Τρεις ποιήτριες, τρεις ποιητές, τρεις μεγάλοι έρωτες

Μεσοπόλεμος… το τέλος μιας εποχής, το απροσδιόριστο του μέλλοντος και η ανάγκη μιας «νέας αρχής», συνέθεσαν την εποχή που θα  έρχόταν με δριμύτητα…

Σ’ ενα ομιχλώδες και αρρωστημένο περιβάλλον, τρεις γυναίκες, τρεις ποιήτριες, στα δύσκολα αυτά χρόνια  ερωτεύονται…κόντρα σε όλους τους καιρούς.

Tα αληθινά κορίτσια δεν χάνονται ποτέ. Δεν τ’ αρπάζει ο καιρός. Ξανάρχονται με τη μορφή βιβλίων, προσευχών και τραγουδιών…». Κάπως έτσι είχε προλογίσει στο Τρίτο Πρόγραμμα, ο Μάνος Χατζιδάκις,την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου…

«Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος… Το τραύμα σου, όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς», θα έγραφε  ο  ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

Οι δυο τους έζησαν έναν παθιασμένο έρωτα, τον Ιούλιο του 1940, ο Εμπειρίκος και η Μάτση θα παντρευτούν. Το σπίτι του ζευγαριού θα γίνει σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής καταφύγιο για τους ποιητές εκείνους που πάλευαν για το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και τον έρωτα -σε πείσμα όλων των κινδύνων και των στερήσεων της εποχής…

Εκεί διαβάστηκαν, για πρώτη φορά, η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου, ο «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου

Αργότερα η επικοινωνία τους θα πάρει την μορφή μηνυμάτων, αφού η Μάτση Χατζηλαζάρου έφυγε με το πλοίο «Ματαρόα» για το Παρίσι, το 1945, μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής – και έτσι διασώθηκε από τη δίνη του εμφυλίου όλη η διανόηση της Τέχνης και της Επιστήμης…
Ενδεικτικά αναφέρω ονόματα, όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, της Έλλης Αλεξίου, του Κώστα Αξελού…

Εκεί, λοιπόν, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’30, είχαν γνωριστεί οι δυο τους… Ο Καρυωτάκης αγοραφοβικός και συνεσταλμένος, η Πολυδούρη μποέμ και εξωστρεφής που διψούσε για ελευθερία σε όλες τις εκφάνσεις της -σε μια εποχή που δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να είναι ελεύθερες…

Μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια ερωτική σχέση που έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτη… Τον Ιούλιο του 1928, η Πολυδούρη πληροφορείται ένα τραγικό γεγονός. Ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης είχε αυτοκτονήσει. Ο ποιητής είχε μετατεθεί στην Πρέβεζα, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει τη γαλήνη. Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού,

Όταν έμαθε πως ο αγαπημένος της αυτοκτόνησε, η ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας της, επιδεινώθηκε. Ο χρόνος και για εκείνη μέτραγε πια αντίστροφα. Στις 29 Απρίλιου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης, στο νοσοκομείο ΣΩΤΗΡΙΑ…

Και οι δυο τους άφησαν την τελευταία τους πνοή σε μικρή ηλικία. Η κλονισμένη τους υγεία, ίσως, ήταν αποτέλεσμα του ανεκπλήρωτου έρωτά τους. Μένουν μόνο τα ποιήματά τους, για να θυμίζουν τη μεγάλη τους αγάπη.

«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα/ γι’ αυτό η ζωή, μου εδόθη/ Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη /“μένα η ζωή πληρώθη»

Η γνωριμία τής Μυρτιώτισσας με τον επτανήσιο ποιητή Λορέντζο Μαβίλη υπήρξε  καθοριστική και για τη ζωή και για το έργο τής ποιήτριας.  Ο Μαβίλης, για την εποχή του ήταν  πρότυπο… Ποιητής, με μεγάλη φήμη για τα  ποιηματά του, πατριώτης, είχε ήδη πολεμήσει στην Κρήτη, καλλιεργημένος με ήθος, και μόρφωση  στοιχεία που γοητευσαν τη Μυρτιώτισσα…

Είναι ο μεγάλος έρωτας, ο ιδανικός σύντροφος που πραγματώνει όλες τις προσδοκίες της  ερωτικές, πνευματικές, καλλιτεχνικές. Στο έργο της, το οποίο διακρίνεται για τον έντονο λυρισμό του, ξεχωρίζουν ο έρωτας και ο θάνατος – και τα δύο θα τη σημαδέψουν ανεξίτηλα…

Από τη μια, ο έρωτας στο πρόσωπο του Λορέντζου Μαβίλη, που θα του αφιέρωνε το ανυπέρβλητο «Σ’ αγαπώ – δεν μπορώ τίποτ’ άλλο να πω πιο βαθύ, πιο απλό, πιο μεγάλο», που μελοποιησε αργότερα ιδανικά ο  Χατζιδακις στον «Μεγάλο ερωτικό»…

Από την άλλη, ο θάνατος, η απώλεια του μονάκριβου γιού της Γιώργου Παπά.

ΥΓ Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες στην ζωή των τριών γυναικών -έζησαν τον απόλυτο έρωτα στα πρόσωπα ποιητών, και οι τρεις έζησαν στο Παρίσι, και από νωρίς έδειξαν να μην συμβιβάζονται με το ύφος και το ήθος της εποχής.

Η απουσία του έρωτα και ο θάνατος… ώθησαν τη Πολυδούρη και τη Μυρτιώτισσα στον μαγικό κόσμο της ποιησης…

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code