Γι’ αυτά που δε μπορείς να μιλήσεις…

4
51

«Παράξενος χειμώνας μπαίνει, παράξενη εποχή,

κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει, δεν ξέρει που θα βγει»…

Αγαπητέ Χρήστο,

Σ΄ ευχαριστώ πολύ για την πρότασή σου, ειλικρινά με τιμά να αισθάνομαι ότι η γνώμη μου, η θέση μου στα πράγματα μπορεί να ενδιαφέρει. Το ίδιο μου είχε ζητήσει πριν από ενάμιση χρόνο άλλος φίλος δημοσιογράφος, για αντίστοιχο site. Αρχικά είχα δεχτεί, τελικά δεν έγραψα ποτέ. Τότε δεν αναρωτήθηκα για τους λόγους της δυσπραγίας μου, τώρα πια βρίσκομαι σε θέση να τους ξέρω.

Μου συμβαίνει κάτι πρωτοφανές: Δεν έχω γνώμη! Δεν έχω συμπαγή άποψη, κρυστάλλινη θέση για ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Η πραγματικότητα με ξεπερνά. Ο κόσμος υπερβαίνει την αντίληψή μου. Σαν να οδηγώ μέσα σε ομίχλη, μπορώ να δω μόνον ελάχιστα εκατοστά πέρα απ΄τη μύτη μου. Δεν έχω ιδέα για το υπόλοιπο της διαδρομής.

Η αλήθεια είναι ότι, επί συγκεκριμένων θεμάτων, καταφέρνω ακόμα να διαμορφώνω συγκεκριμένες απόψεις. Αν η πραγματικότητα είναι ένα τεράστιο παζλ, μπορώ και τώρα να δω που ακριβώς μπαίνουν ορισμένα κομμάτια του. Όμως, μου διαφεύγει το όλον. Σαν να κοιτάζω έναν πίνακα από πολύ κοντά, βλέπω μόνο μουτζούρες και τυχαία χρώματα. Κάτι με εμποδίζει να πάρω την αναγκαία απόσταση για να δω όλο το έργο.

Κάτι έχει πάρει ό,τι σκεφτόμουν για τον κόσμο γύρω μου και το έχει κατεβάσει απ΄τον εγκέφαλο στο στομάχι. Απο ‘κει, μόνον άναρθροι ήχοι μπορούν να βγουν, όχι ομιλία.

Ακολουθώ λοιπόν την πρόταση του Βίτγκενσταΐν: «Γι΄αυτά που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να σιωπάς».

Δεν ήμουν πάντα έτσι, για την ακρίβεια ήμουν το ακριβώς αντίθετο. Από παιδάκι μ΄ ενδιέφεραν τα πάντα γύρω μου (εκτός απ΄το ποδόσφαιρο), σχημάτιζα μια θέση, και τη διατύπωνα με παρρησία. Συχνά βέβαια αυτή η θέση άλλαζε, αλλά καθ΄όλη της διάρκεια της λάμψης της την υποστήριζα με πάθος. Η έκφραση γνώμης, εκτός από υπέρτατη αξία, είχε για μένα ηδονή και στόχο.

Την ηδονή της συνάντησης με τους όμοιους, τους οικείους, και το στόχο της πιθανής αλλαγής, της μετακίνησης έστω, κάποιων απ΄τους υπόλοιπους προς μια ιδέα που θεωρούσα σωστή. Στη χειρότερη περίπτωση, αυτός που μετακινείτο ήμουν εγώ, και το έκανα με χαρά. Και με χαρά διαπίστωνα πως δεν ήμουν μόνος, πως πολλοί σκεπτόμαστε το ίδιο, και πως, σα λύκοι τη νύχτα, αναγνωριζόμαστε από μακριά, αρκεί να μιλήσουμε. Το στίγμα στο χάρτη δίνεται από τη φωνή.

Αυτά τα δύο τελευταία χρόνια, με τη βοήθεια του διαδικτύου, οι φωνές πλήθυναν. Απόψεις και θέσεις που θεωρούσα πως είναι ευνόητοι κοινοί τόποι, έγιναν πραγματικοί τόποι, στους οποίους πλέον συναντιούνται όλο και περισσότεροι, μέσα από ηλεκτρονικά ημερολόγια, σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, ιστοσελίδες γνώμης.

