Το γυαλί της λάμπας  

 

Νεαρή μωρομάνα η Σταματουλίτσα ξεχύλιζε γάλα και ευτυχία, τόσο που αν τυχόν και βρισκόσουν παραδίπλα θα γέμιζε και εσένα από ζεστά χαμόγελα, ακαταλαβίστικα ξεματιάσματα και ένα σωρό από παιδικές απορίες.

Μάλλον απορίες για μεγάλα παιδιά θάτανε, αλλά τα χρόνια που περάσαν είναι τόσα πολλά που στόλισαν με μεταξωτές κλωστές τη πικρή της ιστορία.

Της έλαχε βλέπεις να μην υπάρχει κοντά γέρος μήτε και γριά, για να πιαστεί και να ακουμπήσει πάνω τους.

Ακόμα και για το ξεσκάτισμα διάβαζε βιβλία! Ξενυχτούσε μέσα σε μια στοίβα περιοδικά, έπειτα μουτζούρωνε και στράβωνε τις χρειαζούμενες σελίδες. Και έπαιρνε φόρα, έτρεχε κατά πάνω τους κάθε που έχανε το μπούσουλα μέσα σε πάνες και μωρουδιακά παπλώματα.

Είναι αλήθεια πως τα κατάφερνε, έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες και είχε μάθει να φροντίζει τη πριγκίπισσα της τόσο καλά που δεν ακουγόταν ούτε η άχνα από το πανέμορφο κορούλι. Είχε βάλει κανόνες και ωράρια ακόμη και στις αγκαλιές, για να μη μαθαίνει στα χάδια και στα σηκώματα. Και δεν άφηνε κανέναν, ούτε τον ίδιο τον πατέρα να πιάσει το παιδί!

Εκείνος δήθεν απορούσε, όμως κρυφοκαμάρωνε κι όσο την έβλεπε  να το κουλαντρίζει σα μαστόρισσα, τόσο έμπαινε στο μυαλό ιδέα για το δεύτερο.

Δεν βαριέσαι τι ένα, τι δυο. Μονολογούσε, όμως πρόσεχε να μη τον επάρει χαμπάρι, αφού εκείνη λέξη δεν ήθελε να ακούσει για ένα ακόμη βάσανο! Έτσι τουλεγε, και έδειχνε τη πόρτα με τα μικρά γυαλιστά της μάτια.

Η ιστορία δεν θα έμενε στη μνήμη αν όλα περπατούσαν κανονικά, και το στράβωμα ξεκίνησε με ένα ασταμάτητο κλάμα του αβάφτιστου μωρού.  Από τα αξημέρωτα μιας κάποιας Παρασκευής, ίσως και ναταν Δευτέρα, ποιός να θυμάται τέτοιες μέρες. Το μωρό είχε πάρει φόρα και έσκουζε σα το τσιμπιλιάρικο στρα(β)ό κατσούλι που χασε τη μάνα του.

Όσο ήταν και ο πατέρας στη κάμαρα, τόσο η αγωνία κοβόταν.

Ο φόβος του ζευγαριού μοιραζόταν και έσπαγε σε δυο κομμάτια.

Η μάνα, η Σταματουλίτσα, ξεροκατάπινε μοναχά το ένα από τα δυο και έτσι κάπως ηρεμούσε.

Με το πρώτο φως ο πατέρας έπρεπε να φύγει, διαφορετικά θα έχανε το μεροκάματο. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, όμως το μηνιάτικο ήταν τότε σταθερό, βρέξει-χιονίσει, έτσι η ψωμαθούκα ήταν χαμηλά.

Έμεινε μονάχη της, πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και προσπαθούσε να το ηρεμήσει.

Το κρατούσε σφιχτά πάνω της και εκείνο ένιωθε την αύρα, τη ζεστασιά από το κόρφο της μάνας. Έκανε να ξεχαστεί και μετά έπαιρνε φόρα και έπιανε πάλι τα παράπονα και τα κλάματα.

Κάποια αχρόνιστη στιγμή τέντωνε τα χέρια του σε μια κατεύθυνση και έμοιαζε να απαιτεί όλα τα πράματα του σπιτιού.

Έτσι ξεκίνησε ένα παιγνιδάκι που ησύχαζε το μωρό και η μάνα αναστέναζε ευχαριστημένη.

Πότε άγγιζε μια μικρή κορνίζα, πότε έπιανε ένα κουτάλι ή ένα ποτήρι, έτσι σχεδόν όλα τα αντικείμενα πέρασαν από τα εύθραυστα δαχτυλάκια της, μέχρι που η μικρή γύρισε προς τη αναμμένη λάμπα πετρελαίου και τινάχτηκε από περιέργεια.

Η μάνα τράβηξε ασυναίσθητα το κορούλι μακριά από το γυαλί, κι εκείνο έμπηξε τα πιο άγρια κλάματα.

Ο φόβος της Σταματουλίτσας είχε αποκτήσει φωνή, είχε πια πρόσωπο. Το παιδί δεν σταματούσε να ουρλιάζει, ενώ η μάνα έμοιαζε σαν υπνωτισμένη.

Αυτό το χάσιμο κράτησε σχεδόν έναν αιώνα και στο τέλος του, όταν η μάνα άνοιξε τα μάτια της, τα χέρια του μωρού έβγαζαν αίμα και ξέρναγαν φωτιές. Ενώ η λάμπα ήταν σπασμένη, χίλια κομμάτια. Όλος ο κόσμος ήταν κόκκινος, πεταμένος σε κομμάτια στο πάτωμα.

Λίγες μέρες μετά το μωρό δεν άντεξε και έσβησε μια για πάντα, ενώ η άμοιρη μάνα χάθηκε μέσα σε βουνά από φάρμακα και ολοκάθαρες άσπρες μπλούζες που υποσχέθηκαν θεραπείες.

«Το γυαλί της λάμπας παιδί μου, γιατί όχι; Κι αυτό θα σου το δώσω βασίλισσα μου»…έλεγε και ξανάλεγε η Σταματουλίτσα μέχρι που δε ξαναφάνηκε, ούτε που την ξανάδαν στο μικρό τόπο.

 

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*