Χίλιες δουλειές και το χωριό α(γ)ύριστο…

0
3

Καλές οι παραλίες με τις μυστικές σκιές τους, όσο για κείνο το ατέλειωτο έμπα-έβγα στη θάλασσα σίγουρα δεν έχει ταίρι, αλλά σα του χωριού το χασομέρι δεν υπάρχει.

Όπως στις Μενετές Καρπάθου, τη μια είσαι στο Μαχαίρι και την άλλη πετάγεσαι στο Σισσεμέ, ξαφνικά βρίσκεσαι στα καφενεία και από εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, περνάς πάνω στο Καρακαλά και βγαίνει πίσω στη Ζόκλα, και όλο αυτό μοιάζει με μια μικρούλα στιγμή κι όμως να που σε πήρε η νύχτα! Μα και που να φτάσει η έρημη.

Λίγο να σταθείς μέσα στις γειτονιές και ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα κι από εκείνο το περαστικό σύννεφο, που όλο το βλέπεις να χορεύει πάνω από το χωριό και θαρρείς πως είναι το ίδιο, μα εκείνο κάθε φορά είναι διαφορετικό και το κακόμοιρο προσπερνά σαν άτυχος εραστής που δεν κατάφερε να ρίξει τον έρωτα του.
Λίγες μέρες μέσα σε μια κρυφή άκρη της πατρίδας και είναι αρκετές να ξεχαστείς, μα και να ξεχάσεις κάθε αλήθεια και κάθε ψέμα, από κείνα που παλεύουν να σε ρουφήξουν όλο και πιο πολύ μέσα στα πιο τραχιά και διψασμένα τσιμέντα της άχαρης μεγαλούπολης.

Στο χωριό μπορεί να πνίγεσαι από τη κάψα κι όμως ξεδιψάς με μια καλομιλιά. Φτάνει το καλοσώρισμα και ένα κέρασμα, απο εκείνα που ταιριάζουν με το καλοκαίρι. Όπως ένας κουραμπιές και ένα παγωμένο νερό από ένα ιδρωμένο κολονάτο ποτήρι, αυτά κι αν είναι σκέτο σουρεαλιστικό βάλσαμο.

Εδώ κάτω, στην άκρη της νότιας άγονης, η επικαιρότητα δεν προλαβαίνει να φτάσει φρέσκια, έρχεται ισχνή, κακομοίρα και αδύναμη και δεν είναι ικανή να τρομοκρατήσει κανέναν, ούτε καν τον εαυτό της.

Κι αν τα προβλήματα είναι πολλά και μοιάζουν με άλυτες μαθηματικές ασκήσεις που αν δεν λυθούν υπόσχονται να ζωντανέψουν και να μάς ξεσκίσουν, το καλοκαιρινό θέμα δεν είναι παρά το μυστικό του καλύτερου, του μυθικού κουραμπιέ, που οι νοικοκυρές το κρατούν κλειδωμένο στα μυαλά τους και περηφανεύονται στις δροσερές ώρες της απογεματινής αποσπερίας, δίχως όμως να ανοίγουν τα χαρτιά και τα κιτάπια τους.

Είναι το λευκό γλυκό του καλοκαιριού, μα δεν είναι μανιτζέβελο, θέλει το καλύτερο βούτυρο, φρέσκο αλεύρι και αμύγδαλα της προκοπής, όμως δεν έχει ανάγκη το ηλεκτρικό και τα ψυγεία.

Είναι μια ολόλευκη, μια σπίτισια χιονισμένη καρδιά όλο μυστικά και γλύκα!
Στη μέση του ένα μοσχοκάρφι (γαρύφαλλο) υπογράφει τη ταυτότητα, το άρωμα, μα και την ξεχωριστή γεύση της τελευταίας μπουκιάς.

Το γλυκό δεν έχει καμμιά ιδιαίτερη ιστορία, ούτε κάποια ξεχωριστή παράδοση στον τόπο, έτσι ξαφνικά μπήκε στις ζωές μας και τις κατέκτησε δίχως λόγια και υποσχέσεις. Δεν είπε ψέμματα για αυτό που είναι και δεν προσπάθησε να γίνει ο βασιλιάς του τραπεζιού. Κυρίως δεν απογοήτευσε, κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο, έτσι επιβλήθηκε και κατάφερε να παραγκωνίσει τρανές σπιτίσιες ζαχαροπλαστικές. Κι έκανε καριέρα δίχως να φοβηθεί το όνομα του, αυτός είναι ο κουραμπιές!

Τα καλοσωρίσματα και τα κεράσματα είναι οι χτύποι της καρδιάς του Ελληνικού καλοκαιριού, η φιλοξενία είναι η ψυχή του Αυγούστου.

Όσο μιλάμε για θάλασσες, για μακροβούτια και ερωτικά θαλασσόδεντρα, άλλο τόσο στεκόμαστε στα μάτια του γείτονα, του ξά(δ)ερφου, αλλά και τα τσακισμένα ακροδάχτυλα μιας έρημης γιαγιάς που έχουμε να δούμε έναν ολάκερο χρόνο.

Οι άνθρωποι δεν είναι βράχοι για να ζουν αιώνια, τώρα ίσως να φάμε από υποχρέωση έναν καλοκαιρινό κουραμπιέ και να δεις που τελικά θα γίνει η πιο γλυκιά ανάμνηση…

Προηγούμενο άρθροΠεδίον του Άρεως 1970. Τότε που δεν ήμασταν «ανθρώπινα νομίσματα»…
Επόμενο άρθροΤοπικές βροχές και καταιγίδες
Μανόλης Δημελλάς
Ο Μανόλης Δημελλάς είναι οπερατέρ. Η καταγωγή του είναι από την Κάρπαθο. Γεννήθηκε στη Χίο το 1968 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Κινηματογράφο στη σχολή Χατζίκου. Εργάζεται στο MEGA από το 1992 και με την κάμερά του έχει καλύψει κορυφαία ειδησεογραφικά γεγονότα σε όλο τον κόσμο: γιουγκοσλαβικός εμφύλιος, εξέγερση στην Αλβανία, πόλεμος στο Ιράκ, παλαιστινιακή ιντιφάντα, επιθέσεις της Αλ Κάιντα στη Σαουδική Αραβία, Σκοπιανό, Τουρκία, εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και τη Λιβύη. Από το 2003 συμμετέχει με ντοκιμαντέρ του σε διεθνή φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