Στην ακτή της Συκαμνιάς ο 29χρονος Αλή Αμπού Ασέ, πολίτης Δανίας, σώζει ζωές μεταναστών. Βρίσκεται στη Λέσβο με δικά του έξοδα.

«Σώζω, όπως με έσωσαν», λέει.

Ο Αλή στέκεται στην ακτή της Συκαμνιάς στη βόρεια Λέσβο. Με τα κιάλια του παρακολουθεί κάθε κίνηση στη θάλασσα αναμεταξύ Λέσβου και Μικρασίας… «Κανένας δεν πρέπει να πεθάνει. Όλοι πρέπει να τα καταφέρουν όπως τα κατάφερε η οικογένεια μου, όπως τα κατάφερα εγώ…» λέει.

Ο Αλή Αμπού Ασέ. Πολίτης της Δανίας. Πρόσφυγας από τη Βαγδάτη 15 τώρα χρόνια. «Το χρωστώ στον κόσμο αυτό που κάνω. Με έσωσαν άλλοι, θα σώσω όσους περισσότερους μπορώ εγώ…», επιμένει.

Όταν φανεί η βάρκα ο Αλή σημαίνει συναγερμό. Με τους Ισπανούς συντρόφους του. Όλοι τους ψημένοι στην αρμύρα και στον ήλιο, ξερακιανοί σα ναύτες στις καραβέλες των εξερευνητών, καθοδηγούν από την ακτή τους πρόσφυγες. Με φωνές, με σήματα, μερικές φορές πέφτοντας κι οι ίδιοι στη θάλασσα…

Ο Αλή αλαφιασμένος τρέχει πάνω κάτω, αρπάζει τον κόσμο και τον σηκώνει ολάκερο θαρρείς στις πλάτες του: «όλοι πρέπει να τα καταφέρουν», επιμένει..
Είναι 29 ετών. Εννιά χρονών σκοτώσαν τον αντικαθεστωτικό πατέρα του. Στα 15 βρέθηκε με την οικογένεια του στη Δανία, όλα πήγαν καλά, Δανός – Ευρωπαίος πολίτης, προπονητής αθλητών του μποξ, παντρεμένος, με δυο παιδιά -τη πεντάχρονη Σάρα και τον τετράχρονο Άσσαντ. «Ξέρεις πόσο μου λείπουν; Κάθε παιδάκι εδώ στην ακτή έχει το πρόσωπο τους…», λέει τυλίγοντας με μια αλουμινένια κουβέρτα ένα πιτσιρίκι που βρεμένο τρέμει από το κρύο.

Σώζει ζωές, από εκεί, από το μετερίζι ζωής που τον έταξε η συνείδηση του και η μοίρα, εδώ και 43 μέρες. Μένει σε ένα ξενώνα αναμετάξυ Συκαμνιάς και Μολύβου. Τρώει ό,τι και όταν θυμηθεί πως κάτι πρέπει να φάει. «Να μου φτάσουν τα λεφτά… Να μείνω όσο περισσότερο καιρό μπορώ εδώ…».

Πλήρωσε το εισιτήριο του από τη Δανία, πληρώνει από την τσέπη του όλα του τα έξοδα, ο Αλή δεν ανήκει σε κάποια Μη Κυβερνητική Οργάνωση, νιώθει ότι το χρωστά αυτό που κάνει στην κοινωνία, στην Ευρώπη, στους πρόσφυγες σαν αυτόν. «Θα μείνω μέχρι να μου τελειώσουν τα λεφτά…» λέει. Πόσο ακόμα δηλαδή. Γελά. «Όσο πάει…», επιμένει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here