Αν δεν έχεις αυτό που αγαπάς, αγάπα αυτό που έχεις…

15
33

Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί γιατί μπήκατε στον κόπο να δείτε ένα ματς; Πόσες φορές, επίσης, δεν είπατε πως αποκλείεται να υποβάλλετε τον εαυτό σας σε αυτή την ταλαιπωρία ξανά; Και, φυσικά, απλά θυμηθείτε πόσες φορές αυτή την υπόσχεση την πετάξατε στα σκουπίδια μόλις πλησίαζε ένα  ακόμη ντέρμπι ή απλά και ένα ματς που σας ενδιέφερε να δείτε;

Όποια  απάντηση και αν δώσετε να είστε βέβαιοι πως δεν είστε οι μοναδικοί.

Αυτή η συμπεριφορά της μάζας συναντάται μόνο στα σπορ. Και ειδικότερα στο ποδόσφαιρο. Ο Ντέσμοντ Μόρις στο βιβλίο-επιτομή για το προφίλ του οπαδού «Η φυλή του ποδοσφαίρου» στη δεκαετία του 70,  υποστήριζε πως αυτό το παιχνίδι αποτελεί από μόνο του ένα ανεξήγητο φαινόμενο. Και είχε δίκιο. Κανείς δεν μπορεί να δώσει πειστική εξήγηση τι είναι αυτό που μπορεί να τον καθηλώσει σχεδόν δύο ώρες αν και, εκ των προτέρων, είναι σχεδόν βέβαιο πως αυτό  που θα δει δεν θα αξίζει τον κόπο; Και μην προλάβει κάποιος να μιλήσει για τη λογική του οπαδού, γιατί τηλεοπτικά τα παιχνίδια τα βλέπουν πολλοί, ακόμη και  οπαδοί άλλων ομάδων.

Συνεπώς, το επιχείρημα πως κάποιος μπορεί να υπομείνει τα πάντα για να δει την ομάδα του,  καταρρίπτεται άμεσα! Κοιτάς τα εισιτήρια των αγώνων κάθε Κυριακή και δεν  τρελαίνεσαι μεν αλλά δεν  απογοητεύεσαι κιόλας. Ειδικά τη περασμένη εβδομάδα με τα ματς Κυπέλλου και πρωταθλήματος να γίνονται κάτω από κακές καιρικές συνθήκες.

Το ζητούμενο μας, επίσης,  δεν είναι το θέαμα όταν πάμε γήπεδο. Θα  έπρεπε να είναι, αλλά  αυτό αποτελεί μία διαφορετική κουβέντα.
Αλλωστε, το θέαμα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ καλό αν πιστέψουμε τα κατά καιρούς δημοσιεύματα των εφημερίδων!

Στη δεκαετία του 60, υπάρχουν κείμενα με υπογραφές κολοσσών της ελληνικής δημοσιογραφίας που αποκαλούσαν αυτό που παιζόταν στην Ελλάδα {«θλιβερή καρικατούρα του εξωτερικού»}, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Γιάννης Βανδώρος, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1974, αφού είχε προηγουμένως στήσει την ΟΜΑΔΑ, μία εκπληκτική εφημερίδα για τα δεδομένα της εποχής.
Μιλάμε για τη δεκαετία του Σιδέρη, του Δομάζου, του Παπαεμανουήλ, του Παπαϊωάννου, του Χάιτα, του Λουκανίδη, του Γιούτσου, του Οικονομόπουλου, του Χρηστίδη!

Στην δεκαετία του ’70, οι συγκρίσεις γίνονταν με τα ματς του εξωτερικού που έδειχνε η τηλεόραση και ένα κείμενο του 1974 από τον Βαγγέλη Φουντουκίδη στο καλύτερο περιοδικό της εποχής, «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ», υποστήριζε πως η τεχνική των δικών μας αστέρων ήταν σαφέστατα κατώτερη αυτής των ξένων!

Και ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν ο Δεληκάρης, ο  Κούδας, ο Μαύρος, ο Ελευθεράκης, ο Κρητικόπουλος, ο Αϊδινίου, ο Δαβουρλής, ο Κελεσίδης, ο Κωνσταντίνου, μαζί με αυτούς που συνέχιζαν και ήταν σημαντικοί από τα 60’s.

