Δυο φαγωμένα δίποδα για έναν τετράποδο εργάτη

0
248

 

Η αγριοφωνάρα του Γερμανού στρατιώτη αναστάτωσε τη πάνω γειτονιά, φώναζε στη δύσκαμπτη γλώσσα του και πάλευε να παραχώσει καμμιά ιταλική λέξη, μήπως και καταλάβουν ετούτοιοι αγράμματοι νησιώτες τη σπουδαία ανταλλαγή.

– Una Galina für ein Maultier… (Μια κότα για ένα μουλάρι, αλλάζω για μια κότα ένα μουλάρι…).
Όσοι τον άκουγαν έκλειναν πόρτες και παραθύρια, δυσπιστούσαν, αφού αναγνώριζαν το Ιταλικό βλέμμα, μέσα στα μάτια ετούτου του ταλαίπωρου ζώου!

Ένα τόσο νεαρό μουλάρι είναι το πιο δυνατό εργαλείο, έλα όμως που ήταν από κείνα που παράτησαν βιαστικά οι Ιταλοί.

Ήταν Σεπτέμβρης 1943 και με τη συνθηκολόγηση οι φρατέλλοι εγκατέλειψαν όπως-όπως τις θέσεις τους, άφησαν πίσω σάτζαλα-μάτζαλα, παράτησαν και τα μουλάρια διψασμένα και κείνα έτσι πεινασμένα επήραν δρόμο από τη καζάρμα του αεροδρομίου στον Αφιάρτη.

Μόλις είχαν πατήσει το νησί περίπου 800 Γερμανοί, οι περισσότεροι από το σύνταγμα ανεπιθυμήτων 999, έψαχναν κι κείνοι τρόπους, για να ψωμοχορτάσουν την πείνα τους.Έτουτο ζώο ήταν μια καλή ευκαιρία, θα βρισκόταν κάποιος να θυσιάσει μια αλανιάρα κότα για έναν τέτοιο, τετράποδο εργάτη.
Δεν το έβαζε κάτω ο Γερμαναράς, ίδρωνε από το ποδαρόδρομο, αλλά κάθε τόσο παίνευε το ζώο, μια έδειχνε τα πόδια του και μια χάϊδευε τη κεφαλή του και κάτι φώναζε στη γλώσσα του.
Τζίφος, είχε πολύ κόσμο να συμμαζεύει τα χωράφια του ποταμού, ακριβώςκάτω από στον Αη Γιάννη, όμως κανένας δεν έδειχνε πρόθυμος για μια τόσο ύποπτη αγορά.

Πέρασε από τη πηγή, ήπιε μια στάλα νερό και πότισε το ζώο, έπειτα ανέβηκε από δρομάκι και κοντοστάθηκε μισοαπογοητευμένος μπροστά στο σπιτάκι του Αγγέλου. Μονάχα ο μικρός Χριστόφορος, θάμαξε με το ήσυχο θεριό και έτρεξε κατά πάνω του, έδωσε μια να πιάσει τη χαίτη του μουλαριού που πετούσε από το αεράκι, όμως ήταν τόσο ψηλά, που έκαμε τον μικρό να γουρλώσει όσο δεν έπαιρνε τα μάτια του.

Δεν άργησε να ζητήσει από τον πατέρα του να το κρατήσουν, έτσι θα γίνουν όλες οι δουλειές στα γρήγορα, άσε που αυτός ο γίγαντα θα γινόταν ο καλύτερος φίλος του παιδιού. Όμως εκείνος ήταν ανένδοτος, έβλεπε μπλεξίματα, γνώριζε καλά ότιόποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον ετρώνε οι κότες και το μουλάρι ήταν των κατακτητών που τα όπλα τους δεν ήταν ποτέ αδειανά και παραπόδας!
Ο Γερμανός στρατιώτης έφυγε κι από εκεί απογοητευμένος, μια κότα ζήτησε και θα έδινε ολόκληρο μουλάρι, αλλά δεν έβρισκε πελάτες να τσιμπήσουν.

