Προτάσεις

0
28

ΣΙΝΕΜΑ

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Η καλύτερη- κατά την γνώμη μου- ταινία της χρονιάς είναι ένα σπαρακτικό ρεαλιστικό δράμα τοποθετημένο στην καρδιά της «άλλης Αμερικής»: Eκεί όπου δεν υπάρχουν ούτε mall ούτε αυτοκινητόδρομοι ούτε κοινωνική πρόνοια και, φυσικά, ούτε ελπίδα.

Σκηνοθέτης η 47χρονη Ντέμπρα Γκράνικ, μια από τις πιο ταλαντούχες δημιουργούς του ανεξάρτητου σινεμά.

Βραβευμένη στο φεστιβάλ του Σάντανς η ταινία προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ: καλύτερης ταινίας, σεναρίου, πρώτου γυναικείου ρόλου (Τζένιφερ Λόρενς) και δεύτερου ανδρικού (Τζον Χόουκ).

Μια 17χρονη, η οποία ζει σε συνθήκες εξαθλίωσης με την άρρωστη μητέρα και τον ανήλικο αδελφό της, υποχρεώνεται να αναζητήσει τον φυγόδικο, έμπορο ναρκωτικών, πατέρα της, o οποίος υποθήκευσε το σπίτι τους ως εγγύηση. Αν δεν τον πείσει να εμφανιστεί στο δικαστήριο σε μια εβδομάδα, το σπίτι θα κατασχεθεί. Κι είναι το μόνο πράγμα που έχουν.

Στην άκρη του πουθενά, σε μια πάμφτωχη ορεινή περιοχή που θυμίζει περισσότερο Βαλκάνια παρά Αμερική, η οικογένεια της 17χρονης καλύπτει με σιωπή και τρόμο τα μυστικά που την έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα. Συγγενείς που αρνούνται την παραμικρή βοήθεια, γείτονες απρόθυμοι και εχθρικοί κι ένας θείος που ίσως έχει παίξει κάποιο ρόλο στην εξαφάνιση του αδελφού του.

Έτσι η 17χρονη αρχίζει τον δικό της προσωπικό πόλεμο- μια λυσσαλέα άμυνα απλώς για να σώσει το ερειπωμένο λυόμενο σπίτι της οικογένειάς της. Ελάχιστες φορές η εικόνα της φτώχιας έχει αποτυπωθεί με τέτοια συγκλονιστική ακρίβεια και αυθεντικότητα στο αμερικανικό σινεμά.

Αμεσότητα λόγων και ερμηνειών, πλάνα σκληρά που λες και καίνε τα μάτια, καταγραφή σκοτεινή και ειλικρινής. Τίποτε περιττό δεν υπάρχει σ’ αυτή την ταινία, τίποτε καλλιγραφημένο ή ψεύτικο, τίποτε που θα μπορούσε να θυμίζει την χολιγουντιανή ευπρέπεια του ποπ-κορ και της ανώδυνης διασκέδασης.

Συγκλονιστική η Τζένιφερ Λόρενς (δεν έχει ακόμη κλείσει τα 21της χρόνια) κάνει σκόνη την Νάταλι Πόρτμαν και τις άλλες συνυποψήφιές της στην κατηγορία του πρώτου γυναικείου ρόλου, μολονότι δεν έχει καμία ελπίδα να πάρει το Όσκαρ.

Θαυμάστε την όμως πως ρουφάει τον ρόλο και με τι απλότητα μεταμορφώνεται. Οι μεγάλες ερμηνείες, εξάλλου, δεν έχουν ανάγκη τα εξωτερικά στολίδια του εντυπωσιασμού.

ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ

 

ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΡΑΣΟΣ

Υποψήφιο για 10 Όσκαρ, αντισυμβατικό και συνάμα κλασικής δομής, γουέστερν των αδελφών Κοέν με εξαιρετικές ερμηνείες από τον Τζεφ Μπρίτζες και την πρωτοεμφανιζόμενη Χάιλι Στέινφιλντ.

Καταπληκτικά είναι επίσης τα κοστούμια της, ελληνικής καταγωγής, Μαίρη Ζόφρις -ή αλλιώς Μαίρης Αρετής Ζαφειροπούλου.

