Εισαγγελείς να αποφασίζουν για την ποινική ευθύνη υπουργών

2
34

Η διαδικασία στη Βουλή για τη συγκρότηση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης για τη «λίστα Λαγκάρντ» επιβεβαίωσε τις γνωστές από το παρελθόν παθογένειες του θεσμού της ποινικής «ευθύνης» των υπουργών στη χώρα μας. Η πρώτη από αυτές είναι η πλήρης κομματικοποίηση μιας – υποτίθεται- δικαστικής αρμοδιότητας της λαϊκής αντιπροσωπείας.

Τούτο, βέβαια, είναι ως ένα σημείο αναμενόμενο, αφού οι περισσότεροι βουλευτές δεν έχουν καν νομικές γνώσεις, και πολύ περισσότερο εξειδικευμένη γνώση ποινικού δικαίου, ώστε να μπορούν να ασκήσουν με επάρκεια τα καθήκοντα του (συλλογικού) εισαγγελέα (άσκηση ή μη ποινικής δίωξης) τα οποία αναθέτει σ’ αυτούς το Σύνταγμα.

Εξάλλου, ακόμη κι αν διέθεταν τις γνώσεις, είναι αμφίβολο αν θα έβρισκαν χρόνο να μελετήσουν ποινικές δικογραφίες (μερικοί από αυτούς ομολογούν ότι ψηφίζουν ακόμη και ολόκληρα… Μνημόνια χωρίς προηγουμένως να τα διαβάσουν!).

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι βουλευτές ακολουθούν κατά βάση την κομματική «γραμμή» και η περαιτέρω συνέπεια ότι η ποινική ευθύνη δήθεν των «υπουργών» είναι στην πράξη ευθύνη μόνο των πρώην υπουργών, αφού η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πάντοτε, όπως και τώρα, προασπίζει τους εν ενεργεία (και, πολύ περισσότερο, τους αρχηγούς κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση).

Η δεύτερη παθογένεια είναι η συνήθης πλέον καταστρατήγηση της (προβλεπόμενης στο άρθρο 155 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής) μυστικότητας της ψηφοφορίας μέσω αποχής. Δεδομένου ότι η παρ. 3 του άρθρου αυτού απαιτεί την απόλυτη πλειοψηφία (151 ψήφων) για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων, η αποχή ισοδυναμεί ουσιαστικά με φανερή απαλλακτική ψήφο υπέρ του κατηγορουμένου. Το 2008 μάλιστα, στην υπόθεση Βατοπεδίου, η καταστρατήγηση της μυστικότητας ήταν ακόμη προκλητικότερη, αφού με απόφαση της Κυβερνητικής Επιτροπής (!) οι βουλευτές της «Νέας Δημοκρατίας» είχαν υποχρεωθεί να απουσιάσουν από την αίθουσα την ώρα της ψηφοφορίας.

Τώρα αντίθετα όσοι ψήφισαν στη μία μόνο από τις τέσσερις κάλπες το έπραξαν «οικειοθελώς», ακολουθώντας βέβαια το παράδειγμα του αρχηγού τους και πρωθυπουργού.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι η ανάθεση εισαγγελικών αρμοδιοτήτων στη Βουλή είναι τουλάχιστον άτοπη και ότι στοιχειώδης απαίτηση διαφάνειας και εκδημοκρατισμού του δημόσιου βίου είναι η κατάργηση του «αμαρτωλού» άρθρου 86 στο σύνολό του, σε προσεχή συνταγματική αναθεώρηση. Η άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπων που ασκούν ή άσκησαν κυβερνητική εξουσία πρέπει να αποφασίζεται από εισαγγελικούς λειτουργούς περιβεβλημένους με τα εχέγγυα της επιστημονικής κατάρτισης και της δικαστικής ανεξαρτησίας, όπως συμβαίνει και για όλους εμάς τους «κοινούς θνητούς» – πολίτες αυτής της χώρας. Για τα εν ενεργεία πολιτικά πρόσωπα επαρκή εγγύηση θα συνιστούσε η, υφιστάμενη ούτως ή άλλως, απαίτηση (άρθρο 62 του Συντάγματος) άρσης της βουλευτικής ασυλίας.

Το πιο αξιοσημείωτο, πάντως, από όσα συνέβησαν είναι ότι ο πρωθυπουργός απαξίωσε να πλησιάσει στις τρεις  κάλπες (δηλαδή εκείνες των προτάσεων της αντιπολίτευσης), καταστρατηγώντας ο ίδιος τη μυστικότητα της ψηφοφορίας. Αποδεικνύεται έτσι η υποκρισία της κυβέρνησής του, η οποία όταν τη συμφέρει εμφανίζεται ως ασυμβίβαστη εγγυήτρια της νομιμότητας (π.χ. στέλνει την ΕΛ.ΑΣ. να συλλάβει μαζικά τους καταληψίες της «Βίλας Αμαλία»), ενώ όταν δεν τη συμφέρει την αγνοεί προκλητικά μέσω του ίδιου του αρχηγού της. Εύγε και εις ανώτερα…

*Ο Κώστας Χ. Χρυσόγονος είναι Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΙθαγένεια: Ο νομικός όρος και η ανθρώπινη διάσταση
Επόμενο άρθροΗ φωτογραφία της ημέρας
Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1961, σπούδασε στη Νομική του ΑΠΘ και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Αννόβερου Γερμανίας. Ηταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (1993-1995), μέλος του ΕΣΡ (1994-1997), σύμβουλος σπουδών Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (1994-1997), μέλος ΔΣ ΕΤΒΑ (1999-2001). Από το 2003 είναι τακτικός Καθηγητής στο ΑΠΘ και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Βιβλία: Verfassungsgerichsbarkeit und Gesetzgebung, 1987. Ο αντισυνταγματικός νόμος και η δημόσια διοίκηση, 1989. Η απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, 1993. Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996. Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, 1998 (β´ έκδοση 2002, γ´ έκδ. 2006). Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, 2000. Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, 2001. Συνταγματικό Δίκαιο, 2003. Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 2006. Η ιδιωτική δημοκρατία, 2009.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Μήπως κ. Χρυσόγονε θα έπρεπε τα κόμματα, ΟΛΑ τα κόμματα, πρωτού προστρέξουν να καταθέσουν προτάσεις για τη σύσταση της επιτροπής διερεύνυσης να προστρέξουν στο συμβούλιο νομικών που έχει θεσμοθετηθεί για να αξιολογεί τη νομική πλευρά των θεμάτων πριν το θέμα να φτάσει στην ολομέλεια;

  2. Για άλλη μία φορά και από τη θέση αυτή συγχαίρουμε δημόσια τον Καθηγητή για την στάση του στα δημόσια πράγματα και την ανεκτίμητη προσφορά του προς την κοινωνία και την πατρίδα.

    Χρήστος Τσότρας
    Δικηγόρος
    Ναυπλίου 17, ΤΚ 65403 Καβάλα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here