Απαιτείται διαφάνεια και λογοδοσία στα ΑΕΙ

0
36

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί οι ίδιοι οι καθηγητές του ελληνικού πανεπιστημίου προχωρούν σε δημόσιες καταγγελίες των όσων συμβαίνουν στο χώρο τους σε αντίθεση π.χ με τους βουλευτές, τους δικαστές ή τους ιεράρχες; Μήπως πρόκειται για διάθεση αυτοθυσίας, που αξίζει να επαινεθεί ή για ενδόμυχη τάση αναζήτησης ενός ιδανικού κόσμου, μέσα στον οποίο τα πανεπιστήμια θα λειτουργούν και στην Ελλάδα, όπως εξιδανικευμένα υποτίθεται ότι λειτουργούν στη Δύση; (όπου οι περισσότεροι καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων έχουμε σπουδάσει ή και διδάξει).

Eίναι γεγονός ότι συμβαίνουν αρκετά από όσα καταγγέλλονται. Ομως, είναι άδικο και επικίνδυνο να γενικεύονται οι καταγγελίες σε όλους (καθηγητές και φοιτητές), εφόσον οι περισσότεροι εργάζονται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα στο πλαίσιο των συχνά αξεπέραστων δυσκολιών που θέτει η γενικότερη κατάσταση των υποδομών σε κτίρια και εξοπλισμό -λόγω της χρόνιας δημόσιας υποχρηματοδότησης- η αναξιοπρεπής μισθολογική μεταχείριση των διδασκόντων, η υποτυπώδης φοιτητική μέριμνα καθώς και η ξεπερασμένη οργάνωση και διοίκηση των πανεπιστημίων, λόγω της επαγγελλόμενης αλλά ακόμη εκκρεμούσας μεταρρύθμισης.

Ενώ είναι αλήθεια ότι δεν είναι όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια ίδια, ούτε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου κυριαρχούν η πλημμελής εκπλήρωση των διδακτικών και ερευνητικών καθηκόντων των διδασκόντων, η αναξιοκρατία, η ευνοιοκρατία, η οικογενειοκρατία, η «αλληλεγγύη της παρέας» και οι προσωπικές σχέσεις που συχνά γίνονται και πελατειακές, όσον αφορά στην ανάδειξη των Διοικητικών Αρχών και στην εκλογή καθηγητών.

Το γεγονός ότι οι συμπεριφορές αυτές είναι εγγενείς στην ελληνική κοινωνία και ότι διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σ’ όλους τους θεσμούς της χώρας μας, δεν πρέπει να αποτελεί δικαιολογία.

Δυστυχώς, πολύ συχνά, η εύνοια για αυτούς που γνωρίζουμε προσωπικά και φιλικά συναγωνίζεται την αδιαφορία και την εχθρότητα γι’ αυτούς που βρίσκονται έξω από τον κύκλο των γνωστών και φιλικών μας προσώπων – έστω κι αν αυτοί είναι άριστοι. Αυτό συμβαίνει σ’ όλο τον κόσμο, όμως στη χώρα μας παίρνει μεγάλες διαστάσεις και αποτελεί ένα πολιτιστικό χαρακτηριστικό που καταστρέφει κάθε έννοια θεσμού και τελικά κάθε έννοια συγκροτημένης κοινωνίας.

Στα ελληνικά πανεπιστήμια τέτοιες συμπεριφορές θα έπρεπε να υποχωρούν μπροστά στον ορθολογισμό και την αποπροσωποποιημένη λειτουργία των θεσμών, εφόσον οι περισσότεροι από τους καθηγητές που υπηρετούν σε αυτά, έχουν γνώση και εμπειρία από τον αποτελεσματικότερο -αλλά όχι ιδανικό, όπως συχνά εμφανίζεται- τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων στις δυτικές χώρες.

Είναι προφανές ότι στο σύγχρονο διεθνώς ανταγωνιστικό κόσμο, ο «ελληνικός τρόπος» λειτουργίας δεν είναι αποτελεσματικός, εφόσον συχνά εμποδίζει την ανάδειξη των καλλίτερων διδασκόντων και υπονομεύει την άρτια εκπαίδευση των φοιτητών. Στην πραγματικότητα, παρά τα όσα λέγονται, οι συμπεριφορές αυτές εμφανίζονται σε πολύ μικρότερο βαθμό στο πανεπιστήμιο σε σχέση με ό,τι συμβαίνει σε άλλους θεσμούς στη χώρα μας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός ότι το γενικό επίπεδο απόδοσης του ελληνικού πανεπιστημίου είναι ικανοποιητικό.

Αυτό αποδεικνύεται από τους Έλληνες πτυχιούχους που διαπρέπουν επιστημονικά σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, καθώς και από τις ερευνητικές επιδόσεις των καθηγητών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος βελτίωσης της ποιότητας των πανεπιστημίων μας, εκτός βέβαια από την απαραίτητη αύξηση της χρηματοδότησης τους, την αξιοπρεπή μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών τους και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού τους πλαισίου, το οποίο πρέπει να αποτρέπει τις προαναφερόμενες συμπεριφορές, είναι η ουσιαστική εφαρμογή διαφανών διαδικασιών σε όλες τις πτυχές της λειτουργίας τους, καθώς και η λογοδοσία στην ελληνική κοινωνία με συνεχή αξιολόγηση του έργου τους, όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο.

Είναι ενθαρρυντικό ότι έχουν ξεκινήσει και στη χώρα μας, παρά τις δυσκολίες, διαδικασίες αξιολόγησης των ελληνικών ΑΕΙ, ενώ αργά αλλά σταθερά, αναπτύσσεται στην πανεπιστημιακή κοινότητα ένα σημαντικό ρεύμα προς την κατεύθυνση μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς πάθος για τις νέες ιδέες που προβάλλει το υπουργείο Παιδείας.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΈβρος: Το νέο σιδηρούν παραπέτασμα;
Επόμενο άρθροΔεν ντρέπεσαι Δήμαρχε;
Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών . Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία , όπου απέκτησε DEA στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ολοκλήρωση και Doctorat d’ Etat στις Οικονομικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο της Grenoble (1983). Υπήρξε Εντεταλμένος Διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο της Grenoble και στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης . Εξελέγη Επίκουρος Καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1989), Αναπληρωτής Καθηγητής (1993) και Καθηγητής (1997). Από το 2000 είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών . Έχει δώσει διαλέξεις σε διάφορα Πανεπιστήμια της Ευρώπης (Valencia – Ισπανία , Οξφόρδη – Αγγλία και Montpellier – Γαλλία ) και σ ’ όλα σχεδόν τα Ελληνικά Πανεπιστήμια . Είναι κάτοχος της Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet (1995), από το 1999 Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας και από το 2004 Εθνικός Εκπρόσωπος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεθνούς Κέντρου Ανώτατων Γεωπονικών Μεσογειακών Σπουδών (CIHEAM). Το 2001 τιμήθηκε με Παράσημο από τη Γαλλική Δημοκρατία . Επιλογή Δημοσιεύσεων : (α) Βιβλιογραφικός Οδηγός σε θέματα Ελληνικής Αγροτικής Οικονομίας και Κοινωνίας , (2002), εκδ . Παπαζήση , Αθήνα (β) Εξελίξεις στην ΚΑΠ και η Ελληνική Γεωργία (2003), εκδ . Σάκκουλα , Αθήνα (γ) Στρατηγική για την Αγροτική Ανάπτυξη της Ελλάδος , εκδ . Παπαζήση , Αθήνα 2004

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here