Ο δυόσμος μου θυμίζει τη μία μου γιαγιά, ο βασιλικός την άλλη

Στον ουρανό, σκέφτομαι τώρα, θα είναι το φυσικό περιβάλλον και για τους δύο με τα καταγάλανα μάτια τους και την ηρεμία των μορφών τους...

0
371

Μια τυχαία επίσκεψη στο μανάβικο της γειτονιάς ανέλκυσε με έναν τρόπο μάλλον αυτόματο στην επιφάνεια της μνήμης την έντονη μυρωδιά από το κηπάκι της γιαγιάς μου στην Καρύταινα. Μυρωδιά του δυόσμου, μεστή και έντονη, οξεία και δροσερή, που κυριαρχούσε στον προσκολλημένο στο σπίτι μικρό αυτό χώρο των λίγων τετραγωνικών και καταλάμβανε οποίον διάβαινε το κατώφλι του ή όποιον στεκόταν στο μπαλκονάκι για να αντικρύσει τη γέφυρα του ποταμού Αλφειού και το οροπέδιο της Μεγαλόπολης. Τι άλλο άραγε καλλιεργούσε εκεί η γιαγιά η Ντίνα; Άγνωστο, τουλάχιστον σε μένα σήμερα, 32 χρόνια αφ’ ότου αφήσαμε για πάντα την Καρύταινα μετά την απώλεια του παππού – απώλεια που η γιαγιά η Ντίνα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει και έτσι μέσα σε τέσσερα χρόνια ακολούθησε στο ταξίδι στον ουρανό τον θρυλικό «εφημέριο Καρυταίνης», όπως έγραφε σε βυζαντινή γραμματοσειρά το ηλεκτρικό κουδούνι στην είσοδο.

Τον λεβεντόπαππα σήμα κατατεθέν της Καρύταινας για δεκαετίες που με την πηγαία κοινωνικότητά του και το ηγετικό του παράστημα στάθηκε αυτό που λέμε αρχέτυπο του παλιού ιερέα, όταν μαζί με τον πρόεδρο, τον αστυνόμο και το δάσκαλο ήταν ντε φάκτο οι αρχές του τόπου. Τον θυμάμαι να κατεβαίνει επιβλητικός τα υγρά καλντερίμια της Καρύταινας ερχόμενος προς το σπίτι, να ανεβαίνει αγέρωχος σαν Κολοκοτρώνης τα πετρώδη μονοπάτια προς το Κάστρο, να σκοτώνει σαν Αϊ Γιώργης ένα φίδι που είχε συρθεί μες στις πόρτες των σπιτιών για να μας προστατέψει, να τραγουδά δημοτικά τραγούδια σαν σταρ στην εκπομπή της ΕΡΤ1 «Εδώ και σήμερα», να ιερουργεί σαν Πατριάρχης με μυστικιστική θεατρικότητα περιβαλλόμενος από ένα φωτεινό σύννεφο μοιράζοντας το αντίδωρο στο τέλος και επαναλαμβάνοντας «ευλογία Κυρίου κι έλεος έλθ’ επί σε» (αυτό το «έλθ’ επί σε» καθώς το έλεγε μου φαινόταν σαν κάτι ακατάληπτο, σαν κάποια μυστική γλώσσα), να χτυπά την καμπάνα κλείνοντας με το ελεύθερο χέρι το αυτί του έξω από την Ευαγγελίστρια για να ακουστεί μέχρι τα φαράγγια του ποταμού Λουσίου. (Την ίδια ακριβώς εικόνα ανατρίχιασα όταν είδα πάνω από 2 δεκαετίες μετά, στις μεγάλες πυρκαγιές της Αρκαδίας και της Ηλείας του 2007, με τον τότε ιερέα να ειδοποιεί για την επερχόμενη πύρινη καταστροφή. Ήταν σαν να έβλεπα τον παππού μου, μόνο που το 1985 δεν έβλεπα την εικόνα από την τηλεόραση αλλά τη ζούσα τυλιγμένος στα ιερά, ταλαιπωρημένα και προστατευτικά για τον εννιάχρονο εγγονό ράσα του παππού).

