Η ζωή κάπου πιο έξω

Άνθρωποι, σκέτα νοτισμένα τζάμια, ούτε που φαντάζεσαι τι κρύβεται πίσω από το κλάμα, κάτω από την υγρασία τους.

Όταν κάποτε στεγνώσουν, ή ακόμη χειρότερα σπάσουν, θα γίνουν μικρά άτεγκτα θρύψαλα, και τότε θα θυμίζουν μοναχικά άγρια βράχια, πεταμένα δάκρυα, μέσα στο υπερκινητικό Αιγαίο.

Μια κοινωνία τέτοιων «κορμιών-κρυστάλων» πάει κι έρχεται χωριστά, δεμένη με χοντρούς ναυτικούς κόμπους στη καρότσα του γητευτή-πραματευτή της. Βλέπει μονάχα όπου γυρνούν το φως ασθενικοί πολύχρωμοι φακοί από μικρές ψεύτρες πυγολαμπίδες.

Η κοινωνία όλο και πιο πεινασμένη δυσπιστεί, αμφιβάλλει όλο και περισσότερο, αλλά δεν παύει να διαθλά και να μοιράζει τις άχρηστες ακτίνες της.

Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τα μονίμως ξεχαρβαλωμένα γρανάζια, ούτε για το φθονερό σύστημα, αυτό οδηγεί σε μια απομόνωση σχεδόν αναγκαστική, με τους ανθρώπους αδειανούς και διαρκώς απόντες. Εκείνοι πάλι τρυπώνουν σε οθόνες, φωνάζουν ή σιωπούν, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Κυρίως παύουν να σκέφτονται στον ενεστώτα, στέκουν μακριά από τον παρόντα χρόνο, φορούν φτερούγες και πετούν κάπου αλλού, είναι διαρκώς απόντες.

Ξοδεύουμε από ένα τόσο κοντό και περιορισμένο χρόνο, κάνουμε μέρες, μήνες, χρόνια, να μοιάζουν μεταξύ τους όλο και πιο πολύ. Απαράλαχτες στιγμές κάνουν τα περασμένα σύντομα, στεγνά και αδιάφορα, ενώ εκείνα που θα ακολουθήσουν χάνουν το φως, δείχνουν όλο και πιο υποφωτισμένα.

Επίμονες κραυγές, αιώνιες ερωτήσεις δίχως απαντήσεις, ένας κόσμος ταυτισμένος με το εφήμερο ψάχνει ακόμη το αθάνατο νερό, ευλογίες και θαύματα.

Κι έπειτα έρχονται οι (αδιάφορες) αληθινές ζωές, ετούτες στέκουν κάπου γύρω μας, μακριά από το κέντρο του κόσμου, κοιμούνται ταλαίπωρες στα πρωινά τραίνα, ξαποσταίνουν με ένα ερωτικό βλέμμα ή μια ασήμαντη αμαρτιά, και πάνω από όλα, δεν γνωρίζουν από χρώματα και σύνορα.

Σχετικά Άρθρα


Αφήστε το σχόλιο σας

*

code