Θα γίνουμε Γερμανία του Χίτλερ ή Κοσσυφοπέδιο;

2
41

Το 2012 ήταν ένας ακόμη δύσκολος χρόνος για την Ελλάδα, με επίταση της ύφεσης, της ανεργίας και της πτωχοποίησης μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Ωστόσο η κοινωνική αντίδραση απέναντι στην υφεσιακή μνημονιακή πολιτική όχι μόνο δε διογκώθηκε, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά μάλλον περιορίσθηκε. Συλλαλητήρια και ανεργίες εξακολούθησαν να υπάρχουν, όμως η ένταση , η μαζικότητα και η συχνότητά τους φαίνεται να ήταν , παραδόξως ή μη, μάλλον μικρότερη σε σχέση με το 2011.

Οι διπλές βουλευτικές εκλογές (Μαΐου – Ιουνίου) λειτούργησαν στην πράξη ως ένα είδος μηχανισμού εκτόνωσης της ούτως ή άλλως μεγάλης λαϊκής δυσαρέσκειας. Τον Μάϊο ο παραδοσιακός δικομματισμός αποδοκιμάσθηκε πανηγυρικά , αφού το συνολικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ και της «Νέας Δημοκρατίας» από το περίπου 76% των εκλογών του 2009 κατήλθε στο 32%. Τον Ιούνιο, ωστόσο, τα φοβικά αντανακλαστικά μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος απέναντι στη διαφαινόμενη ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και, κυρίως, ο προωθούμενος καταλλήλως από τα Μέσα Μαζικής «Ενημέρωσης» εκβιασμός, της υποτιθέμενης άτακτης χρεοκοπίας και εξόδου από την Ευρωζώνη, οδήγησαν το δικομματισμό στο 42% των ψήφων και στην απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (με τη βοήθεια και του αμφίβολης συνταγματικότητας πριμ των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα).

Παρά ταύτα το εκλογικό σώμα δεν έδωσε σαφή απάντηση στα διλήμματα τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα. Η «μνημονιακή» πλευρά , ακόμη κι αν συμπεριλάβουμε σ’ αυτή την μάλλον αμφίθυμη ΔΗΜΑΡ, δε συγκέντρωσε στις τελευταίες εκλογές περισσότερο από το μισό των έγκυρων ψήφων, ενώ οι υπόλοιπες μοιράσθηκαν στα «αντιμνημονιακά» κόμματα , που έχουν βέβαια τεράστιες διαφορές μεταξύ τους (από τη «Χρυσή Αυγή» και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ).

Στην πραγματικότητα, «μνημονιακοί» και «αντιμνημοανικοί» δεν έπεισαν τους μισούς, αλλά το ένα τρίτο των ψηφοφόρων ο καθένας, αφού το τελευταίο τρίτο ήταν όσοι απείχαν (θεωρητικά το 38% των εγγεγραμμένων, ρεκόρ για όλη την περίοδο της «Μεταπολίτευσης», πρακτικά περίπου 25% – 30%) ή ψήφισαν λευκό ή άκυρο. Ο κατά το Σύνταγμα «κυρίαρχος»  λαός φαίνεται να βρίσκεται, κατά βάθος, σε αμηχανία.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι τα νέα πολιτικά σχήματα, που προέκυψαν την τελευταία τριετία, δεν φαίνονται να διαφοροποιούνται ριζικά στην εσωτερική τους δομή και λειτουργία από τα παραδοσιακά αρχηγικά πρότυπα. Είναι χαρακτηριστικά ότι δύο από τα τρία νέα κόμματα τα οποία εισήλθαν στη Βουλή φέτος («Ανεξάρτητοι Έλληνες» και ΔΗΜΑΡ)είχαν στα ψηφοδέλτιά τους, μαζί με τον τίτλο τους, και το ονοματεπώνυμο του αρχηγού (!) – ιδρυτή τους, ενώ το τρίτο («Χρυσή Αυγή») είναι κατ’ ουσία παρακρατική οργάνωση με στρατιωτική ιεραρχία .