Περπάτησε προς τα πίσω και ενώ είχε σταματήσει να διαλαλεί τη πραμάτεια του, έπεσε πάνω στον Μιχαλάκη. Εκείνος κατέβαινε βιαστικός από το μονοπατάκι της ρεματιάς, είδε το ήρεμο ζώο και έκανε ένα βήμα πίσω, πάτησε πάνω στους ασπαλάθους, μαθημένος δεν έδωσε σημασία στ΄αγκάθια.

Ο Μιχάλης έπεσε στη παγίδα, του άρεσε το ζώο, θα γινόταν ο καλύτερος σύντροφος μέσα στο χωράφι! Κι έτσι έτρεξε γραμμή στο κοτέτσι και έπιασε μια κότα από τα πόδια, ένιωθε πως την έφερε του πεινασμένου στρατιώτη! Έπειτα χάϊδεψε στο μέτωπο το μεγάλο ζώο και γύρισαν στο σπίτι παρέα.

Πέρασαν δυό ήσυχοι χειμωνικοί μήνες, απο μακριά αχνοφαινόταν η άνοιξη κι ακόμη μια καρπερή χρονιά για τα χωράφια τουεπάνω Αφιάρτη. Μα ήταν εκείνος ο ποταμός, το νερό που δεν υπάρχει πια, όμως τότε πάνω στο πέρασμα του έδινε ζωή και στη πιο στείρα πέτρα.

Ο νέος Έλληνας ιδιοκτήτης είχε δεθεί με το μουλάρι, εκείνο δούλευε σκληρά, σα τρεις γερούς άντρες και δεν παραπονέθηκε ούτε μια στιγμή. Όμως η ανταλλαγή φαίνεται πως κάπου στράβωσε, κάποιος το σφύριξε στους Γερμανούς, το θυμήθηκαν, έτσι βγήκαν στη γύρα, αναζητούσαν τα Ιταλικά ζώα που ανήκαν στο στρατό και είχαν εξαφανιστεί.

Πέρασαν από το σπίτι του Μιχάλη, είδαν τον τετράποδο Ιταλό να ξαποσταίνει στην αυλή και δεν άργησαν, πήραν το τετράποδο μαζί με το δίποδοαφεντικό του για ανακρίσεις κι εκεί τελειώνει η πικρή ιστορία.

Ο Έλληνας δεν αρνήθηκε την άγορα από τον Γερμανό στρατιώτη, μίλησε για την ανταλλαγή, για τη κότα που δόθηκε για το μουλάρι, έτσι το ζώο είχε γίνει δικό του. Οι αξιωματικοί ζήτησαν να τους υποδείξει ποιος ήταν ο πωλήτης, και εκείνος δεν δυσκολεύτηκε, αναγνώρισε αμέσως τον Γερμανό στρατιώτη.

Εκείνος ένιωσε σαν χαμένος, αρνήθηκε κάθε δική του ανάμιξη στην υπόθεση του μουλαριού και έβγαλε ψεύτη και κλέφτη τον Μιχάλη.

Ο Έλληνας αναψοκοκκίνισε, δεν χασομέρησε, με τα μάτια κάρφωσε πρώτα τον ανακριτή του, και έπειτα έφτυσε στο πρόσωπο τον Γερμανό, που αρνιόταν με πείσμα την αλήθεια.

Αυτή ήταν η αρχή του τέλους, ένας Γερμανός αξιωματικός άνοιξε τη δερμάτινη θήκη και άρπαξε το πιστόλι. Χωρίς κανένα δισταγμό πυροβόλησε εξ επαφήςστο πρόσωπο του Μιχάλη Φρέσκου.

Η επίσημη πληροφορία που έφτασε στο χωριό και έκαμε το γύρο της Καρπάθου έλεγε πως ο νεκρός «ασέβησε, γιατί έφτυσε τον αγκυλωτό σταυρό»!

Μονάχα το μουλάρι δεν άλλαξε πρόγραμμα, εξακολούθησε να κάνει τον δούλο στους ανθρώπους…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here