Στη σκιά αυτού του ανθρώπου ζούσε η γιαγιά, έχοντας συνειδητά επιλέξει το ρόλο της. Αν και θα μπορούσε από μια απλή περιγραφή να θεωρηθεί δεύτερος ρόλος, δεν ήταν αυτό. Αντίθετα, η γιαγιά ήταν μια λαμπερή προσωπικότητα κι αυτή, μα με το δικό της τρόπο. Ποτέ δεν είπε κακία για κανέναν και αντίθετα, με ένα τρόπο λεπτό, διακριτικό μα τόσο αποτελεσματικό διαχειριζόταν τα πάντα, από την καθοδήγηση των εγγονιών ώστε να μάθουμε κι εμείς να μη λέμε κακό για κανέναν, μέχρι την αποσόβηση κάθε είδους κρίσεων («κρύβε λόγια», έλεγε) και την υποστήριξη των επιλογών του παππού, ιδίως όταν συχνά πυκνά έφερνε κάθε είδους ξένο στο σπίτι για φαγητό, κάτι που θεωρούσε υποχρέωσή του αφού ο ξένος ήταν ξένος, και ο παππούς είχε στα γονίδιά του τη φιλοσοφία του Ξένιου Δία για τη φιλοξενία. Κάπως έτσι μέχρι και σήμερα αλληλογραφούμε με το Γιόσι, έναν Ιάπωνα πανεπιστημιακό καθηγητή της ιστορίας που βρέθηκε από το Μυστρά να τριγυρνά κάνοντας ώτο στοπ στην επαρχιακή οδό Καρύταινας  – Μεγαλόπολης κι από εκεί στο σπίτι μας να μου φτιάχνει έναν χάρτινο πελαργό (τα ιαπωνικά «οριγκάμι τσούρου») μετά το φαγητό, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄70. Αυτή λοιπόν περίπου ήταν η γιαγιά, και τα όσα πέρασε μάλλον ήταν χαραγμένα στις ρυτίδες της και στα ταλαιπωρημένα, μα πάντα δυνατά, στρογγυλά και ακτινοβόλα μάτια της. Τη θυμάμαι στις Σπέτσες να έρχεται να μας επισκεφτεί στην  Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή όπου χοροπηδούσα σαν κουτάβι για να δείξω σε αυτήν και τον παππού τη χαρά μου, να μου δίνει ένα μικρό μπλε με κίτρινη καρότσα σιδερένιο φορτηγάκι matchbox , τη θυμάμαι στο τελευταίο της δωμάτιο στον Άγιο Αρτέμιο στο Παγκράτι να υπομένει την παρουσία μου και την μάλλον άτσαλη έκφραση της αγάπης μου που ίσως δεν ήξερα πώς να την εκφράσω βλέποντας μα μη θέλοντας να παραδεχτώ πως το τέλος πλησίαζε, τη θυμάμαι να σκαλίζει αυτό το κηπάκι της Καρύταινας με ένα μαντήλι καμιά φορά στο κεφάλι, αναδίδοντας τη μυρωδιά του δυόσμου που με συντροφεύει υποχρεωτικά μέχρι σήμερα.

Στον ουρανό, σκέφτομαι τώρα, θα είναι το φυσικό περιβάλλον και για τους δύο με τα καταγάλανα μάτια τους και την ηρεμία των μορφών τους. Μια γαλάζια ηρεμία καρτερική, δυο ανθρώπων που στέκονταν μια ζωή (όχι και πολύ μεγάλη είναι η αλήθεια, και οι δύο δεν πρόλαβαν να ζήσουν πολύ πάνω από τα 70) ένα σκαλοπάτι πάνω από τις δυσκολίες που μόνο απλές και λίγες δεν ήταν.

Σαν σύμπτωση, λίγες μέρες πριν, βρέθηκε στο σπίτι μια γλάστρα με βασιλικό. Συνηθισμένη ή ασυνήθιστη, η μυρωδιά του πάντα με ελκύει και με βρίσκει σε βύθιση μέσα στο πυκνό φύλλωμά του για να ασπαστώ τη λεπταίσθητη, διεισδυτική αρωματική του ουσία. Είναι πάντα για μένα μια μυσταγωγία η επαφή με τα τρυφερά φύλλα του, γιατί η μυρωδιά του αυτή μου φέρνει πάντα με τον ίδιο αυτοματισμό στο προσκήνιο την άλλη μου γιαγιά, την Αγγελικούλα. Εδώ οι μνήμες είναι κάπως λιγότερες, γιατί η γιαγιά έφυγε το 1983 – ακολούθησε και αυτή τον παππού τον Τάσο δυο χρόνια μετά –  και το 1983 ήμουν μόνο επτά χρονών. Μα δεν γίνεται να ξεχάσω τη σπουδή της γιαγιάς να περιποιηθεί όχι μόνο το βασιλικό, μα και τη λουίζα και τη ματζουράνα – ιδίως για τη ματζουράνα μιλούσε με τόση ευλάβεια και σπουδαιότητα, που είχα πιστέψει ότι είναι το πιο σπουδαίο πράγμα του κόσμου. Ίσως και να είναι, εδώ που τα λέμε. Και αυτές οι οσμές, της λουΐζας και της ματζουράνας είναι με κάποιο τρόπο περασμένες στο πάνθεον των μνημονικών οσμών, μα είναι ο βασιλικός αυτός που συνδέεται άρρηκτα με τη γιαγιά. Έχοντας τη λεπτεπίλεπτη και ανυπόκριτη αίσθηση του γούστου της νησιώτισσας, είχε πάντα μα πάντα απόλυτα περιποιημένες τις γλάστρες στο πατρικό σπίτι του Καλοξύλου στη Νάξο.

