Το 1964 «πέθανε» ο Κάσιους Κλέι, σήμερα πέθανε και ο Μοχάμετ Άλι

0dba2cbd-3a43-482c-886d-15fe657e7aaa

 

 

Σαραντατρείς στους σαραντατέσσερις αρμόδιους συντάκτες των αθλητικών εφημερίδων του Μαϊάμι συμφωνούσαν απόλυτα. Ο Σόνι Λίστον -ο  «καταστροφέας» όπως τον αποκαλούσε ο «γκουρού» της επαγγελματικής πυγμαχίας, ο περίφημος αρθρογράφος των «N.Y.Times» Αρθουρ Ντάλεϊ- ήταν το απόλυτο φαβορί κόντρα στον πρωτοεμφανιζόμενο και σχετικά άγνωστο Κάσιους Κλέι. Αλλά η ιστορία δεν γράφεται ούτε από τις δηλώσεις, ούτε από τα άρθρα, ούτε από τις προβλέψεις. Πριν από 37 χρόνια, στις 25 Φεβρουαρίου 1964 ο Κάσιους Κλέϊ ξεκινούσε από το «Convention Hall» του Μαϊάμι για να κατακτήσει τον κόσμο.

Ο αγώνας ξεκινούσε στις 8.30 το βράδυ. Στο ξεκίνημα του αγώνα ο Λίστον κοίταξε άγρια τον νεαρό Κλέι και του είπε: «Μικρέ θα σε σκοτώσω». Μετά έβαλε τα γέλια. Τελικώς, ο Κλέι δεν χρειάστηκε παρά 25 λεπτά για να ρίξει στο καναβάτσο τον Λίστον. Και το κουβάρι του μύθου είχε αρχίσει να ξετυλίγεται.

Στην πραγματικότητα ο Σόνι Λίστον θα έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός. Ο Κάσιους Κλέι ήταν ο χρυσός νικητής των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης. Δυο χρόνια νωρίτερα, το 1962, κέρδισε έξι αγώνες προβλέποντας ακριβώς σε ποιον γύρο θα έριχνε νοκ άουτ τους αντιπάλους του. Εκανε μόνο ένα λάθος. Εριξε νοκ άουτ τον Ντον Γουόρνερ στον τέταρτο γύρο, ενώ είχε πει πως θα το κάνει στον πέμπτο. Την επομένη του αγώνα, στις 26 Φεβρουαρίου, ο Κλέι πήγε στη συνέντευξη Τύπου φορώντας το χαμόγελο που υποδήλωνε ολοκάθαρα πως έξω από ήταν αποφασισμένος να παίξει το παιχνίδι των media. Απάντησε σε όλες τις κλασικές ερωτήσεις και φάνηκε εξαιρετικά προετοιμασμένος για την ερώτηση που πάγωσε την ατμόσφαιρα:

Ο Τζέιμς Στιούαρτ από τα «Boxing News» μια μικρή εφημερίδα της Ουάσιγκτον για το επαγγελματικό μποξ, τον ρώτησε δήθεν αφελώς, αν ήταν κάτοχος κάρτας μέλους των μαύρων μουσουλμάνων:

– «Τι εννοείτε», είπε ο Κλέι. «Τι σημαίνει κάρτα μέλους; Μήπως εννοείται πως είμαι μέλος ενός περιθωριακού κλαμπ; Αν εννοείτε αυτό, κάνετε λάθος. Πιστεύω στον Αλλάχ και την ειρήνη. Δεν θέλω να παντρευτώ λευκή γυναίκα. Δεν θέλω να ζήσω σε συνοικίες λευκών. Δεν θέλω να είμαι αυτό που θέλετε εσείς. Είμαι ελεύθερος να είμαι ό,τι θέλω».

Λίγες μέρες μετά τη συνέντευξη ο Κάσιους Κλέι «πέθανε». Και «γεννήθηκε» ο Μοχάμεντ Αλι.