Γύρω στα 1870 μια  ατίθαση δεκατετράχρονη, που ζητά εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα της, προσλαμβάνει ένα μονόφθαλμο και μέθυσο ομοσπονδιακό αστυνομικό κι αρχίζει, μαζί του, την καταδίωξη.

Ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του Χένρι Χάθαγουέι με τον Τζον Γουέιν (1969) το σημερινό «True Grit» αναπτύσσει την γνωστή θεματική των Κοέν για την ανθρώπινη βλακεία και τους λούζερς που μεταμορφώνονται σε ήρωες.

Για τους Κοέν, τα ευγενέστερα των αισθημάτων γεννιούνται εκεί που δεν το περιμένει κανείς, ενώ όσοι προτάσσουν το -συνήθως άνευ ουσίας- σχήμα τους ως απόδειξη ικανότητας, είναι συνήθως και οι πλέον ανίκανοι.

ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ

Η πιο αμφιλεγόμενη ταινία της χρονιάς: κάποιοι την θεωρούν αριστούργημα κι άλλοι θέλουν να φύγουν από την μέση. Εσείς σε ποια κατηγορία ανήκετε;

Μια νεαρή μπαλαρίνα αναλαμβάνει τον πρώτο ρόλο στην «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι και προσπαθεί να ενσαρκώσει τέλεια και την μαύρη και την λευκή όψη  του χαρακτήρα, την ώρα που οι πάντες απαιτούν από αυτήν να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι.

Αλληγορικό, σκοτεινό, αλλά και μοδάτο, το έργο του Ντάρεν Αρονόφσκι («Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο», «Ο Παλαιστής») κέρδισε πέντε υποψηφιότητες για τα Όσκαρ ενώ η Πόρτμαν θεωρείται ήδη φαβορί στην κατηγορία πρώτου γυναικείου ρόλου.

127 ΩΡΕΣ

Τολμηρός ορειβάτης εγκλωβίζεται σε χαράδρα κάπου στα βραχώδη όρη των ΗΠΑ με το χέρι του σφηνωμένο κάτω από ένα τεράστιο βράχο. Για να ελευθερωθεί και να μην πεθάνει από αφυδάτωση έχει μόνο μία λύση: να κόψει το χέρι του χρησιμοποιώντας τον μικρό ορειβατικό του σουγιά.

Με κέντρο βάρους τοποθετημένο στην υπέρβαση των ορίων της ανθρώπινης θέλησης, η ταινία έχει πολλές αρετές (εξαίσια η ερμηνεία του Τζέιμς Φράνκο) αλλά και εκνευριστικές ευκολίες και κοινοτοπίες, ενώ η σκηνοθεσία (Ντάνι Μπόιλ) θυμίζει βιντεοκλίπ. Η ιστορία πάντως είναι αληθινή.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Δώδεκα υποψηφιότητες, εξαιρετικές κριτικές και θερμή υποδοχή από το κοινό: η ταινία του Τομ Χούπερ αναδείχθηκε ήδη μια από τις καλύτερες της χρονιάς κι ο Κόλιν Φερθ προβάλει ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Όσκαρ πρώτο ανδρικού ρόλου. Και δικαίως. Ερμηνεύοντας τον τραυλό Βασιλιά Γεώργιο ΣΤ’ ο 50χρονος Βρετανός ηθοποιός κεντάει ένα υπέροχο μάθημα ερμηνευτικής ακρίβειας.

Λίγο πριν την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Βρετανός μονάρχης έμαθε να μιλά σωστά και να εκφωνεί λόγους με την βοήθεια ενός ανορθόδοξου Αυστραλού  λογοθεραπευτή που τον παίζει ο Τζέφρι Ρας.

Καθαρά ευρωπαϊκή ταινία σχέσεων, κοφτερών διαλόγων και καλών ηθοποιών.

ΟΤΑΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΦΥΡΙΞΩ, ΣΦΥΡΙΖΩ

Ρεαλιστικό και σκληρό ψυχολογικό αυτό θρίλερ του Ρουμάνου Φλορίν Σέρμπαν κινείται στον κλειστό χώρο μιας φυλακής και κέρδισε πέρσι την Αργυρή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Ένας νεαρός φυλακισμένος συνειδητοποιεί ότι η μητέρα του- την οποία έχει να την δει χρόνια- πρόκειται να φύγει από την χώρα παίρνοντας μαζί της τον μόνο άνθρωπο που αυτός αγαπάει: τον μικρό του αδελφό.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την ευημερία του κεντροευρωπαϊκού ονείρου, της Μέρκελ και του ευρώ, οι χαρακτήρες αυτής της ταινίας, αλλά και ολόκληρου του νέου ρουμανικού σινεμά, αναζητούν διέξοδο στο όνειρο, συνθλίβοντας όμως τελικά το κεφάλι τους στους τοίχους, μιας σκληρής φυλακής.

ΘΕΑΤΡΟ

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΜΟΥ

Μια κλασική κωμωδία του Κάρλο Γκολντόνι γίνεται, στα χέρια του σκηνοθέτη Νίκου Μαστοράκη, ένα επίκαιρο πικρό σχόλιο για την απληστία, την επίδειξη και την ανοησία μιας ολόκληρης κοινωνίας που αρνείται να παραδεχτεί την παρακμή της.

Γραμμένο το 1761 το έργο αποτελείται από τρία μέρη: την «Μανία του Παραθερισμού», τις «Περιπέτειες του Παραθερισμού» και την «Επιστροφή από τον Παραθερισμό» και ανατέμνει τις συνήθειες τις βενετσιάνικης αριστοκρατίας της εποχής.

Ολόκληρη η τριλογία βέβαια είναι τεράστια, ο Μαστοράκης όμως την μάζεψε κάπως σε μια τρίωρη παράσταση (στην εξαίσια μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα) που κυλά γρήγορα ανάμεσα στις κωμικές εξάρσεις και τις δραματικές σφήνες που, συχνά πυκνά, τις νοιώθεις να σε καρφώνουν και να σε ακινητοποιούν.

Στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, οι ήρωες του έργου  προετοιμάζουν τον ετήσιο πολυέξοδο παραθερισμό τους. Με τι χρήματα; «Ας περιορίσουμε τα έξοδα του σπιτιού» λέει ένας από αυτούς «Ας απολύσουμε τους μισούς υπηρέτες και στους άλλους μισούς ας μειώσουμε τους μισθούς. Να κάνουμε οικονομία στο φαγητό.αλλά ο παραθερισμός. αποκλείεται. Θα παραθερίσουμε και φέτος όπως κάθε χρόνο και μάλιστα με κάθε πολυτέλεια». Σας θυμίζει τίποτα όλο αυτό; Μπα τυχαίο θα είναι (sic)

Ένας πατέρας (Δημήτρης Πιατάς) υποχείριο της κακομαθημένης κόρης του (Εύα Σαουλίδου), ένας  επιδειξιομανής ψευτοαριστοκράτης που ξοδεύει μόνο και μόνο για να μην πουν οι γνωστοί του ότι δεν μπορεί να ξοδέψει πια (Γιάννος Περλέγκας) και η ψωνισμένη αδελφή του (Έμιλυ Κολιανδρή) που συνεχώς ονειρεύεται καινούργια φορέματα. Κι ολόγυρά τους μια αριστοκρατία σε βαθιά κρίση: χρέη, ψέματα και επίδειξη.

Λίγα χρόνια πριν την θύελλα της γαλλικής επανάστασης, οι ήρωες της «Τριλογίας» του Γκολντόνι επαναπαύονται πάνω στην ίδια την κενότητά τους.

Η απίστευτη επικαιρότητα του έργου- τονισμένη με διακριτικότητα- κάνει την παράσταση του Εθνικού απολύτως απαραίτητη.

Έχοντας φτιάξει και τα κοστούμια (από τα καλύτερα της φετινής θεατρικής σεζόν) ο σκηνοθέτης αναδεικνύει με πανέξυπνο τρόπο δεκάδες μικρά μυστικά του κειμένου. Βλέμματα, χειρονομίες και υπονοούμενα ενορχηστρώνονται δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ανάλαφρη και γιορταστική, στο πρώτο μέρος, και κατάμαυρη, στο δεύτερο.

