Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο πρέπει από εδώ και πέρα, την περίοδο της κρίσης, να εργασθούν σκληρά και κατά προτεραιότητα τόσο οι απλοί διδάσκοντες και ερευνητές (μέλη ΔΕΠ), όσο και ιδιαίτερα τα ακαδημαϊκά θεσμικά όργανα (από την Σύνοδο Πρυτάνεων μέχρι τις συνελεύσεις των Τομέων στα Πανεπιστημιακά Τμήματα), αφήνοντας, ίσως, σε δεύτερη μοίρα άλλα θέματα, σημαντικά μεν, αλλά κατά την άποψη μου αυτή τη στιγμή δευτερεύοντα (όπως πχ. ζητήματα πολιτικής της διοίκησης και κατανομής της πανεπιστημιακής εξουσίας –δηλ. τρόπος εκλογής των ακαδημαϊκών οργάνων διοίκησης-). Δέχομαι την άποψη ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους στο πανεπιστημιακό περιβάλλον (πχ. δομές και πρόσωπα διοίκησης μπορούν να προσφέρουν συνθήκες για όραμα και δημιουργία ποιοτικών σπουδών μέσα στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον ή να ωθήσουν προς πολιτικές συντεχνιασμού, εσωστρέφειας και  έλλειψης δημιουργικού οράματος), όμως, πιστεύω ακράδαντα ότι πολλά μπορούν και πρέπει να γίνουν ΑΜΕΣΑ (και ανεξάρτητα από τα ζητήματα διοίκησης) συγκεκριμένα για τη βελτίωση των συνθηκών εκπαίδευσης και έρευνας κάτι που το οφείλουμε στη δοκιμαζόμενη κοινωνία και νεολαία.

Ιδιαίτερα για το θέμα της αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας (ποιοτική διδασκαλία, μαζική παρακολούθηση, νέα μοντέλα διδασκαλίας κλπ.) θεωρώ ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί με ΑΜΕΣΕΣ ενέργειες προς δύο κατευθύνσεις, πρώτον, τον τεκμηριωμένο (με ουσιαστικά ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι με λαϊκίστικο, ατεκμηρίωτο τρόπο) καθορισμό του αριθμού των φοιτητών που μπορούν να εκπαιδεύσουν επαρκώς τα Τμήματα και δεύτερον, την ουσιαστική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου (ποιότητα, συνέπεια κλπ.) των μελών ΔΕΠ κατά την διαδικασία κρίσης τους (για νέα εκλογή ή εξέλιξη), δεδομένου ότι τώρα κατά βάση η αξιολόγηση των μελών ΔΕΠ αφορά σχεδόν αποκλειστικά το ερευνητικό του έργο.

Η κοινωνία περιμένει πολλά από τα Πανεπιστήμια που η ίδια χρηματοδοτεί και δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Δεν υπάρχει τώρα πια, τη στιγμή της κρίσης και της παρακμής, η πολυτέλεια άλλων ‘παιχνιδιών’.

*Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.

Ένα σχόλιο στο “ Ας αποφασίσουμε επιτέλους, τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;”
Ο/Η Διακυβέρνηση δι'αλληλογραφίας λέει:
Ιουλίου 19, 2012 στις 10:13 πμ

δημόσιος υπάλληλος είσαι και εσύ

Αφήστε το σχόλιο σας