Τα μικρά πλάσματα δεν είχαν πουθενά να πάνε…

0
3
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

 

Πάει καιρός που είχε δεχτεί τα άτιμα χαλάσματα του χρόνου να ρουφούν φτερό-φτερό το απαλό κορμάκι του, όχι πως του φαινόταν, κάθε άλλο, ο άτιμος ήταν απροσδιορίστου ηλικίας, σαν κάτι όμορφες μεγαλοκοπέλες, που είχαν για δώρο μια απείραχτη και νεανική επιδερμίδα. Μα είχε κουραστεί να τρέχει ξοπίσω από καφτερά φουγάρα και να κυνηγά τα βαποράκια του Αργοσαρωνικού, στα καθημερινά τους δρομολόγια.

Ψωμάκια και μπουκιές από σαλονικιώτικα σουσαμένια κουλούρια των επιβατών, αυτά ήταν η ανταμοιβή στα σκέρτσα του, όμως δεν γούσταρε πια να κάνει κωλοτούμπες στον αέρα για το ανθρώπινο τσίρκο που έψαχνε να πνίξει τη πλήξη και τη βαρεμάρα του στα καταστρώματα.

Όμορφος γλάρος, όχι από εκείνους του μικρούς με τα μαύρα στίγματα, αυτός ήταν μεγάλος και ολάσπρος, ήταν τροφαντός και όποτε άνοιγε τα φτερά του οι άνθρωποι τον κοίταγαν με αδιάντροπο φθόνο, μια ανείπωτη ζήλεια και τους έκανε ακόμη πιο ανήμπορους. Μια εποχή δε συμπαθούσε καθόλου τα δίποδα, όμως όσο μεγάλωνε μαζί με τα χρόνια έχανε κάτι από το νεύρο και το αβιάστο πάθος και κέρδιζε σε υπομονή και γλύκα.

Εμφάνιση P3046898.jpgΕμφάνιση P3046898.jpgΕμφάνιση P3046898.jpgΕίχε διαλέξει το μεγάλο λιμάνι για να αράξει, είχε πια πολλούς φίλους κι άλλες τόσες κρυφές γωνιές κι όποτε έψαχνε λίγες μα εντελώς ιδιωτικές στιγμές, τρύπωνε σε κάποιο από τα ξεχαρβαλωμένα κτήρια και θυμόταν περασμένους έρωτες κι αξέχαστα θαλασσινά μεγαλεία, έπειτα καμάρωνε τα μούτρα του και δεν είχε καθόλου άδικο.

Ήρεμες που ήταν οι προβλήτες, μα κι όλα τα πλοία, κουτσά-στραβά, έδεναν στην ώρα τους, ειδικά το χειμώνα, που οι τακτικοί πελάτες ξέρουν λίγο παραπάνω τη θάλασσα και δεν τρομάζουν με το πρώτο μποφοράκι, τότε ήταν τα καλύτερα του σοφού γλάρου. Έτσι, τη μια περίμενε στα κρητικά, στην Ε3, ενώ την άλλη πεταγόταν παραδίπλα, εκεί στην Ε2 και στα βαπόρια που έφταναν από το Βόρειο Αιγαίο, αυτό τον τρόμαζε και λίγο, βλέπεις όλο έλεγε να κάνει ένα ταξίδι προς τα εκεί, διαρκώς έβρισκε δικαιολογίες και το έσβηνε από το πρόγραμμα του.

Εκεί, στο μέσα-έξω των ανθρώπων από τα σιδερένια στομάχια, όλο και κάτι νόστιμο θα ξέπεφτε από τα πληρώματα και τους επιβάτες, περίμενε ώσπου να την κοπανήσει κι ο τελευταίος ταξιτζής και έπειτα έπιανε δουλειά με τους δικούς του, είχε συντροφιά και κάτι παμπόνηρα περιστέρια, που ήταν μεγάλα σα μικρές γατούλες και είχαν μάτια πεινασμένου γύπα!

Τις τελευταίες μέρες η ησυχία έσπασε και ο γλάρος απορούσε, τέτοια αποφάγια δεν είχε ξαναδεί, ούτε το Δεκαπενταύγουστο, ούτε στις πιο μακριές καθυστερήσεις!

Εμφάνιση P2236357.jpgΕμφάνιση P2236357.jpgΠέταξε στο πιο ψηλό ερείπιο, διάλεξε να κουρνιάσει σε μια σάπια γωνιά, δίπλα σε γιγάντιες φωτογραφίες που αποδεικνύουν την ανθρώπινη εντελώς ψεύτικη θεότητα, στάθηκε αμέτρητη ώρα παρατηρώντας τα μικρά πλάσματα κάτω από τα πόδια του.