 

Η «αόρατη» γροθιά

Η αλλαγή του ονόματος και της θρησκείας δεν έγινε χωρίς κόστος. Ο πατέρας του τον αποκήρυξε, ενώ δεν δίστασε να τον κατηγορήσει ανοιχτά στα Μέσα Ενημέρωσης. Δεν τον ξαναδέχτηκε στο πατρικό σπίτι και μια ολιγόλεπτη συνάντηση με τη μητέρα του έγινε μέσα στο ταξί που τον περίμενε. Πήρε το μέρος του Ελάια Μουχάμαντ, που έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής του, στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους μαύρους, κόντρα στον Μάλκολμ Χ και έγινε ο εθνικός ήρωας των μαύρων της Αμερικής, αλλά και όλων των Μουσουλμάνων. Το 1965, γίνεται ο αγώνας ρεβάνς του Σόνι Λίστον με τον –πλέον- Μοχάμετ Αλι. Οσοι είδαν τον αγώνα συμφωνούν με θλίψη πως δεν είδαν τη γροθιά του Αλι στο σαγόνι του Λίστον. Ακουσαν μόνο τον ήχο που υποδήλωνε πως τα κόκκαλα θρυμματίστηκαν και είδαν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα τον Λίστον να πέφτει αναίσθητος.

 

Η δήλωση σοκ

Οσο δυνατότερη γινόταν η σχέση του με τους μαύρους και τους μουσουλμάνους τόσο οι μετοχές του στις συνειδήσεις των λευκών σημείωναν απανωτά limit down. Τον Απρίλιο του 1967 καλείται να καταταγεί για να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Τον καλούν στο τηλέφωνο από το στρατολογικό γραφείο την ώρα που δίνει μια συνέντευξη. Τους κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα και λέει στον δημοσιογράφο:

«Θέλουν να πάω να πολεμήσω στο Βιετνάμ. Αλλά φίλε μου εγώ δεν έχω τίποτα με τους Βιετκόνγκ».

Ηταν μια δήλωση που συζητήθηκε για χρόνια. Ηταν μάλλον η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής και της ανοχής των λευκών που ενώ τον μισούσαν για τη ατσαλένια προσωπικότητά του, τον λάτρευαν για τη σιδερένια γροθιά του. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών και πρόστιμο 10 χιλιάδων δολαρίων ενώ του απαγορεύτηκε να πυγμαχεί. Ετσι διακόπηκε το σερί των 29 αγώνων με ισάριθμα νοκ άουτ. Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια μέχρι να αποδοθεί δικαιοσύνη στον Μοχάμετ Αλι από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

Η επιστροφή

Το 1970 αθωώθηκε πανηγυρικά και ξαναγύρισε στα ρινγκ. Δεν ήταν ο ίδιος, όμως. Τον Μάρτιο του 1971 διεκδίκησε τον τίτλο από τον Τζο Φρέιζερ και γνώρισε την άλλη πλευρά του νομίσματος, καθώς ηττήθηκε για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, στα σημεία, μετά από αγώνα 15 γύρων. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια πριν φτάσει σε ένα καλό επίπεδο για να διεκδικήσει ξανά τον τίτλο. Αυτή τη φορά από τον Τζορτζ Φορμαν, στις 30 Οκτωβρίου του 1974 σε έναν αγώνα που έγινε στο Ζαίρ, έμεινε γνωστός στην ιστορία της πυγμαχίας με τον τίτλο Rumble in the Jungle («Βροντή στη ζούγκλα») και στον οποίο φρόντισαν οι διοργανωτές να κάνουν τα πάντα για να γίνει πιο εύκολη η ζωή του Αλι. Απόλυτα δίκαια καθώς ο Φόρμαν φάνταζε αήττητος. Και όπως συμβαίνει συχνά η φήμη του προηγήθηκε της άφιξής του στο Ζαίρ. Ένα χρόνο νωρίτερα ο Φρέιζιερ τον είχε γνωρίσει και από την καλή και από την ανάποδη, πέφτοντας αναίσθητος σε 95 δευτερόλεπτα.

