Ο Θεός αγαπάει το (ελληνικό) σινεμά

3
6

Μεγάλη παραγωγή, ακριβά σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, διάσημοι σταρ του παγκόσμιου σινεμά. Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» προβάλλεται ήδη σε 105 (!) αίθουσες σε όλη την Ελλάδα.

Και τα σχόλια; Είναι αρνητικά; Είναι θετικά;

Προς το παρόν θα τα παρακάμψω τα σχόλια για να πάω κάπου αλλού. Γι αυτό, εξάλλου, καταφεύγουμε στις παρακάμψεις- εμείς οι πληγέντες από το κυκλοφοριακό χάος- για να πάμε πιο γρήγορα στον προορισμό μας.

Δεν θα γράψω κριτική, λοιπόν. Δεν θα μιλήσω για αρετές και αβλεψίες, δεν θα εξάρω την- αναμφισβήτητα άψογη- ερμηνεία του βασικού πρωταγωνιστή Σεμπάστιαν Κοχ. Θα γράψω μόνο ότι αν αυτή η ταινία «πάει», αν κόψει εισιτήρια, αν γίνει εμπορική επιτυχία, θα βοηθήσει ολόκληρο το ελληνικό σινεμά.

Ουπς! Επικίνδυνο θέμα άγγιξα. Πώς μια, αγγλόφωνη, ακριβή παραγωγή μπορεί να βοηθήσει αυτή την τρομερή νέα γενιά του ελληνικού σινεμά που τα σπάει με το σύστημα, που πέφτει με τα μούτρα πάνω σε σύγχρονα καυτά θέματα, που παθιάζεται με τις κινούμενες εικόνες του αύριο; Τι θέση έχουν οι ακριβές παραγωγές σε μια φτωχή κινηματογραφία;

Όπότε «το καλό του ελληνικού σινεμά είναι οι μικρές ανεξάρτητες ταινίες». Σωστό; Και σωστό και λάθος.

Το καλό του ελληνικού σινεμά είναι το ελληνικό σινεμά. Και οι μεγάλες ακριβές παραγωγές και οι μικρές φλεγόμενες ταινίες και τα συμβατικά δράματα. Και οι πρωτοποριακές φωνές και οι πειραματισμοί και όλα.

Η κινηματογραφική πιάτσα της Ελλάδας είναι πολλή μικρή και λειτουργεί με τον νόμο των συγκοινωνούντων δοχείων: οι ίδιοι τεχνικοί που δούλεψαν στην ταινία του Σμαραγδή και πληρώθηκαν κανονικά, θα δουλέψουν σε μια ανεξάρτητη φτηνή ταινία και θα πάρουν πολύ λιγότερα –ή και καθόλου- χρήματα. Η επιτυχία της «μεγάλης» ταινίας θα τους επιτρέψει να είναι πιο ευέλικτοι στις «μικρότερες».

Ο ίδιος διανομέας (η εταιρεία Feelgood), που διανέμει τώρα το «Χαβιάρι», είχε διανείμει και τρεις από τις σημαντικότερες «καλλιτεχνικές» ταινίες του Νέου Ελληνικού Ρεύματος: τον «Κυνόδοντα» και τις «Άλπεις» του Γιώργου Λάνθιμου και το «Attenberg» της Αθηνάς Τσαγκάρη. Αν η ταινία του Σμαραγδή δεν πάει καλά, τότε σίγουρα θα δυσκολευτεί να ξαναβγάλει στις αίθουσες ανάλογες ανεξάρτητες ταινίες.

Μέσα στο θολό τοπίο της οικονομικής κρίσης -κι ενώ οι Τέχνες βάλλονται από παντού και η ανήσυχη πνευματική διαδικασία ονομάζεται πια «θολοκουλτούρα»- το ελληνικό σινεμά έχει ανάγκη τον εαυτό του. Έχει ανάγκη από μια πολύπλευρη ταυτότητα ειδών, σχολών και διαφορετικών στυλ.