Και πρώτες, εκείνες με τους βασιλικούς. Τις θυμάμαι μία μία στα σκαλιά που οδηγούσαν στο ταρατσάκι, πλατιές και χαμηλές με γραμμωτή διακόσμηση, να ευωδιάζουν και να τυλίγουν με το άρωμά τους όποιον βρισκόταν στο γύρω χώρο. Τι κι αν μπλεκόταν η οσμή με εκείνη της λουίζας και δημιουργούσαν ένα μοναδικό κοκτέιλ ευγενών αρωμάτων; Ο βασιλικός ήταν εκείνος που κυριαρχούσε. Σε μια φωτογραφία εικονίζεται η γιαγιά η Αγγελικούλα να ποτίζει χαμογελαστή, μα με ιερότητα ανεπιτήδευτη τις γλάστρες της και σκέφτομαι ότι αυτή η σχέση τους ήταν σχέση ζωής. Ζώντας σε ένα χωριό που η αισθητική ήταν πάντα υψηλή αξία (το «Μικρό Παρίσι» ή «Κολωνάκι της Νάξου» αποκαλούσαν οι παλιότεροι αξώτες τον Καλόξυλο), με τα περιποιημένα σπίτια, τις αυστηρές κυκλαδικές αρχιτεκτονικές μορφές, τα μόνιμα ασβεστωμένα πεζούλια, ο περιποιημένος  βασιλικός ήταν μια μορφή αναπόσπαστου τμήματος του συνόλου. Συμπλήρωνε τα πάντα με το χαρακτηριστικό του άρωμα και τα εμπλούτιζε με την μικροκαμωμένη μα κυριαρχική παρουσία του. Τη θυμάμαι σε εκείνες της σκάλες να περιποιείται τις γλάστρες και αναλογίζομαι σήμερα πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη και πόσο ήταν μια σταθερά για τη ζωή της, που οπωσδήποτε ήταν κι εκείνη γεμάτη δυσκολίες. Μα καμαρώνοντας η γιαγιά για την οικογένειά της, καμάρωνε και για τους βασιλικούς της. Ίσως γι’ αυτό ήταν πάντα χαμογελαστή και περήφανη στις φωτογραφίες, ιδίως δίπλα στον παππού τον Τάσο.

Κάνοντας μαζί τις αγροτικές δουλειές, με χίλιες δυο στερήσεις, γύριζαν ποιος ξέρει από πού και γελούσαν κρατώντας το χαρακτηριστικό πλεκτό ναξιώτικο καλάθι μπροστά στην Αγία Τριάδα, την επιβλητική εκκλησία του Καλοξύλου που χτίστηκε σε αναγεννησιακό ρυθμό το 1880 με δωρεές των Καλοξυλιτών της Αμερικής (ακόμη και σήμερα αχνοσώζεται στην πλάτσα η επιγραφή «Καφενείον η Ουασιγκτον»). Εκεί είχε βρεθεί προπολεμικά και ο αδερφός του παππού, ο Μαρκάκης, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Ο παππούς προτίμησε να συμφιλιωθεί με μοίρα του τόπου, και τη ζούσε σε κάθε της εκδοχή. Ακαταπόνητος εργάτης αν και η καρδιά του κουράστηκε γρήγορα, αδύνατος, ψηλός και ευθυτενής με κουμπωμένο πάντα το επάνω κουμπί του σακακιού, χαρακτηριστικός με το μουστάκι του και τα μόνιμα περιποιημένα και χτενισμένα μαλλιά, εντυπωσιακά ευφυής, ετοιμόλογος και εφευρετικός, πρώτος στα βιολιά και δεινός χορευτής, μα και πολιτική προσωπικότητα ολκής που ξεσήκωνε τους συγχωριανούς του με τα σατυρικά ποιήματά του που αναρτούσε σε περίοπτες θέσεις και γρήγορα έκαναν το γύρο της ευρύτερης περιοχής, της Τραγαίας Νάξου, εκείνα τα ταραγμένα πολιτικά χρόνια του ’60.

