Τι χρώμα έχει η ζωή σου;

 

Ήταν καλοκαίρι του 1991 σε μιά αθλητική εκδήλωση στη Βιβλιοθήκη του Μοντεβιδέο στην Ουρουγουάη, όταν ένας φοιτητής από το κοινό ζήτησε από τον Μοχάμεντ Άλι που ήταν προσκεκλημένος του συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο και βρισκόταν στο βήμα, να απαγγείλει κάτι. Ο ακτιβιστής αθλητής μετά το στιγμιαίο ξάφνιασμα επινόησε στη στιγμή το συντομότερο ποίημα της παγκόσμιας ιστορίας: Me,we. Εγώ, εμείς.

Μέσα σε μόνο δύο λέξεις ο Άλι κατόρθωσε με τη φλογερή ψυχή του να περιγράψει όλα όσα είναι η ζωή. Αυτό που λέμε λίκνο της ζωής. Αυτές οι δύο λέξεις ήταν οι αγλαοί καρποί μιάς περίεργης σοφίας που είχαν ανθίσει, σε έναν «κήπο» βίας με γροθιές, αίμα, πόνο, αλλά κάτω από μία «σκιά» δημοκρατίας, ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Εγώ είμαι εσύ και εσύ είμαι εγώ, ήθελε να πει. Αλλά το είπε ακόμη πιό απλά και λιτά. Με δύο λέξεις από δύο γράμματα η κάθε μία στην αγγλική γλώσσα. Αδιανόητο! Περιέγραψε το νόημα της ζωής με τέσσερα γράμματα.

Έκανα αυτόν τον πρόλογο γιά να εκμυστηρευτώ ότι μακάρι να είχα τη σκέψη του Άλι. Μακάρι να μπορούσα να περιγράψω με δύο λέξεις τι νιώθω και τι σημαίνουν γιά εμένα οι δύο Δημήτρηδες της ζωής μου. Ο πατέρας μου Δημήτρης Κωστάκης και ο δασκαλός μου στη δημοσιογραφία Δημήτρης Παπαδόπουλος. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ. Μου είναι αδύνατον να χωρέσω σε δύο λέξεις την αγάπη μου γι αυτούς τους δύο ανθρώπους που με «έπλασαν» όπως ήθελαν. Και τους δύο δεν τους χάρηκα πολύ. Η καρδιά του πατέρα μου σταμάτησε να χτυπά στα 63 του, όταν ήμουν 23 ετών, ενώ ο δάσκαλός μου έφυγε από τη ζωή μόλις 50 ετών, είχα προλάβει να εργαστώ μαζί του τρία χρόνια στην αρχή της πορείας μου.  Ήταν ο πρώτος που με εμπιστεύτηκε, διέκρινε το όποιο ταλέντο μου και ως διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Ακρόπολις» (38 ετών ο πιό νέος σε ηλικία στον ελληνικό Τύπο) υπέγραψε γιά να μπω στο μισθολόγιο και ο αυτός που με έχρισε επικεφαλής του ελεύθερου ρεπορτάζ σε ηλικία μόλις 23 ετών. Δύο μήνες μάλιστα μετά τον θάνατο του πατέρα μου, που δεν πρόλαβα να τον κάνω υπερήφανο (αλλά ευτυχώς έκανα τη μητέρα μου).

Ο πατέρας μου ήταν από τους έντιμους και φιλότιμους δημοσίους υπαλλήλους που εργαζόταν σκληρά και πέρα από το ωράριό του. Με θέση ευθύνης ως τεχνικός προιστάμενος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έπρεπε να έχει φροντίσει τα πάντα στην εντέλεια γιά να γίνει η παράσταση. Ο κόσμος της όπερας έγινε και δικός του και τον σέβονταν όλα τα «μεγαθήρια» της Τέχνης. Μαρία Κάλλας, Μελίνα Μερκούρη, Γιάννης Τσαρούχης, Μάνος Χατζιδάκης, Τζον Μοδινός, Σπύρος Ευαγγελάτος και τόσοι άλλοι. Δεν μου άφησε σπίτι ή χρήματα ο πατέρας, αλλά κάτι ανεκτίμητο. Τις φωτογραφίες με αυτούς τους «γίγαντες», τις ιδιόχειρες σημειώσεις τους και προπάντων τις ιστορίες μαζί τους. Τα γλέντια και τις συζητήσεις τους. Κι αυτή την ανθρώπινη ματιά. Το πνεύμα του. Το «εγώ, εμείς» του Άλι. Ο πατέρας το έλεγε διαφορετικά, βέβαια. Ένα σχολείο με το ζόρι είχε τελειώσει, άλλωστε. Έζησε κατοχή, πείνα, πόλεμο και χούντα. Ώσπου τον λύγισε ο ύπουλος καρκίνος μετά από τόσες κακουχίες και δεν χάρηκε ούτε μιά ημέρα σύνταξης. Πέθανε «πάνω στη μάχη».

Ας είναι. Μακάρι να μην σας φάνηκαν ανούσιες αυτές οι σκέψεις που έκανα, με έναυσμα ένα απόγευμα που έψαχνα το αρχείο μου. Και βρήκα μιά φωτογραφία με έναν παλιό μου έρωτα που από πίσω μου έγραφε τρυφερά «αν τα μάτια σου μιλούσαν τι θα μου έλεγαν;». Και την πρώτη μου δημοσιογραφική ταυτότητα υπογεγραμμένη από τον αείμνηστο Παπαδόπουλο στις 14 Ιουνίου 1986. Και συνειδητοποιώντας ότι δύο Δημήτρηδες, μου χάρισαν απλόχερα μιά πυξίδα ηθικής για να έχω πάντα μαζί μου. Άνοιξαν σαν «ερπυστριοφόρα» ζωής τον δρόμο μου. Γεμάτο ανηφόρες και επικίνδυνες στροφές. Αλλά, πάντως, δρόμο. Γιατί άλλοι έχουν μόνο αδιέξοδα…

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code