Μια περιχαρακωμένη και- υποτιθέμενα ξεκάθαρη- ταυτότητα που δεν υπερασπίζεται παρά τον περίγυρό της, δεν έχει κανένα αντίκρισμα.

Όταν η ελληνική κινηματογραφική δημιουργία ανθεί, όπως τα τελευταία δυο τρία χρόνια, αλλά η εγχώρια αγορά δεν μπορεί να στηρίξει την παραγωγή, τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν κρατικά χρήματα δεν υπάρχουν, όταν οι ιδιώτες δεν επενδύουν στο σινεμά (και γιατί να το κάνουν άλλωστε;) και όταν οι χορηγοί είναι διστακτικοί απέναντί του, τότε έχουμε πρόβλημα.

Όταν οι διανομείς δεν παίρνουν ελληνικές ταινίες, διότι τα χρέη τους από την πτώση των εισιτηρίων και το παράνομο downloading είναι τεράστια, τότε έχουμε πρόβλημα.

Το ελληνικό σινεμά βρίσκεται σε μια εξαιρετικά γόνιμη περίοδο. Κι έχει πια κατανοήσει τα προβλήματα του παρελθόντος. Και έχει βρει τον τρόπο να επεξεργάζεται τολμηρές λύσεις.

Ξέρει ότι το «καλλιτεχνικό» και το «εμπορικό» (και τα δύο ούτως ή άλλως λιλιπούτεια ήταν πάντα) τμήματά του δεν μπορούν να αλληλοσνομπάρονται.

Ξέρει, επίσης, ότι η λύση των προβλημάτων του δεν βρίσκεται «κάπου εκεί έξω», αλλά μέσα σε μια συνολική (και, γιατί όχι, συλλογική) διαδικασία τεχνών, ιδεών και εμπορίου.

Και, βέβαια, ξέρει ότι όσο υπάρχουν «εμπορικές» ταινίες που κόβουν εισιτήρια και αναθερμαίνουν τις αίθουσες, θα υπάρχει και «καλλιτεχνική πρωτοπορία». Το ένα φέρνει το άλλο. Το ένα έχει ανάγκη το άλλο. Το ένα υπάρχει μέσα στο άλλο.

Η κρίση μας έμαθε, με τον πιο βίαιο ίσως τρόπο, ότι η λύση του προβλήματος είναι μέσα στο ίδιο το πρόβλημα. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να την βρούμε.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΗ φωτογραφία της ημέρας
Επόμενο άρθροΤα πρώτα 40 χρόνια είναι δύσκολα…
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Παρίσι, έζησε και δούλεψε στη Γενεύη και τη Νότιο Γαλλία. Έγραψε κείμενα και κριτικές για τον κινηματογράφο στις εφημερίδες Ελεύθερος Τύπος, Αυγή και Εθνος και σε αρκετά μηνιαία και εβδομαδιαία περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια είναι διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κινηματογραφικός συντάκτης του MEGA

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Sorry…αλλά μάλλον δεν έχεις παρακολουθήσει την ταινία…διαφορετικά δεν θα είχες δίλημμα για τα σχόλια αν πρέπει να είναι αρνητικά ή θετικά. εντυπωσιακά κοστούμια ούτε κατά διάνοια…έβλεπες τον Παπακαλιάτη και το ζούσες το καρναβάλι…και πιστεύω ότι μία ταινία για να γίνει εμπορική επιτυχία δεν χρειάζεται να είναι ούτε μεγαλή παραγωγή αλλά ούτε και να έχουν επενδύσει τόσα στη διαφήμιση της όταν δεν είναι ολοκληρωμένη…ωραία ιστορία – συνταγή με λάθος υλικά και κακή εκτέλεση.

  2. Η ταινία είναι άθλια. Προσπαθούν να την πλασάρουν με όρους εθνικούς, αλλά είναι ένα νερόβραστο και άνοστο πράγμα με παιδικού επιπέδου σκηνοθεσία. Μια χαμένη ευκαιρία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here