Θλιμμένα Χριστούγεννα

 

Όσο πιο λίγες είναι οι αναμνήσεις που γράφει το κορμί τόσο πιο ανώδυνες και ευχάριστες γίνονται οι γιορτές!

Όσο πιο αθώα η ψυχή σε πράξεις και σε παρθενικές σκέψεις, τόσο το πνεύμα των Χριστουγέννων ντύνεται με τα πιο γλυκά χρώματα του ονείρου και της φαντασίας.

Όμως τα παιδιά δε σταματούν να μεγαλώνουν! Πρώτα οι ανάγκες κι έπειτα οι εμπειρίες, παρέα με την καθημερινότητα, δολοφονούν και τις πιο αγνές προθέσεις.

Κάποτε λοιπόν, στην ταλαιπωρημένη δεκαετία του 1930, υπήρχε ένας Καρπάθιος που έτρωγε τα νιάτα του στην Αμερική μαζεύοντας χρήματα κι είχε όνειρο να κάμει μαντροκαϊσματα και ανεστέμματα, στα πατρογονικά κτήματα και στο σπίτι, που είχε κληρονομιά στο νησί!

Μέσα στις ανορθόγραφες επιστολές και στα σύντομα γράμματα που έστελνε στη μάνα παράχωνε μερικά δολλάρια κι εκείνη καμάρωνε το πρωτογιό που ταχε καταφέρει, γλύτωσε από τα στενά χωμάτινα μονοπάτια του χωριού, το παιδί της ξέφυγε από την πελώρια και αχόρταγη θάλασσα.

Σε έναν από τους αμέτρητους μοναχικούς χειμώνες, εκεί στη ξενιτιά, ο μεροκαματιάρης πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, βγήκε από το ορυχείο φορτωμένος ιδρώτα και καρβουνόσκονη και τότε έμαθε τα δυσάρεστα μαντάτα. Η μάνα του ήτανε λέει στο κρεβάτι, η γυναίκα πέθαινε, όμως δεν έγραψε τίποτε του γιού, δεν έστειλε μαντάτο για να μη τον κακοκαρδίσει, ήθελε να φύγει ήσυχα, ακριβώς όπως είχε γεννηθεί, δίχως να κουράσει και να θορυβήσει κανέναν.

Ο μετανάστης έμαθε ότι το τέλος της γερόντισσας μάνας ήταν κοντά και πήρε την απόφαση να χαλάσει κάτι από το κομπόδεμα που φύλαγε σφιχτά δεμένο, να κάμει, έστω και μέσα στο καταχείμωνο, το ταξίδι για το νησί.

Πήρε το πρώτο υπερωκεάνιο κι έφτασε στον Πειραιά φορτωμένος με ένα μπαούλο δώρα, δεν λησμονούσε κανέναν από το χωριό του, δεν θα άφηνε τα στόματα να λένε πως ήταν ένας φτωχός εργάτης, έραψε κι ένα κουστούμι και μελετούσε τα γλέντια και τις μαντινάδες θα ταίριαζε.

Μέσα του Δεκέμβρη και ο Σαρωνικός έμοιαζε να κατεβάζει άσπρα φίδια, κανένα σκαρί δεν ξεκινούσε για το ταξίδι προς την Κάρπαθο. Ο γιος απογοητευμένος ξημερωβραδιαζόταν στο λιμάνι και παρακαλούσε, μέχρι που έπεισε έναν καπετάνιο, που είχε μια μπενζίνα να τον μεταφέρει στο νησί του.

Μέσα στην αναμπουμπούλα και την ταραχή του λησμόνησε να πάρει το απαραίτητο περμέσσο, την άδεια, από το Ιταλικό προξενείο της Αθήνας κι αυτό έμελε να καταδικάσει το ταξίδι του.

Το σκαρί άντεχε στα κύματα κι άκουγε τον καπετάνιο, έτσι μια εβδομάδα αργότερα το τριμελές πλήρωμα κι ο πελάτης αντίκρυσαν το λιμάνι των Πηγαδίων. Από τη συγκίνηση το παλικάρι έμοιαζε με ένα μικρό παιδί και δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα και τους αναστεναγμούς.

Αλλά και απέναντι, στη στεριά, οι ατέλειωτες ετοιμασίες έδωσαν νότα αισιοδοξίας σε κείνα τα Χριστούγεννα.

Η μάνα είχε μάθει το νέο και ήταν σα να ξανάνιωσε, σηκώθηκε από το κρεβάτι και με ότι δυνάμεις είχαν απομείνει στο γέρικο κορμί, έφτιαχνε πίτες και γλυκά με τα αφυδατωμένα χέρια της που σε κάθε κίνηση έμοιαζαν με ζωντανά κόκκαλα.

