Η Γκόλφω πάει Επίδαυρο – Το ίδιο κι εμείς! (Παρασκευή 16/8)‏

0
66

Μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς- η «Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, σε σκηνοθεσία και με πρωταγωνιστή τον Νίκο Καραθάνο- παρουσιάζεται στην Επίδαυρο. Θέαμα ιερό μέσα στη γνήσια λαϊκότητά του, η «Γκόλφω» γεμίζει το αρχαίο θέατρο με ξεχασμένες μνήμες, πανηγυριώτικους θρήνους, μοιρολόγια, και λέξεις καθαρές και υπέροχες.

Είναι μια παράσταση απέραντα συγκινητική και διασκεδαστική, ώριμη και νεανική, με εξαιρετικές ερμηνείες, ζωντανή μουσική, λειτουργικά σκηνικά και φωτισμούς. Αν θέλετε να συλλαβίσετε ξανά τη νοηματική βαρύτητα της πολύπαθης «ελληνικότητας», να πάτε στην Επίδαυρο για τη «Γκόλφω» του Καραθάνου -εκεί θα βρείτε την κάθε απάντηση στους άξεστους του νέου εθνικισμού.

Η «Γκόλφω» γράφτηκε το 1893 όταν ο συγγραφέας της, Σπυρίδων Περεσιάδης, ήταν ήδη τυφλός. Πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ακράτα και πολύ σύντομα ανέβηκε στις αθηναϊκές σκηνές, στην επαρχία και στις πόλεις της τότε ελληνικής διασποράς (Σμύρνη, Οδησσό, Κωνσταντινούπολη κ. α). Για τον κινηματογράφο διασκευάστηκε δύο φορές: το 1914 σε σκηνοθεσία Κώστα Μπαχατώρη και το 1955 σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου.

Το 1974 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος τη χρησιμοποίησε ως βασικό αφηγηματικό όχημα για τον «Θίασο».

H αλήθεια είναι, βέβαια, ότι δεν πρόκειται για κανένα αριστούργημα. Ένα απλό βουκολικό κωμειδύλλιο είναι, με αρκετές δραματουργικές και γλωσσικές αδυναμίες.

Είναι, όμως, και μία από τις σημαντικότερες στιγμές του νέου ελληνικού θεάτρου. Αναβλύζει ελληνικότητα αυτό το έργο. Αθωότητα και γνήσια αισθήματα.

Έχει χαρακτήρες αναγνωρίσιμους και διαχρονικούς, που βιώνουν τα πάθη τους μέχρι τέλους. Γι’ αυτό και ήταν το βασικό έργο των μπουλουκιών, που γύριζαν την ελληνική επαρχία από την δεκαετία του ’20 μέχρι τη δεκαετία του ’60 – όπως ακριβώς βλέπουμε στον «Θίασο» του Αγγελόπουλου.

Ο Νίκος Καραθάνος, έχοντας μελετήσει στην εντέλεια το έργο, την εποχή, τους χαρακτήρες και τις πολλαπλές νοηματικές τους εκφάνσεις, το ανέβασε το περασμένο χειμώνα στο Εθνικό Θέατρο (στη σκηνή Κοτοπούλη) με τεράστια επιτυχία. Τώρα κατεβαίνει και στην Επίδαυρο- χώρο ιδανικό για το έργο.

Σε ένα ορεινό χωριό, κοντά στις πηγές της Στυγός, εκεί που ήταν η πύλη του Κάτω Κόσμου, δύο νεαρά παιδιά, η Γκόλφω και ο Τάσος, ορκίζονται αιώνια αγάπη. Όπως και πολλοί προκάτοχοί τους (ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα ας πούμε), έχουν να αντιμετωπίσουν τεράστια κοινωνικά, οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα. Φτωχοί και οι δύο, δέχονται πλούσια προξενιά. Η Γκόλφω, πιστή στον όρκο της, αρνείται τον πλούσιο που θέλει να την παντρευτεί, όχι όμως και ο Τάσος. Το φινάλε θα είναι βέβαια δραματικό.