Για παράδειγμα χαλάρωσαν τα σκοινιά γύρω από το ρινγκ για να μπορεί να τραβιέται πιο πίσω ο Αλι και να μην τον βρίσκουν οι γροθιές του νεότερου και πιο πεινασμένου Φόρμαν. Ως τον τέταρτο γύρο τίποτα συνταρακτικό δεν είχε συμβεί. Στον πέμπτο γύρο ένα φοβερό αριστερό «άπερκατ» του Φόρμαν κούνησε το μυαλό του Αλι. Τελικώς, ύστερα από οκτώ γύρους ο Αλι κέρδισε με νοκ άουτ και πάλι κερδίζοντας εκ νέου την φαρδιά χρυσή ζώνη, επιβεβαίωνοντας τον προπονητή του, τον Αντζελο Ντάντι, πριν από τον αγώνα: «Ο Αλι δεν σκοπεύει να καταλήξει στο νοσοκομείο».

Ο ίδιος ο Αλι δήλωνε μετά τον αγώνα: «Ολοι αυτοί που ισχυρίζονταν πως έχω ξοφλήσει, όλοι όσοι νόμιζαν πως έχω πλέον μόνο μεγάλο στόμα, όλοι εκείνοι που περίμεναν να με δουν στο καναβάτσο, όλοι όσοι ήθελαν να δουν τον Τζορτζ να τα καταφέρνει για λογαριασμό τους. Ολοι αυτοί τώρα ξέρουν».

 

Το τέλος

Υπερασπίστηκε ξανά τον τίτλο του ένα χρόνο μετά. Αλλά με πολλή οδύνη και πόνο. Στην Μανίλα (Οκτώβριος 1975) πυγμάχησε εναντίον του Φρέιζιερ. Η νίκη ήταν πύρρειος, καθώς διαλύθηκαν τα νεφρά του και επί δύο ημέρες ουρούσε αίμα. Το 1978 αντιμετώπισε δυο φορές τον χρυσό ολυμπιονίκη του Μόντρεαλ Λέον Σπινκς. Πρώτα έχασε, ύστερα νίκησε-για μια ακόμα, αν και τελευταία- φορά.

Σήμερα* ο Μοχάμετ Αλι είναι ο ζωντανός μύθος του μποξ. Σέρνει τα αργά κουρασμένα βήματά του και σηκώνει τα αδύναμα μπράτσα του που τρέμουν από την Πάρκινσον και δεν τρομάζουν κανέναν. Ούτε καν την κόρη του, που χάρη στο DNA του πατέρα της κερδίζει την μία αντίπαλο μετά την άλλη και περιμένει την κόρη του Φρέιζιερ, για μια αναμέτρηση της δεύτερης γενιάς των Αλι – Φρειζιερ. Το 1996 επιλέχθηκε για την αφή της ολυμπιακής φλόγας κατά την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων που διοργανώθηκαν στην Ατλάντα των ΗΠΑ και προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση όταν εμφανίστηκε με τα άλλοτε σιδερένια χέρια να τρέμουν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι τα είδωλα αποτελούνται από σάρκα και αίμα.  Σε κάθε περίπτωση ο Αλι έβγαλε την πυγμαχία από τα υγρά υπόγεια και την έκανε απόλυτο αθλητικό must. Ισως, γι’ αυτό και η Ιστορία τον τίμησε ως τη μεγαλύτερη αθλητική προσωπικότητα του 20ου αιώνα…

 

*Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από ένα παλαιότερο άρθρο (Φεβρουάριος 2004), στην εφημερίδα «Κόσμος του Επενδυτή», για τα 40 χρόνια από τον πρώτο παγκόσμιο τίτλο του Μοχάμετ Άλι 

Περιοχή συνημμένων

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code