Η Δημοκρατορία του διασκοτισμού

2
2559

Όταν τον Nοέμβριο του 2019, έγραφα για την ψηφιακή δικτατορία στην Κίνα, θέτοντας το ερώτημα «σύντομα κοντά μας;», δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό πως στην ουσία βρισκόμαστε μια ανάσα πριν από την δημοκρατορία. Ενας όρος που δημιουργήθηκε από τις λέξεις δημοκρατία και δικτατορία, για να περιγράψει την ολίσθηση προς τον αυταρχισμό κρατών που έχουν δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και αφορούσε μόνο –υποτίθεται- κράτη όπως η Ουγγαρία.

Όμως μια σειρά από γεγονότα με αφορμή την πανδημία του κορωνοιού, μαρτυρούν πως η υγειονομική κρίση επέσπευσε ή διευκόλυνε αυτή τη μετάβαση, η οποία ίσως τελικά να ήταν και ο ευσεβής πόθος πανίσχυρων συμφερόντων και ανθρώπων, που σχεδόν έχουν καταφέρει να επιβάλουν μια ενιαία διακυβέρνηση απ άκρη σ άκρη στον δυτικό κόσμο περιλαμβανομένης και της Ευρώπης κι έχουν καταστήσει τις κατά τόπους εξουσίες, εκτελεστικές μαριονέτες μιας καταστροφικής για τις κοινωνίες μεταρρυθμιστικής πολιτικής, που δεν είναι γέννημα των παραδοσιακών πολιτικών διεργασιών ή αποφάσεων.

Με τη βοήθεια της τεχνολογίας και της βιοπολιτικής τελευταία, γινόμαστε μάρτυρες -πολλοί ασυνείδητα- ενός βιαστικού κοινωνικού μετασχηματισμού, όχι προς έναν καλύτερο κόσμο, έτσι όπως τον οραματίζονταν ο Ανταμ Σμιθ ή ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αλλά σε εποχές όπου μέσω μιας πολύ καλά οργανωμένης προσπάθειας του κεφαλαίου, το οποίο έχει παντού το πάνω χέρι, επιχειρεί να επιβάλει τα δικά του έκφυλα πρότυπα ως δίκαια, αυτονόητα και γενικώς ηθικά και αποδεκτά.

Όπου κι αν κοιτάξεις, οι μόνιμες λύσεις και το καλύτερο αύριο που υπόσχονται οι μαριονέτες του κεφαλαίου-εκτελεστές των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για περισσότερο από είκοσι χρόνια τώρα, δεν είναι τίποτα άλλο από την επαναλαμβανόμενη δημιουργία ολοένα και σε μεγαλύτερη κλίμακα σοβαρών προβλημάτων, που εξαθλιώνουν -αν όχι καταστρέφουν- τις ζωές των πολλών και βελτιώνουν εκείνες των πολύ λίγων.

Μέσα σ αυτό το κλίμα λοιπόν, όπου η ανικανότητα ή η απροθυμία να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα και οι παθογένειες του παρακμάζοντος συστήματος, συνηθίσαμε τη χειραγώγηση μέσω του μεγάλου αδερφού στον οποίο εξελίχθηκαν τα ΜΜΕ, αδιαφορούμε για το διχασμό, εχθρευόμαστε την αντίθετη άποψη, χλευάζουμε ή απορρίπτουμε το διαφορετικό, μάθαμε να ζούμε παρέα με το φόβο, να πήζουμε μπροστά στις οθόνες, να αποφεύγουμε βιβλία και ανθρώπους και γενικά να καλλιεργούμε μια Δημοκρατική απάθεια που προηγούμενο της δεν υπάρχει. Μέσω αυτής, αποδεχτήκαμε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, την ενοχοποίηση για την καταστροφή σημαντικών κεκτημένων στους τομείς της εργασίας, της παιδείας, της υγείας και τώρα που σχεδόν τίποτα δεν έχει απομείνει όρθιο, οι οργισμένες από τον αποπροσανατολισμό και την απογύμνωση κοινωνίες μας και υπο το δικαιολογημένο φόβο είτε της πανδημίας, είτε της τρομοκρατίας, είναι έτοιμες να απωλέσουν την ελευθερία τους.

Στην Ελλάδα, η φετινή 17η Νοεμβρη ανέδειξε τις διαστάσεις που έχoυν πάρει ο πολιτικός αυταρχισμός, η αστυνομική καταστολή και βία απέναντι στους πολίτες, με την ανοχή και τις ευλογίες των κυβερνώντων μέσα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για όλους, εξαιτίας της πανδημίας. Μια ιδέα βέβαια είχαμε πάρει με την αδικαιολόγητη εισβολή αστυνομικών στην οικία του κυρίου Ινδαρέ, ένα χρόνο πρίν. Στη Γαλλία την ίδια μέρα, οι πολίτες άρχισαν με τη σειρά τους να συνειδητοποιούν πως θα πρέπει να συνηθίζουν σιγά-σιγά στη συρρίκνωση της Δημοκρατίας και των ελευθεριών τους.