Σε αυτό το περιβάλλον η γιαγιά ήταν πάντα περήφανη και χαμογελαστή, εκτός από το τελευταίο γενικά διάστημα που είχε πια καταρρεύσει. Μα φρόντισε, αυτό το χαμόγελο και αυτή τη στάση ζωής, να μας την κληροδοτήσει μαζί με τα αρώματα του βασιλικού,  της λουίζας και της ματζουράνας, αλλά και την τόσο εκλεπτυσμένη γεύση από τα γεμιστά που δεν ξεχνώ κι ας έχουν περάσει μπορεί και 36 χρόνια από την τελευταία φορά τους. Ίσως να είχαν και αυτά βασιλικό από εκείνες τις πλατιές γλάστρες που έμοιαζαν σαν κωδωνόσχημοι κρατήρες και κοσμούσαν ένα ένα τα σκαλοπάτια, μα σίγουρα η γιαγιά θα είχε κόψει τα φύλλα με προσοχή για να μη διαταράξει τη σγουρή γεωμετρία τους. Αυτήν την εκλέπτυνση που απέρρεε από έναν γνήσια κυκλαδικό τρόπο ζωής μέσα σε έναν μικρόκοσμο – τον Καλόξυλο – που ζούσε σαν κύταρρο μέσα σε ένα άλλο μικρόκοσμο – τη Νάξο (η διαδρομή  των 18 χλμ. ως τη Χώρα μου φαινόταν ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου) –  κρατώ από τη γιαγιά την Αγγελικούλα, με πρώτη εκδήλωσή της το άρωμα του βασιλικού που τη φέρνει πάντα στο νου όταν επίτηδες τον μυρίζω. Είναι μάλλον γιατί θέλω να την καλέσω εσπευσμένα, να τη χαιρετήσω, να της ζητήσω συγγνώμη που γέλασα από παιδική ανοησία όταν χτύπησε το κεφάλι της στο τζάμι στο σπίτι στον Άγιο Αρτέμιο, να της πω πως τις έχω ακόμη όλες τις μυρωδιές της, και ίσως να της κάνω κι ένα παράπονο που έφυγε νωρίς για να μεταφέρει και στον παππού τον Τάσο, αφού κι εκείνος βιάστηκε πολύ και την είχε ανάγκη ο Καλόξυλος την παρουσία του, όπως κι εμείς.

Κάπως έτσι συλλογίζομαι πως αρκούν δυο μυρωδιές σχεδόν καθημερινές, να μας κρατήσουν άρρηκτο το νήμα με τα δικά μας πρόσωπα και με ό,τι τα συνοδεύει στην αχαρτογράφητη, ελκυστική και συχνά σκληρή και αφιλόξενη περιοχή της μνήμης. Για μένα, που ο δυόσμος μου θυμίζει τη μία μου γιαγιά και ο βασιλικός την άλλη, δυο εαυτοί τριγυρίζουν πότε στο κάστρο της Καρύταινας και πότε στα πεζούλια του Καλοξύλου, πότε ακούγοντας την απόκοσμη νυχτερινή βοή του Αλφειού και τα κοάσματα των βατράχων του και πότε παραληρώντας από τη μελωδική βεγγέρα των καλοξυλιτών και από τα σφυρίγματα των νυχτερινών αρχιπελαγικών ανέμων. Σίγουρα όταν ξαναβρεθώ με τις γιαγιάδες θα ζητήσω  από τη Ντίνα να πάμε μαζί στο κηπάκι στην Καρύταινα και να μυρίσουμε το δυόσμο, και από την Αγγελικούλα να ποτίσουμε και περιποιηθούμε μαζί τους βασιλικούς στη σκαλίτσα για να φτάνει το άρωμά τους μέχρι τη σάλα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΠλαφόν οι 20.000 ευρώ για τις ηλεκτρονικές αποδείξεις
Επόμενο άρθρο«Κατανόησέ με ή σε Καταβροχθίζω» – θεατρική ομάδα Ανδρομέδα | στον Πολυχώρο Vault από 20/11
Ο Τάσος Σαλτερής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Κατάγεται από τη Νάξο και την Καρύταινα Αρκαδίας. Μεγάλωσε αρχικά στις Σπέτσες, όπου υπηρετούσαν ως φιλόλογοι οι γονείς του στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή, και έπειτα στην Αθήνα όπου τελείωσε το 2ο Λύκειο Υμηττού. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη βυζαντινή αρχαιολογία. Είναι επίσης απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και του μεταπτυχιακού προγράμματος Public Management του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου. Είναι στέλεχος της Δημόσιας Διοίκησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here