Αργότερα, στην δεκαετία του ’80, οι σταρ (ο Σαραβάκος, ο Αναστόπουλος, ο  Μητρόπουλος, ο Βλάχος, ο Αποστολάκης, ο Ρότσα, ο Κούης, ο Σαργκάνης, ο Καραπιάλης, ο Βαλαώρας) είχαν άλλο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν: τη σύγκριση με τα ιερά τέρατα του παρελθόντος! Αυτούς, δηλαδή, που την προηγούμενη δεκαετία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την τεχνική ποιότητα των ξένων!

Μιλάμε για φαύλο κύκλο.  Την δεκαετία του ’90 είχαμε τα σχόλια για παίκτες όπως ο Τσιάρτας, ο Ζαγοράκης, ο Αλεξανδρής, ο Νικολαΐδης, ο Μαχλάς, ο Νταμπίζας, ο Δέλλας, ο  Γιαννακόπουλος, ότι δεν είναι ικανοί για μεγάλα πράγματα, ενώ ειδικά στον Παναθηναικό οι Γκουμομπασινάδες και ο Καραγκούνης από λέξεις του…σατανά έγιναν παραδείγματα για αναφορά και πρωταθλητές Ευρώπης.

Τι σημαίνουν, λοιπόν, όλα αυτά; Πως, αν και τώρα η μπάλα που βλέπουμε είναι  κακή, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τις συνήθειες. Και ποιός ξέρει αν σε δέκα ή είκοσι χρόνια την όποια αναφορά στο σήμερα δεν  θα την  συνοδεύει και ένας νοσταλγικός τόνος; Άλλωστε, συνήθως τις μελλοδραματικές εξιστορήσεις για το παρελθόν τις υπαγορεύει το μνημονικό μας, κυρίως, γιατί αφορούν μία εποχή που είμασταν νεότεροι.

Σε κάθε εποχή, για κάθε άνθρωπο, αυτός είναι απαράβατος κανόνας, Και ας τον έχουμε υπόψη μας όταν προσπαθούμε με λογικοφανή και καθαρά υποκειμενικά κριτήρια να εξηγήσουμε ανθρώπινες συμπεριφορές!

Οπότε, να τι εξηγεί τι μας ωθεί ακόμη και τώρα να πηγαίνουμε στο γήπεδο, ή να βλέπουμε τα ματς του ελληνικού πρωταθλήματος και Κυπέλλου. Ναι, ξέρουμε πως δεν είναι ότι καλύτερο αλλά δεν πειράζει. Ο Σίλερ έλεγε πως «αν δεν έχεις αυτό που αγαπάς τότε αγάπα τουλάχιστον αυτό που έχεις».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΓΡΑΦΗΜΑ (Polygraph) | Robert Lepage & Marie Brassard | από 23 Ιανουαρίου
Επόμενο άρθροΤο σωματίδιο του Θεού / κι όμΩς κινείται | Θέατρο Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης
Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος ξεκίνησε το 1979 την ενασχόληση με το αθλητικό ρεπορτάζ στην ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ. Αν και δοκίμασε την ίδια περίοδο να σπουδάσει στην Ιταλία, σύντομα προτίμησε να συνεχίσει στα βαθιά συνεργαζόμενος με την ΕΡΤ. Το 1984 ανέλαβε την συμπαρουσίαση της ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, μόλις σταμάτησε ο Γιάννης Διακογιάννης. Το 1990 μετακινήθηκε στο MEGA, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Εχει δουλέψει στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ, το ΒΗΜΑ, την ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, τις 24 ΩΡΕΣ, το SPORTIME και το GOAL NEWS, ενώ από το 1994 ξεκίνησε την πρώτη εξειδικευμένη σχολή αθλητικής δημοσιογραφίας "ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΡΕΠΟΡΤΑΖ". Γενικός Διευθυντής του ΣΠΟΡ FM από το 1996 και σύμβουλος έκδοσης της SPORTDAY από το 2005. Έχει βραβευτεί στα δημοσιογραφικά βραβεία του ΠΣΑΤ το 1999 (καλύτερη τηλεοπτική εκπομπή) και το 2000 (καλύτερη ραδιοφωνική εκπομπή). Το 1998 αναδείχτηκε νικητής του διαγωνισμού ποδοσφαιρικών γνώσεων ανάμεσα σε περισσότερους από 1000 ξένους συναδέλφους στην διάρκεια του Μουντιάλ της Γαλλίας. Εχει γράψει δυο βιβλία: το "50 χρόνια Κύπελλο Πρωταθλητριών" και το "Παιχνίδι χωρίς όρια".

