Βιβλιοκριτική|Κώστας Αρκουδέας, Το Χαμένο Νόμπελ: Μια αληθινή ιστορία

to-xameno-nompel-mia-alithini-istoria

 

Η Σουηδική Ακαδημία, στην προσπάθειά της να τηρεί ουδέτερη στάση, απέφευγε να βραβεύει συγγραφείς που, κατά καιρούς, έπαιρναν ακραίες θέσεις. Μάλλον πρέπει να διδάχθηκε από κάποια σφάλματά της, όπως η βράβευση του Νορβηγού Κνουτ Χάμσουν το 1920, ο οποίος δώρισε το βραβείο στον Γκαίμπελς και κάλεσε τους συμπατριώτες του να καταθέσουν τα όπλα όταν οι Ναζί εισέβαλαν στη χώρα του.

Λέγεται ότι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες έχασε το βραβείο επειδή ετέθη υπόψη της Σουηδικής Ακαδημίας μία φωτογραφία του στην οποία φαίνεται να ανταλλάσσει χειραψία με τον δικτάτορα Πινοσέτ. Ίδια αντίδραση είχε η Σουηδική Ακαδημία με τον Αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ και τον Γάλλο πεζογράφο Λουί Φερντινάν, οι οποίοι, ενώ ήταν υποψήφιοι, δεν βραβεύθηκαν.

Ο κατάλογος με τους συγγραφείς που δεν τιμήθηκαν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αλλά κέρδισαν με μια θέση στη συνείδηση της ανθρωπότητας είναι μακρύς: από τον Τσέχοφ, τον Χένρι Τζέιμς, τον Κάφκα και τη Βιρτζίνια Γουλφ ως τον Μπρεχτ, τον Πεσόα, τον Όργουελ, τον Χούλιο Κορτάσαρ και πολλούς άλλους. Ενώ τα μεγέθη πολλών εξ όσων βραβεύθηκαν δεν είναι τόσο μεγάλα που αρκετοί από αυτούς αναφέρονται πλέον στην ιστορία της λογοτεχνίας με μικρά γράμματα.

Τα κριτήρια αλλάζουν με χαμαιλεόντιο τρόπο και προσαρμόζονται στο πνεύμα των καιρών. Τα πρώτα χρόνια κυριαρχούσε το κλίμα του υγιούς ιδεαλισμού, το οποίο πολύ σύντομα άλλαξε, όταν βραβεύθηκε για πρώτη φορά λογοτέχνης εκτός Ευρώπης, το 1913, ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Στη συνέχεια προτιμήθηκαν λογοτέχνες που καθιέρωσαν προσωπικό ύφος, όπως ο Ανατόλ Φρανς και ο Τόμας Μαν, ή λογοτέχνες που θεωρήθηκαν πρωτοπόροι, όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ. Κατά την περίοδο των Παγκοσμίων Πολέμων και μετά πολλά βραβεία δόθηκαν με αμιγώς πολιτικά κριτήρια, προκειμένου να ενισχυθεί το φρόνημα των νικητών ή των χωρών που υπέστησαν σκληρές δοκιμασίες.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης οι βραβευθέντες οφείλουν πλέον να διαθέτουν, εκτός της εξαιρετικής γραφής, και καθολικό όραμα για τον κόσμο.

Όσον αφορά τη βράβευση του Γιώργου Σεφέρη, το 1963, από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Σουηδικής Ακαδημίας που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα διαπιστώνουμε ότι ο γενικός γραμματέας της ήταν αντίθετος –με απεχθή αισθήματα– προς τους συνυποψηφίους του, καθώς θεωρούσε τον Ναμπόκοφ ανήθικο, τον Μπέκετ μηδενιστή, τον Νερούδα κομμουνιστή και τον Όντεν αδιάφορο. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Έλληνα ποιητή ήταν ότι δεν κουβαλούσε κανένα από τα «αμαρτήματα» των συνυποψηφίων του.

Την επόμενη δεκαετία προτάθηκαν ο Γιάννης Ρίτσος και ο Οδυσσέας Ελύτης και έγινε μια διερεύνηση εκ μέρους της Ακαδημίας για την πιθανότητα της από κοινού απονομής του βραβείου, κάτι για το ποίο και οι δύο ποιητές δεν φάνηκαν διατεθειμένοι, με αποτέλεσμα να αλλάξουν οι ισορροπίες υπέρ του Ελύτη.

Πριν από τις υποψηφιότητες και τις δύο αυτές βραβεύσεις προηγήθηκε, την άνοιξη του 1947, η από κοινού υποψηφιότητα του Νίκου Καζαντζάκη με τον Άγγελο Σικελιανό.

Μια υποψηφιότητα που συσπείρωσε το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, το οποίο έβλεπε στο πρόσωπο του Κρητικού συγγραφέα έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς του, τον αντιμετώπιζε ως κομμουνιστή, ως άθεο και ως διαφθορέα των νέων. Εναντίον του θα επιστρατευθούν όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, προκειμένου να αποφευχθεί η βράβευσή του.

Ο Καζαντζάκης θα προσπαθήσει για μια δεκαετία μόνος του να κατακτήσει το Νομπέλ, αλλά θα συναντήσει την αντίδραση της ξεπεσμένης πνευματικής ελίτ της Αθήνας. Στις παρασκηνιακές κινήσεις θα πρωτοστατήσει ο Σπύρος Μελάς, ενώ η Ακαδημία Αθηνών, υποτασσόμενη στην τότε κυβέρνηση, θα προτείνει για το βραβείο τον άγνωστο Γεώργιο Βουγιουκλάκη!

Ο Κώστας Αρκουδέας συγκέντρωσε προσωπικές μαρτυρίες, επιστολές, άρθρα, αποσπάσματα, δημοσιεύματα, και ανασυνθέτει μια ολόκληρη εποχή, καθώς ανοίγει τον Φάκελο Καζαντζάκη, και αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά με τόσες λεπτομέρειες. Μας προσφέρει μια άκρως ενδιαφέρουσα και πολύχρωμη εικόνα του πνευματικού και του πολιτικού βίου της Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code