Το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα με «σωματειακά» (και όχι «ιδρυματικά») γενικά χαρακτηριστικά και, παράλληλα, με ικανοποιητικό επίπεδο εσωτερικής δημοκρατικής λειτουργίας εξακολουθεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ (ακόμη και σ’ αυτόν, όμως, ο αριθμός των ενεργών κομματικών μελών είναι απογοητευτικά μικρός σε σχέση με τον αριθμό των ψηφοφόρων) και από τα εξωκοινοβουλευτικά οι Οικολόγοι – Πράσινοι.

Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι τα προβλήματα της χώρας είναι περισσότερα και μεγαλύτερα από τη (μη) βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει μια γενικότερη κρίση ταυτότητας, η οποία επιδεινώνεται με την αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και την πτώση του βιοτικού επιπέδου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι υπαρκτός ο κίνδυνος εκφασισμού, ανάλογα προς ό,τι συνέβη στη Γερμανία την δεκαετία του 1930, ή πάντως μετατροπής της Ελλάδας σε οικονομικά εξαθλιωμένο διεθνές προτεκτοράτο, τύπου Κοσυφοπεδίου.

Για τα χρόνια που έρχονται χρειαζόμαστε μια νέα «αφήγηση» με επίκεντρο όχι την πελατειακή θεσιθηρία και τον υπερκαταναλωτισμό, αλλά τη δίκαια αμειβόμενη εργασία ως αξία και ως ανθρώπινο δυναμικό, καθώς και με ουσιαστικό εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος. Πραγματικές λύσεις δεν μπορούν να έρθουν ούτε προκατασκευασμένες από έξω, ούτε με την επιστροφή στην «πεπατημένη» (πριν από το 1974) του αυταρχισμού, αλλά μόνο με συνειδητό και αυτεξούσιο κοινωνικό μετασχηματισμό.

*Ο Κώστας Χ. Χρυσόγονος είναι Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθρο«Περιμένοντας τον Άδειο Βασίλη»
Επόμενο άρθροΜήπως να καταργηθούν τα κόμματα και οι εκλογές;
Ο Κώστας Χρυσόγονος είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο τμήμα Νομικής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω. Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1961, σπούδασε στη Νομική του ΑΠΘ και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Αννόβερου Γερμανίας. Ηταν μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής (1993-1995), μέλος του ΕΣΡ (1994-1997), σύμβουλος σπουδών Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (1994-1997), μέλος ΔΣ ΕΤΒΑ (1999-2001). Από το 2003 είναι τακτικός Καθηγητής στο ΑΠΘ και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Βιβλία: Verfassungsgerichsbarkeit und Gesetzgebung, 1987. Ο αντισυνταγματικός νόμος και η δημόσια διοίκηση, 1989. Η απαγόρευση της αναγκαστικής εργασίας, 1993. Εκλογικό σύστημα και Σύνταγμα, 1996. Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, 1998 (β´ έκδοση 2002, γ´ έκδ. 2006). Μια βεβαιωτική αναθεώρηση, 2000. Η ενσωμάτωση της ΕΣΔΑ στην εθνική έννομη τάξη, 2001. Συνταγματικό Δίκαιο, 2003. Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 2006. Η ιδιωτική δημοκρατία, 2009.

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Καθώς φάινεται η τρίμηνη μπόχα των σκουπιδιών σε ωφέλησε κ. Χρυσόγονε!!
    Μετά την υποστήριξή σου στο δημοψήφισμα, έιναι η δεύτερη φορά που βρίσκεστε σε συνάφεια με την κοινή λογική!!
    Θα προσθέσω στα πολύ εύστοχα που αναφέρετε, το ενδεχόμενο να γίνουμε λωρίδα της γάζας…

  2. Με όλο το σεβασμό σε σας και στον κ. Χρυσόγονο, αντί να ασχολείται με μελλοντικά υποθετικά σενάρια, θα έπρεπε να αφιερώσει τις γνώσεις και τον χρόνο του στο να βρει τρόπο να καταργηθούν τα άρθρα 61 & 62 του Συντάγματος περί ανεύθυνου και ακαταδίωκτου. Αυτό θα ήταν μία σημαντική προσφορά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here