Το δικό μου αντίο, στο δικό μου φθινόπωρο…

Σαν βάρκες παλεύουμε ενάντια στο ρεύμα, που μας παρασύρει αδιάκοπα προς το παρελθόν.
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ
Το φθινόπωρο σιγά σιγά «ξεψυχάει». Όμως θέλει να το θυμόμαστε με γλυκιά νοσταλγία. Όμορφο, ηλιόλουστο και χαρούμενο. Λες και ξέρει ότι μας περιμένει σε λίγο κρυμμένο αυτό το άγριο θηρίο του χειμώνα. Έτσι αυτό το περίεργο απομεσήμερο, στο λυκόφως της ελπίδας ταξίδεψα. Πώς «ταξιδεύεις» χωρίς να ταξιδεύεις; Μα μόνο με τη φαντασία. Έτσι έκλεισα τα μάτια, άκουσα το κύμα και επινόησα δύο φανταστικά πρόσωπα. Κι έναν πολύ σύντομο φανταστικό διάλογο μεταξύ τους. Αυτά τα «έδεσα» με ένα απόσπασμα του Ζοζέ Σαραμάγκου. Αυτό είναι το δικό μου αντίο στο δικό μου φθινόπωρο. Με την ελπίδα και την ευχή, του χρόνου τέτοια μέρα να συναντάμε στους δρόμους λιγότερα θλιμμένα βλέμματα.
…Η Ουρανία περπατούσε στο πλακόστρωτο δρομάκι στο Νεράτζι, το παραλιακό χωριό της Κορινθίας που είχε βρει καταφύγιο από τις αναμνήσεις.  Ήπιε το αγαπημένο της ποτό (κάτι σαν μαρτίνι, αλλά όχι ακριβώς) και θυμήθηκε εκείνη τη σχέση – «τυφώνα» με τον Λέανδρο. Εκείνο τον ωραίο τρελό (όπως τον έλεγε) που την «ισοπέδωσε» στο περασμά του. Που του ζητούσε έλεος εκείνες τις φλογισμένες νύχτες στην «κόλαση» του τυφλού πάθους.
«Γιατί με ανάγκασες να φύγω τότε;» την είχε ρωτήσει.
«Γιατί μου άνοιξες τα μάτια και το φως ήταν υπερβολικά δυνατό. Γι αυτό τα ξανάκλεισα» του απάντησε εκείνη.
Αυτή η σχέση όντως ήταν ένα εκτυφλωτικό φως. Όμως οι άνθρωποι συχνά συναντούν το πεπρωμένο τους, στο δρόμο που πήραν γιά να το αποφύγουν. Μιά σχέση «αμαρτίας» και πάθους που θα μπορούσε να εμπνεύσει ακόμα και τον «βλάσφημο» αιρετικό Πορτογάλο νομπελίστα συγγραφέα Σαραμάγκου που γράφει κάπου στο συγκλονιστικό «τετράδιο:
«‘Οταν πέθανε ο Λάζαρος η θλίψη και η λύπη του Ιησού ήταν τέτοιες που μία νύχτα του είπα. Δεν μπορώ να σε φτάσω. Γιατί πήγες και κλείστηκες πίσω από μία πόρτα που είναι πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις;  Και εκείνος είπε παράπονο και στεναγμός ζώου που κρύφτηκε για να υποφέρει. Κι αν δεν μπορείς να μπεις μη ξεμακραίνεις από εμένα, έχε μου πάντα το χέρι σου απλωμένο , ακόμα και όταν δεν μπορείς να με δεις. Αν δεν το κάνεις, θα ξεχάσω τη ζωή ή εκείνη θα με ξεχάσει. Και όταν μετά από μερικές ημέρες ο Ιησούς πήγε να συναντήσει τους μαθητές του, εγώ που βάδιζα στο πλευρό του του είπα. Θα κοιτάζω τη σκιά σου αν δεν θέλεις να κοιτάζω εσένα. Κι εκείνος απάντησε θέλω να είμαι όπου είναι η σκιά μου αν εκεί βρίσκονται τα μάτια σου. Αγαπιόμασταν και λέγαμε λόγια σαν αυτά, όχι μονάχα επειδή είναι όμορφα και αληθινά, αν μπορούν να είναι και το ένα και το άλλο ταυτόχρονα, αλλά γιατί προαισθανόμουν πως ο καιρός της σκιάς πλησίαζε και χρειαζόταν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε, μαζί ακόμα, το σκοτάδι της οριστικής απουσίας. Είμαι η Μαρία η Μαγδαληνή και αγάπησα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πω».
Σχετικά Άρθρα

Ένα σχόλιο
  1. Ο/Η kalis λέει:

    ΕΛΕΟΣΣΣΣ
    ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΕΙ ΘΕΟΣ;;;;;


Αφήστε το σχόλιο σας

*