Τι μπλέξιμο, διαφορετικά χρώματα, ανακατωμένες φυλές και άγνωστες γλώσσες συναντήθηκαν και τράκαραν πάνω στα τσιμέντα. Όλοι διαφορετικοί, μα και τόσο ίδιοι! Απαράλαχτοι.

Από τα σωθικά των βαποριών έβγαιναν όλο και περισσότεροι, αρσενικοί, θηλυκοί και τα απορημένα μικρά τους, το παράξενο είναι ότι δεν είχαν πουθενά να πάνε! Τρύπωναν σε κάποια αποθήκη κι ύστερα όλοι μαζί μπαινόβγαιναν και αγνάντευαν, μια πέρα τον ορίζοντα κι έμοιαζε με το βλέμμα να ξετρυπούν τον ουρανό και μια έσβηναν ματωμένες φλόγες, αυτές που πετούσαν τα υγρά μάτια τους στη θάλασσα.

Έδειχναν να περιμένουν κάτι, μα δε μπορεί, σίγουρα κάτι θα είχαν στο νου τους. Με αυτές τις σκέψεις ο περίεργος γλάρος όλο και πλησίαζε πιο κοντά, μάλιστα βαρέθηκε το πέταγμα, περπατούσε πάνω-κάτω στην άλλη άκρη της προβλήτας, δίπλα σε εκείνα τα περιστέρια, μα τα άτιμα σα να πάχυναν τις τελευταίες μέρες. Το πρόσεξε και για μια στιγμή σκέφτηκε πάλι τα ατέλειωτα σκουπίδια των ανθρώπων. Έπειτα ξαναγύρισε στα βασανιστικά ερωτήματα. Μα τι να ψάχνουν όλοι αυτοί μέσα στο λιμάνι;

Όταν πια τους είδε, από τη μια τόσο ταλαίπωρους, έτσι παντόξενους και φοβισμένους, μέσα σε σκηνές που τις έπαιρνε ο αέρας και έφτανε μια μικρούλα ξαφνική μπόρα για να τους πνίξει, ενώ εκείνοι τουρτούριζαν ανήμποροι.  Από την άλλη ένα σωρό τρομαγμένοι περαστικοί, κάποιοι  μάλιστα του φανηκαν γνωστοί, εκείνοι φορούσαν γραβάτες κι περιμέναν κάμερες για να κλάψουν απαρηγόρητοι.

Όλη τη ζημιά κάνουν τα φτερά, μάλιστα, αυτά που δεν φορούν στις πλάτες τους οι ανθρωποι κι έτσι δεν μπορούν να πετάξουν και να βρεθούν πιο πέρα κι από τα πιο ενοχλητικά σκούρα σύννεφα.

Τα δίποδα κατασπαράζονται και δεν είχαν πολλές επιλογές, μόνο λόγια, φωνές που τις έπαιρνε ο βιαστικός αέρας και δεν έφταναν πουθενά! Κι έχτιζαν συνεχώς σύνορα, όρια και κανόνες που ξεκινούσαν πρώτα από μια ανάγκη ψυχή και με αυτά τύλιγαν το άχαρο και φτωχό κορμί τους.

Δεν μπορούσε να δώσει άλλη εξήγηση, έτσι τους λυπήθηκε ακόμη περισσότερο, άρπαξε ένα ξεροκόματο και το καταβρόχθισε στεναχωρημένος, έπειτα έδωσε μια και βρέθηκε πολύ ψηλά, όσο ανέβαινε τόσο τους λυπόταν περισσότερο, σκέψου να μπορούσαν να δουν τον κόσμο με τα δικά του μάτια.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΑπό την Ειδομένη το δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ
Επόμενο άρθροΒουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ φιλοξενεί οικογένεια προσφύγων
Ο Μανόλης Δημελλάς είναι οπερατέρ. Η καταγωγή του είναι από την Κάρπαθο. Γεννήθηκε στη Χίο το 1968 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Κινηματογράφο στη σχολή Χατζίκου. Εργάζεται στο MEGA από το 1992 και με την κάμερά του έχει καλύψει κορυφαία ειδησεογραφικά γεγονότα σε όλο τον κόσμο: γιουγκοσλαβικός εμφύλιος, εξέγερση στην Αλβανία, πόλεμος στο Ιράκ, παλαιστινιακή ιντιφάντα, επιθέσεις της Αλ Κάιντα στη Σαουδική Αραβία, Σκοπιανό, Τουρκία, εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και τη Λιβύη. Από το 2003 συμμετέχει με ντοκιμαντέρ του σε διεθνή φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here