15 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Χρηστο διάβασα αυτά που γράφεις και σκεφτόμουν πραγματικά πόσο δίκιο έχεις. Ετσι είναι η ανθρώπινη φύση όμως. Πάντα λατρέυει το παρελθόν γιατί είναι ασφαλές καταφύγιο! Και πάλι ένα άρθρο που δίνει τροφή για σκέψη.

  2. απλα πραγματα πολυ σωστα γραμμενα. μεσημερι τα παιχνιδια, ολα την κυριακη με ενα τηλεοπτικο σαββατο βραδυ και ενα κυριακη βραδυ. για τα μεσημεριανα της κυριακης εκπομπη με συνδεση απο ολα τα γηπεδα.

  3. Μάλλον οι περισσότεροι «δεν αγαπούμε» αυτό που πλέον έχουμε. Μια ματιά στον αριθμό των εισιτηρίων ανά δεκαετίες θα πείσει… Το παραμύθι τελειώνει. Κάποτε τουλάχιστον διασκεδάζαμε με το «χάλι» μας σε επίπεδο ομάδων. Κόκκινοι-Πράσινοι- Κίτρινοι κλπ… Τώρα …σιωπή. Άντε γεια Χρήστο και να ξέρεις κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών για τη συνολική κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται ειδικά στο ποδόσφαιρο!

  4. Είναι όπως ακριβώς στην ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι». Πάντα εξιδανικεύουμε το παρελθόν. Όχι μόνο στο ποδόσφαιρο! 🙂

  5. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου Χρήστο τόσο στο πνεύμα όσο και στην ουσία του άρθρου σου…απλά θα ήθελα να προσθέσω ότι η εξιδανίκευση του παρελθόντος είναι ευεξήγητη και ως ένα βαθμό αναγκαία σύμφωνα με τις θεωρίες της ψυχαναλυτικής θεωρίας..είναι ένα όπλο άμυνας της ανθρώπινης ψυχής..βουτάω στο παρελθόν ώστε να αντιμετωπίσω τα εμπόδια του παρόντος ερχόμενος τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο με αυτά, θεωρώντας τα μικρότερα ή ασημαντότερα με αυτά του παρελθόντος…οπότε το νόμισμα πάντοτε έχει δύο όψεις

  6. Αγαπητέ κύριε Σωτηρακόπουλε, με βαθιά εκτίμηση για τις μνήμες που ανασύρετε κατά καιρούς και οι οποίες πάντα τροφοδοτούν τις ποδοσφαιρικές συζητήσεις, η συνήθεια της μαζικής προσέλευσης των οπαδών σπανιότατα φαίνεται να βάλλεται από εξωγενείς (εξω-αθλητικούς) παράγοντες. Ακόμη και υπό εξόχως επαχθείς κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, όπως βιώνονται στους καιρούς μας παγκοσμίως. Και έχει να κάνει με τους βαθείς συμβολισμούς που φέρει το ποδόσφαιρο διαφυλετικά και καθολικά, ως προιόν απότοκο αρχέγονων ανθρώπινων -και δη ανδρικών- πρακτικών, οι οποίες πάντα υπηρετούν την έμφυτη στο φύλο μας ανάγκη για επιθετική συλλογική ταύτιση.

    Συναφή, πάντως, θεματα, πραγματεύομαι στο νέο δοκίμιό μου, με τον τίτλο ‘Οπαδοί εν χορώ:προσέγγιση στα συνθήματα των Ελλήνων οπαδών’ (εκδ.αφων Κυριακίδη, Θεσ/νίκη, τιμή 7,20 ευρώ):και θα ήταν μεγάλη η χαρά μου, αν το είχατε στη διαθέσή σας.

  7. Και κάτι ακόμη: στην ανθρώπινη συμπεριφορά συχνά, νομίζω, συγκρούονται η λαγνεία για το παρελθόν με την ανάγκη υπέρβασής του:αφενός, δηλαδή, αναπολούμε συχνά παρελθούσες στιγμές και πρόσωπα, θεωρώντας ότι δεν επαναλαμβάνονται.Και, αφετέρου, η αντίθετη συμπεριφορά εμφανίζεται: να αναζητήσουμε (και) να βρούμε (κάποτε ‘σώνει και καλά’ ) πρόσωπα ή στιγμές που υπερβαίνουν τα/τις αντίστοιχα/ες του παρελθόντος (έτσι και στο ποδόσφαιρο: ας θυμηθούμε πώς έκαναν όλοι όταν πρωτοεμφανίστηκε ο Μαραντόνα, ή πώς έκαναν όλοι σχεδόν το 2005-6 με τον Ροναλντίνιο (τον οποίο εν συνεχεία αποκαθήλωσαν). Είναι, εν τέλει, στην ανθρώπινη φύση -νομίζω- άλλοτε να ανυψώνει το παρελθόν και άλλοτε να αναζητεί χωρίς τελειωμό την τελειότητα, κοιτάζοντας συνεχώς στο μέλλον.Μια ‘σισύφεια’ συμπεριφορά ή μια ‘νιτσεική’ αναζήτηση του τέλειου.