Το καϊκι μπήκε στον κόλπο των Πηγαδίων ανήμερα των Χριστουγέννων, ο γιος δεν κρατιόταν, έτρωγε τα σίδερα και περίμενε να φιλήσει το χώμα του νησιού του, όταν ξαφνικά μια Ιταλική βάρκα πλησίασε και έκανε σινιάλο στον καπετάνιο, τους σταμάτησαν για να τους κάμουν έλεγχο και ζητούσαν τα απαραίτητα χαρτιά.

Ο καπετάνιος άνοιξε μια σακούλα και έδωσε ένα μάτσο σφραγισμένα έγγραφα, όμως άδεια από το Ιταλικό προξενείο για το συγκεκριμένο ταξίδι δεν υπήρχε, απότομα οι δυο καραμπινιέροι πήραν εντολή από μαρεσάλο και σήκωσαν τα όπλα, απαγόρευσαν στο σκάφος να πιάσει στο λιμάνι και με τη βία τους έδιωξαν από το νησί.

Αμίλητοι έκαναν στροφή και έβαλαν πλώρη για την Κρήτη, σε όλο το ταξίδι το καϊκι αγκωμαχούσε για να βγάλει το καρπάθιο, ενώ το άτυχο παλικάρι έλυσε τη γραβάτα, έπειτα πέταξε το πουκάμισο στην άκρη, φόρεσε μια παλιόμπλουζα του καπετάνιου, έπειτα χώθηκε μέσα στη μικρή ακατάστατη και σκοτεινή καμπίνα και πάλευε τις μαύρες σκέψεις του.

Στο νησί δεν ήξεραν πως να πουν στη γριά την αλήθεια, που δε λογάριαζε το κρύο και εξακολουθούσε να περιμένει στο κατώφλι.

Πέρασαν πολλές Χριστουγεννιάτικες ώρες που μοιάζαν με το χειρότερο μαρτύριο, ώσπου το κατάλαβε μονάχη της.

Η γριούλα μπορεί να μην έβλεπε καλά, όμως μύριζε όλα τα συναισθήματα. Σύρθηκε μέσα στο σπίτι, πρώτα σκέπασε το τραπέζι, ύστερα έσυρε στην αυλή το μαγγάλι.

Έπειτα έκαμε ένα σταυρό μπροστά σε μια πολυκαιρισμένη εικόνα, που είχε απομείνει σκέτο γδαρμένο ξύλο, έσβησε μια ξέπνοη λάμπα και έμεινε να σκέφτεται τα περασμένα, τότε που όλα ήταν πιο αθώα, θυμόταν το γέλιο και την αγάπη που είχαν τα μάτια, εκείνα έβγαζαν χέρια και κάθε τόσο έκαναν τη πιο σφιχτή αγκαλιά. Δεν είχε κουράγιο ούτε να κοιτάξει τις φωτογραφίες που ήταν χρόνια τώρα απλωμένες στο διπλανό τραπεζάκι.

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, ξημέρωσε και βρήκαν την ηλικιωμένη καθισμένη στην ίδια θέση, ακίνητη και παγωμένη.

Πρώτα η απογοήτευση κι ύστερα η ταλαιπωρία από το βάρος τόσων χρόνων έκλεισαν τον κύκλο της ζωής της. Και έγινε όπως ήθελε, ήσυχα, δίχως να βαρύνει κανέναν.

Ο γιος ξαναγύρισε στην μεγάλη απρόσωπη πατρίδα, εκεί που χωρά κάθε καρυδιάς καρύδι, αρκεί να είσαι κρυμμένος, μαζεμένος και φρόνιμος.

Δεν ξαναγύρισε στο νησί και όταν έφταναν τα Χριστούγεννα ένιωθε τέτοια πίκρα που φρόντιζε να χάνεται στο πλήθος ή άλλες φορές να βρίσκει τις πιο παράξενες δικαιολογίες και να κλειδώνεται στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του κι όταν θυμόταν το χωριό και τη χρυσοχέρα μάνα τότε ξέφευγε ένα δάκρυ κι εκείνος έτρεχε να το κρύψει, αφού τέτοια συναισθήματα όλο και πιο σπάνια έχουν ενδιαφέρον για τους άλλους.

Το πιο αστείο είναι πως δεν ήταν ο μοναδικός που ζούσε μαύρα Χριστούγεννα…

(Η ιστορία έμεινε στο χρόνο δίχως ονόματα, από τις αφηγήσεις και τα γραπτά του Γιώργου Ν. Καφετζιδάκη, παλιού προέδρου του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων).

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code