Ο Καραθάνος ήθελε «ένα πανηγυριώτικο ρέκβιεμ», όπως λέει ο ίδιος, ήθελε «να συμμετέχουν όλοι, να δίνουν τη σκυτάλη ο ένας στον άλλον», ήθελε «μέσα από αυτό το ποιητικό έργο, να μιλήσουμε για εμάς και το τώρα, σαν να δείχνουμε κάτι παλιές οικογενειακές φωτογραφίες στο χωριό από ένα γλέντι ή από ένα πανηγύρι όλοι μαζί μέσα στο ίδιο τοπίο».

Έτσι, μοίρασε τη Γκόλφω και τον Τάσο σε τρία ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών: ο Χάρης Φραγκούλης είναι ένας νεαρός, ορμητικός Τάσος και η Εύη Σαουλίδου μια ανόθευτη Γκόλφω.

Ο ίδιος ο Καραθάνος είναι ένας Τάσος διαβρωμένος από το συμφέρον την ώρα που η Λυδία Φωτοπούλου παραμένει μια Γκόλφω σπαρακτική μέσα στην ερωτική της πίστη.

Ο Γιάννης Βογιατζής, τέλος, είναι ένας Τάσος ώριμος που προσπέφτει για συγχώρεση στα πόδια της Γκόλφως –Αλίκης Αλεξανδράκη, η οποία ψάχνει τα σημάδια της μνήμης της.

Έξι υπέροχοι ηθοποιοί, έξι παλλόμενες ερμηνείες, χτισμένες με τα υλικά της μουσικής και του χορού: δυναμικές, γνήσιες και άμεσες.

Με αυτόν τον πανέξυπνο και λειτουργικότατο τρόπο, ο Καραθάνος έφτιαξε μια «καινούρια Γκόλφω», αλλιώτικη, μοντέρνα, επαναστατική. Σε ορισμένα σημεία, μάλιστα, πρόσθεσε κάποιους καινούργιους στίχους που έγραψε η Λένα Κιτσοπούλου (όπως το εκπληκτικό: «Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα»).

Κι, όμως, ούτε ένα λεπτό δεν ήταν βέβηλος, δεν αντιμετώπισε αφ’ υψηλού τον Περεσιάδη. Δεν φαντάστηκε ότι είναι αυτός (ο σκηνοθέτης) πιο έξυπνος ή καλύτερος από τον (υποτίθεται ξεπερασμένο) συγγραφέα. Η προσέγγιση του Καραθάνου ήταν ταπεινή και γεμάτη αγάπη.

Μέσα σε ένα κατάμαυρο περιβάλλον, οι μαύρες φουστανέλες των ηθοποιών ταιριάζουν τέλεια με τα μαύρα κινούμενα πουφ (τα εξαίσια σκηνικά και κοστούμια υπογράφει ηΈλλη Παπαγεωργακοπούλου), ενώ η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου – ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά και τον Κίτσο – τονίζει την πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα και απογειώνει την παράσταση.

Εκτός από τους έξι βασικούς πρωταγωνιστές (ο καθένας από τους οποίους υπερασπίζεται με μοναδική ακρίβεια και σπάνιο ήθος το ρόλο του), η «Γκόλφω» αυτή ξεχωρίζει και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς της: την Χριστίνα Μαξούρη (Αστέρω) με τη μαγευτική φωνή της, τον Γιάννη Κότσυφα (Δήμος) με την μοναδική οξύτητα της κωμικής του δραματικότητας, την ξεκαρδιστική Μαρία Διακοπαναγιώτου (Σταυρούλα) και, βέβαια, τον πάντα ιδιαίτερο και απολαυστικό Άγγελο Παπαδημητρίου (Ζήσης).

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΖήτησε αναβολή η Μέταλιστ
Επόμενο άρθροΟι επτά συντάξεις μου στο βωμό του… Μνημονίου
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και το Παρίσι, έζησε και δούλεψε στη Γενεύη και τη Νότιο Γαλλία. Έγραψε κείμενα και κριτικές για τον κινηματογράφο στις εφημερίδες Ελεύθερος Τύπος, Αυγή και Εθνος και σε αρκετά μηνιαία και εβδομαδιαία περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια είναι διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κινηματογραφικός συντάκτης του MEGA

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here