  8. Δεν κατάλαβα, εκτός από 2-3 εξαιρέσεις, ύστερα από τόσα χρόνια ελληνικού ποδοσφαίρου πόσοι και ποιοι παίκτες καθιερώθηκαν για ΠΟΛΛΑ χρόνια (δε μιλάω για 1-2 χρονιές) στο εξωτερικό; 20 χρόνια είναι που άνοιξαν τα σύνορα για τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Πόσοι και ποιοι ήταν αναντικατάσταστοι στις ομάδες τους;
    Τη δεκαετία του 70 υπήρχαν παικταράδες, αλλά (πάλι με ελάχιστες εξαιρέσεις) οι διασυρμοί έπεφταν βροχή.
    Και δε μας έφτανε το άθλιο θέαμα των ελληνικών γηπέδων, πρέπει να το χρυσοπληρώνουμε κιόλας!

  9. Δλδ,Χρηστο,να αγαπησω τον Παντο,επειδη δεν εχω Μαρτσελο,να αγαπησω τον Σιμαο,επειδη δεν εχω Τσαβι και να αγαπησω τον Τουτσε επειδη δεν εχω Μεσι η Ροναλντο;Μπα,προτιμω να μην αγαπησω τιποτα,ειναι και αυτο μια επιλογη

  10. Στο περασμα των χρονων παντα θα αναπολουμε το παρελθον. Αυτο δε γινεται μονο στο ποδοσφαιρο αλλα και σε αλλα σπορ, μπασκετ, τενις, μηχανοκινητο αθλητισμο κ.α, επισης συζητησεις τετοιας μορφης μπορει να μεταφερονται στο κοσμο του κινηματογραφου και αλλης μορφης τεχνων. Για τους ελληνες ποδοσφαιριστες του παρελθοντος, ειδικα την δεκαετια των ’70ς και ’80ς νομιζω οτι ειναι αδικο να λεμε οτι δεν εκαναν καριερα στο εξωτερικο καθως υπηχαν ποδοσφαιριστες τεραστιας κλασης στις ομαδες και επισης επιτρεπονταν μονο 2 ξενοι, αργοτερα 3 κλπ. Σιγουρα το θεαμα ηταν παντοτε χειροτερο σε σχεση με τα ξενα πρωταθληματα. Δεν υπηρχε επισης – τουλαχιστον οχι στη σημερινη του μορφη – το φαινομενο των «manager μεταγραφων» αλλα και μεταγραφων που συνεπαγονται με εταιριες κολοσσους, λογω marketing. Πιστευω οτι παιχτες οπως οι Σαραβακος, Μανωλας, Βλαχος, Μαυρος, Βαζεχα, Χατζηπαναγης θα επαιζαν ανετα σε οποιαδηποτε σημερινη μεγαλη ομαδα. Τα ’70ς ειναι μια εποχη που δεν εζησα αλλα βλεπωντας μερικους αγωνες της Ολλανδιας και του Αγιαξ, 7-8 στο συνολο, καταλαβαινω ποσο υψηλου επιπεδου, μοντερνο και ταχυτατο ποδοσφαιρο παιζοταν. Σε αντιληψει ηταν το ποδοσφαιρο της σημερινης εποχης. Το οτι η εθνικη ομαδα δεν εκανε κατι σημαντικο, θεωρω οτι ειναι αποτελεσμα της ελλειψης πολυ καλου προπονητη και του πολυ υψηλου επιπεδου ομαδων – παικτων που υπηρχε εκεινες τις δεκαετιες. Ανατρεξτε μονο στα ονοματα παιχτων της – Γαλλιας, Γερμανιας, Δανιας, Αγγλιας, Πορτογαλιας, Ρωσιας, Ρουμανιας, Γιουγκοσλαβιας, Ολλανδιας, Βελγιου, Ιταλιας, Πολωνιας – εκεινης της εποχης και θα σας λουσει κρυος ιδρωτας. Να θυμηθουμε οτι στην εποχη μας, σχεδον κανενας ποδοσφαιριστης δεν εχει κανει μεγαλη καριερα στο εξωτερικο, ενω του εχει δοθει η ευκαιρια. Ισως ο Μαχλας μονο που βγηκε πρωτος σκορερ στην Ολλανδια. Ολα αυτα βεβαια δε σημαινουν οτι δεν υπηρχαν και καλοι παιχτες – ομαδες στα ’90ς, ’00ς κυριως στα ξενα πρωταθληματα. Ας θυμηθουμε μονο ομαδες οπως η Παρμα του Σκαλα και αργοτερα του Μαλεζανι, η Σαμπντορια, με Βιερκοβουντ, Μαντσινι, Βιαλι, Λομπαρντο, Σερεζο κλπ. η Μπαρτσελονα, η Μαρσειγ, Μονακο, Αγιαξ κ.α. που επαιξαν μοντερνο ποδοσφαιρο. Ποιος ξερει ομως αν σε 10 – 20 χρονια δεν θα αναπολουμε την σημερινη εποχη οπως λεει και ο Χρηστος στο κειμενο του. Ισως αυτο να μην ειναι και πολυ καλο, για το ποδοσφαιρο κυριως. Τι μας κανει ομως και βλεπουμε εναν αγωνα, παγκοσμιου κυπελου ας πουμε, ενω ξερουμε οτι δε θα δουμε τους φαν Μπαστεν, Γκουλιτ, Λαουντρουπ, Πλατινι, Ζινταν, Προτασοφ? Περιεργο πραγματι……. Υ.Γ. Οσον αφορα τα εισητηρια, υπηρχαν ματς στα ’80ς που ο Παναθηναικος και Ολυμπιακος γεμιζαν ανετα το ΟΑΚΑ η ειχανε 60.000 κοσμο με τις μικρες ομαδες. Η Ρεαλ ειχε 110.000 κοσμο καθε τεταρτη στα ευρωπαικα ματς, οποτε τα εισητηρια δεν μπορει να ειναι ασφαλες κριτηριο γιατι και στη σημερινη εποχη, ειδικα στο εξωτερικο, υπαρχουν γηπεδα που γεμιζουν.