Όμως την ίδια ακριβώς εποχή, ο κόσμος έγινε ακόμα πιο πολύπλοκος. Η ζωή μας – σ’ αυτό πλέον συμφωνούμε όλοι- κινείται ακυβέρνητη και ταχύτατη προς άγνωστο προορισμό.

Απροετοίμαστοι και ανειδίκευτοι, καλούμαστε να πάρουμε θέση για μνημόνια, μετανάστες, ασφαλιστικά, εργασιακά, το μέλλον της Ευρώπης, το μέλλον γενικά.

Κι όπως έλεγε ο Νιλς Μπορ, «Η πρόβλεψη είναι δύσκολη, ιδιαίτερα για το μέλλον.»

Παρ’ όλα αυτά, μαζευόμαστε. Κι όσο μαζευόμαστε εμείς, συσπειρώνονται και οι απέναντι. Όσο πληθαίνουν οι φωνές για τα αυτονόητα, δυναμώνουν οι φωνές που αντιδρούν, υπερασπιζόμενες προφανώς τα δικά τους αυτονόητα.

Η σύγκρουση γίνεται όλο και σφοδρότερη, κι εγώ αναγκάζομαι να γυρίσω το κεφάλι και να δω κάτι που για χρόνια – και εκ προθέσεως- παρέβλεπα. Το ζωτικό μου ψεύδος. Κάτι που μέσα μου ήξερα καλά, μα η παραδοχή του θα κατέλυε τον βασικό πυρήνα της ύπαρξής μου.

Βλέπω λοιπόν πως σε όλες τις αλληλεπιδράσεις ανθρώπων, στην πολιτική, στην τέχνη, στις προσωπικές σχέσεις, αποδεικνύεται περίτρανα πως ο Σωκράτης είχε άδικο: Σε μια διαφωνία, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων δεν είναι ικανή να δώσει την τελική λύση. Το ισχυρότερο επιχείρημα δεν νικά, γιατί δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιο. Μάταια η προσπάθεια -κι απ΄τις δυο πλευρές- να πείσουν, κι άρα να κερδίσουν.

Μετά το πέρας της μάχης, και οι δυο παραμένουν αμετακίνητες στις αρχικές θέσεις τους. Σύμφωνα με το ρητό, «ο μόνος οριστικός τρόπος να λήξει μια αντιπαράθεση υπέρ σου είναι να πυροβολήσεις τον άλλον».

Το Χεγκελιανό «θέση – αντίθεση – σύνθεση» λειτουργεί μόνο σε χρόνους μεγαλύτερους απ΄αυτούς της ανθρώπινής ζωής, ή στα μυαλά των φιλοσόφων. Στην καθημερινότητα, η επικοινωνία είναι μια ψευδαίσθηση.

Η επιστήμη έχει ήδη αποφανθεί: Η ματιά μας στον κόσμο δεν δημιουργείται από τη λογική, άρα δεν μπορεί να αναθεωρηθεί απ΄αυτήν. Τώρα πια, όταν κάποιος διαφωνεί μαζί μου, αλλάζω κουβέντα. Δεν είναι πως αδιαφορώ για τον δημόσιο διάλογο, σέβομαι απλώς βασικές αρχές του: Όταν συμφωνείς με τον προλαλήσαντα, δεν μιλάς. Όταν παραβιάζεις ανοικτές θύρες, δεν μιλάς. Αξίζει να μιλήσεις μόνον όταν μπορείς να μεταστρέψεις την αντίθετη θέση, κι αυτό μου φαίνεται σχεδόν αδύνατο.

Στις διαδικτυακές μας συναντήσεις ξεχνάμε πως οι περισσότεροι βρίσκονται στην άλλη όχθη. Εμείς απλώς συμφωνούμε πως συμφωνούμε, οι άλλοι απλώς μένουν αμετακίνητοι.

Από την άλλη, νιώθω πως ίσως πετάω την ασπίδα μου ακριβώς τη στιγμή που έχουμε αρχίσει να κερδίζουμε έδαφος. Βλέπω τις συσπειρώσεις πολιτών, αισιοδοξώ για τον Καμίνη και τον Μπουτάρη, αναγνωρίζω πως το να μιλάμε συμφωνόντας μας κάνει πιο δυνατούς. Ναι, κάτι αλλάζει, σιγά- σιγά, στη χώρα, αρκεί μόνο να δω πόσα θέματα έχουν ανοίξει, για τα οποία παλιότερα τηρούσαμε σιγή. Άθεος ων, έχω συγκρατήσει μια παροιμία που πρωτάκουσα στον Μπρεχτ: «Οι μύλοι του θεού αλέθουν αργά. Αλέθουν όμως.»