Εκμεταλλευόμενο την περίοδο της καραντίνας και την σχετικά εύκολη επιβολή των μέτρων καταστολής για αντιμετώπιση του Covid-19, το κυβερνών κόμμα έφερε στο κοινοβούλιο προς συζήτηση και ψήφιση, ένα νομοσχέδιο που προβλέπει την απαγόρευση σε πολίτες και δημοσιογράφους να δημοσιοποιούν βίντεο και φωτογραφίες αστυνομικών εν ώρα «δράσης».
Με τον ίδιο νόμο γενικεύεται η βιντεοπιτήρηση των πολιτών με κάμερες, drones και κινητές κάμερες.

Πρόκειται για το πιο «ελευθεροκτόνο» νομοσχέδιο των τελευταίων δεκαετιών που επιθυμεί φρόνιμες κοινωνίες χωρίς καμία εικόνα-μάρτυρα προς τα έξω, απ αυτά που ενδεχομένως θα διαδραματιστούν τα επόμενα χρόνια, καθώς οι κρίσεις δεν επιλύονται, πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν. Παράλληλα επεκτείνεται η ατιμωρησία και στα όργανα της τάξης εκτός από τους πολιτικούς, ενώ επιβάλλεται μαζική επιτήρηση όπως στην Κίνα όπου πρόσφατα κατασκεύασαν όπλα μικροκυμάτων, για ευρύτερη καταστολή!

Ξένοι παρατηρητές ακόμα και ο οργανισμός Ηνωμένων Εθνών χαρακτηρίζουν ως «ενέργεια καταπάτησης των ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» το νόμο «καθολικής ασφάλειας» του Μακρόν.

Στο αντιδημοκρατικό πακέτο ή το πακέτο του διασκοτισμού, με αφορμή την τρομοκρατική απειλή, βρίσκεται και η αναθεώρηση που προωθείται του νόμου του 1881, για την ελευθερία του τύπου. Επιθυμία του γάλλου υπουργού δικαιοσύνης –ενός πολύ αμφιλεγόμενου προσώπου- είναι να διευκρινίζεται με συνοπτικές διαδικασίες ποιος είναι δημοσιογράφος και ποιος όχι. Ποιος θα προστατεύεται από το νόμο για την ελευθερία του τύπου και ποιος όχι. Με λίγα λόγια το κράτος θα αποφασίζει επι της ουσίας κι όχι οι δημοσιογραφικές ενώσεις, ποιος είναι δημοσιογράφος και ποιος όχι. Παράλληλα υπάρχει σκέψη που κάποια στιγμή θα γίνει πράξη, οι δημοσιογράφοι πριν από κάθε διαδήλωση που επιθυμούν να καλύψουν, να ζητούν την άδεια των αρχών. Κι αν εγκριθεί…έχει καλώς!

Για να καταλάβει κάποιος που οδηγούνται οι κοινωνίες, το γαλλικό κράτος που σύμφωνα με τους οικονομολόγους βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης, δεν έχει χρήματα για το μεγάλο ασθενή που είναι το δημόσιο σύστημα υγείας, αλλά προέβλεψε προϋπολογισμό 15 εκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση της αστυνομοκρατίας και την αγορά καμερών που θα ενσωματωθούν στις στολές αστυνομικών και χωροφυλάκων!

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΟ μύθος της μελέτης της μάσκας μέσα σε κλίμα επιστημονικής λογοκρισίας
Επόμενο άρθροΦιλελευθερισμός αλά καρτ: Από τον Φρίντμαν ως τον Covid
Η Μαρία Δεναξά γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σύρο, ξεκίνησε τις δημοσιογραφικές σπουδές της στο Ινστιτούτο Σπουδών Μπόνα και τις συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Stendhal της Γκρενόμπλ, όπου πήρε και το μεταπτυχιακό της στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Τελείωσε το τμήμα γαλλικού πολιτισμού και Ιστορίας στο Παν/μιο της Σορβόνης και αυτή την περίοδο ετοιμάζει το διδακτορικό της με θέμα "Δημοσιογραφική δεοντολογία και διαχείριση κοινωνικών κρίσεων απο τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ". Το επαγγελματικό της ξεκίνημα έγινε το 1988 στον Αιγαίο FM , συνεχίστηκε στο New Channel και μετά στο MEGA, όπου εργάστηκε για πολλές εκπομπές. Το 1994 έφυγε για το Παρίσι οπου εργάστηκε ως ανταποκρίτρια του Star Channel, της εφημερίδας "Ανεξάρτητος", της Deutsche Welle και του BBC World Service. Απο το 2006 είναι ανταποκρίτρια του ΜΕGA στην γαλλική πρωτεύουσα. Στα 22 έτη καριέρας, έχει συνεργαστεί με γνωστούς Έλληνες και Γάλλους δημοσιογράφους και έχει κάνει συνεντεύξεις με σημαντικές προσωπικότητες: Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, την Μελίνα Μερκούρη, Αντώνη Σαμαράκη, Jacques Delor, Valéry Giscard d'Estaing, Nicolas Sarkozy, François Bayrou, Jean Michel Jarre, Brigitte Bardot κ.α.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εξαιρετικό, ρεαλιστικό άρθρο! Μακάρι να πληθαίνουν φωνές και οι πένες σαν τις δικές σας. Μακάρι να έχουμε πρόσβαση στην Αλήθεια με ανθρώπους ελεύθερης σκέψης και γραφής. Σας ευχαριστούμε! Μην σταματήσετε να γράφετε μας λείπουν οι αλήθειες

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here