Απολαυστικός, όπως πάντα, ο Δημήτρης Πιατάς φτιάχνει έναν εξαιρετικό άβουλο αριστοκράτη, ενώ ο Γιάννος Περλέγκας κερδίζει το γέλιο του κοινού με την κωμική του αμεσότητα αρνούμενος να δει την χρεοκοπία που του χτυπάει την πόρτα. Πολύ καλή η Έμιλυ Κολιανδρή παίζει στα δάκτυλα τις υπερβολές ενός αντιπαθητικού χαρακτήρα που τον μεταμορφώνει και τον εκμοντερνίζει εντυπωσιακά, την ώρα που ο Νίκος Ψαρράς γλιστράει πανέμορφα στις διακυμάνσεις κωμωδίας-δράματος.

Εκπληκτική, τέλος, η Μάγια Λυμπεροπούλου, εκβιάζει νεότερους εραστές και γελοιοποιείται με ένα τρόπο, σχεδόν μαγικό, που μόνο αυτή θα μπορούσε να πετύχει: με το που εμφανίζεται αλλάζει ο αέρας σ’ ολόκληρη τη σκηνή.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ (Αγ. Κωνσταντίου 22- 24, τηλ.: 210.5288100)

ΜΟΥΣΙΚΗ

CINEPOEME

Θα πρέπει να ήταν, οι πρώτες προβολές του βωβού κινηματογράφου, μια παράξενη καλλιτεχνική εμπειρία για τους θεατές της εποχής: η ζωντανή μουσική έδινε στις κινούμενες εικόνες μια επιπλέον διάσταση. Όσο φυσικός είναι σήμερα ο κινηματογραφικός ήχος, άλλο τόσο φυσική ήταν τότε η παρουσία ζωντανής μουσικής.

Συνήθως ένα απλό πιάνο συνόδευε τις εικόνες, αρκετές φορές όμως υπήρχε μια ολόκληρη ορχήστρα, ενώ είναι γνωστές οι περιπτώσεις πολλών ταινιών που απαιτούσαν μια συγκεκριμένη μουσική συνοδεία.

Επεξεργαζόμενος αυτές τις πρωταρχικές κινηματογραφικές εμπειρίες ο πιανίστας  Σάκης Παπαδημητρίου δημιουργεί, εδώ και πολλά χρόνια, εξαίσιες μουσικο-κινηματογραφικές παραστάσεις οι οποίες επαναφέρουν την ξεχασμένη απόλαυση της βουβής εικόνας με την ζωντανή μουσική.

Μια επιλογή από μικρά αριστουργήματα του βωβού αποτελεί το «Cinepoeme» που ο Σάκης Παπαδημητρίου και οι συνεργάτες του Γεωργία Συλλαίου (τραγούδι), Χρήστος Γούσιος (κιθάρα και ηλεκτρονικά) και Χρήστος Γερμένογλου (ντραμς και κρουστά) παρουσιάζουν.

Με αυτόν τον τρόπο η παράσταση αποκτά δυο ξεχωριστά μέρη, καθώς εικόνα και μουσική χωρίζονται για να ενωθούν ξανά πάνω στην σκηνή- ζωντανά και επί τόπου.


ΠΕΜΠΤΗ 24 – ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ. ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ (Λεωφ. Συγγρού 107-109, 2109249090)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΧαμαιλέοντες πολιτικοί σημαιοφόροι του μνημονίου
Επόμενο άρθροΤο «δούλεμα» με το ΔΝΤ καλά κρατεί…‏
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Παρίσι, έζησε και δούλεψε στη Γενεύη και τη Νότιο Γαλλία. Έγραψε κείμενα και κριτικές για τον κινηματογράφο στις εφημερίδες Ελεύθερος Τύπος, Αυγή και Εθνος και σε αρκετά μηνιαία και εβδομαδιαία περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια είναι διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κινηματογραφικός συντάκτης του MEGA

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here