Υπάρχει και συνέχεια στους παραπάνω στίχους του Πορτοκάλογλου:

«Όλο κάτι άσχετοι κερδίζουν, με κόλπα και εφφέ,

κι εμείς, που λίγα μας χωρίζουν, δε σμίγουμε ποτέ.»

Τώρα λοιπόν που σμίγουμε, μέρα με τη μέρα, τώρα που όλοι ξέρουμε πως καρποφορούμε μια εποχή μεγάλων αλλαγών, που εκκολάπτεται ακόμη, τώρα είναι η στιγμή να πάρουμε θέση. Ο «idiot», ο «ηλίθιος» στ’ αγγλικά, έχει την ίδια ρίζα με τον «ιδιώτη» που σήμαινε αυτόν που δεν συμμετείχε στα κοινά της πόλης. Κι εγώ δεν θέλω να είμαι idiot.

Αναγνωρίζω λοιπόν, την ίδια στιγμή που σου γράφω αυτά, ότι πολύ πιθανόν να έχω άδικο. Πολύ πιθανόν κι ο Βίτγκενσταΐν να έχει άδικο:

Για αυτά που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να μιλάς.

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Και αυτο που μπορεις να πεις με δυο λογια δεν εχει νοημα να το κανεις μυθιστορημα, γιατι καλο ειναι να μιλας αν εχεις και κατι να πεις, απλα και περιεκτικα. Δεν βλεπω ουτε το ενα ουτε το αλλο. sorry, αλλα πρεπει να μιλαμε. Σωστα;

  2. Άθεος ων, έχω συγκρατήσει μια παροιμία που πρωτάκουσα στον Μπρεχτ: «Οι μύλοι του θεού αλέθουν αργά. Αλέθουν όμως.»

    αθεοι δεν υπαρχουν. οταν ερθει η ωρα του ανθρωπου να αντιμετωπισει μεγαλες δυσκολιες στη ζωη του, ολοι μα ολοι λενε ω Θεε μου! ω Θεε μου! κανεις μα κανεις ομως δε λεει ω αΘεε μου! αυτο πιστευω να λεει κατι για το αν πραγματικα υπαρχουν αθεοι. ειναι μεσα στη φυση του ανθρωπου να αναζηταει κατι ανωτερο απο εκεινον. καλο βραδυ και καλη δυναμη σε ολους 🙂

  3. Εγώ πάλι εκφράζομαι απόλυτα από το κείμενο του κ. Μαρκουλάκη, τον οποίο, παρεμπιπτόντως εκτιμώ βαθιά, για την ικανότητα και το θάρρος του να σκέφτεται «έξω απ το κουτί», για το πάθος του για τη ζωή και τη δουλειά του και την αγνή, ‘παιδική’του επιθυμία ν΄αλλάξει τον κόσμο, όχι μόνο με λόγια του καναπέ (άξια,για παράδειγμα, έδωσε το παρόν με τη συμμετοχή του στη «Δράση»).
    Άλλωστε, όλοι μας δεν έχουμε την ανάγκη να ακούσουμε τη φωνή μας, να δούμε σχηματισμένες τις απόψεις μας, να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, να νιώσουμε ότι υπάρχουμε στον κόσμο και τον επηρεάζουμε, ο καθένας με τις δυνάμεις του (αλλιώς τί κάνουμε όλοι εμείς εδώ μέσα;). Παρότι πράγματι, πολλές φορές ο μόνος τρόπος να πείσεις τον άλλον είναι να τον πυροβολήσεις, ειδικά αν το μόνο που κάνει όταν μιλάς είναι να περιμένει τη σειρά του για να πει τα δικά του, ωστόσο πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να διαπιστώσεις ότι δεν είσαι μόνος, ότι υπάρχουν κι άλλοι που σκέφτοναι όπως κι εσύ. Κι αυτό είναι μεγάλη ηδονή. Συμφωνώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here