  11. Φίλε Κώστα δεν είναι μόνο ο Μαχλάς…..Υπάρχει και ο Γκέκας (πρώτος σκόρερ Bundesliga) o Νταμπίζας,ο Γιαννακόπουλος κα… Πλέον οι Έλληνες παίχτες (κυρίως τα «ταλέντα» τραβάνε περισσότερο απο ποτέ το ενδιαφέρων των ξένων συλλόγων, αν εξερέσουμε βέβαια τις 1-2 χρόνιες μετά το Euro…Υπάρχουν λοιπόν ποδοσφαιριστές Ελληνες που εχουν καταφέρει να κάνουν «καριέρα» και το βάζω εντός εισαγωγικών γιατί πραγματικά μεγάλη καριέρα δεν πρόκειται να κάνει κανείς όσο δεν υπάρχει σωστή αθλητική παιδεία στην χώρα μας ….Χωρίς σωστές υποδομές μην περιμένεις να δεις Έλληνα παίχτη να κάνει καριέρα παρά μόνο αν φύγει νωρίς για το εξωτερικό ….Ταλέντο υπάρχει…οι Ελληνικές ομάδες δεν κοιτάνε να το αξιοποιήσουν….Αλήθεια αναρωτήθηκε ποτέ καμία μεγάλη ομάδα για παιδιά της επαρχίας?Δεν ασχολούνται καν με τις ομάδες και τους παίχτες εντός λεκανοπεδίου (μιλάω σε επίπεδο ακαδημιών)…και δεν εννοώ τον έναν στους 10 Κ.Παπαδόπουλο…Μιλάω για το σκαουτινγκ…δεν γίνεται να έχεις 4 σκάουτερ σε διάφορες χώρες χωρίς πρώτα να έχεις χτενίσει την δικιά σου…..Δυστυχώς ή ευτυχώς όσο λιγοστεύουν τα χρήματα για κινήσεις εντυπωσιασμού θα κοιτάξουν και προς αυτήν την κατεύθυνση και θα δοθούν περισσότερες ευκαιρίες….αρκεί να μην δοθούν μόνο από τις ομάδες….Αλλά και από τον κόσμο τους…Γιατί όσο και αν δεν μας αρέσει,έχουμε και εμείς μεγάλο μερίδιο της ευθύνης…..

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here