Η τρόικα κυβερνά de facto

0
30

To 2010 θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά απώλειας για πρώτη φορά ύστερα από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Δεδομένου ότι το κράτος είναι κατά κανόνα ο πλέον φερέγγυος οφειλέτης στο σύνολο της κάθε εθνικής οικονομίας, η απώλεια της δικής του φερεγγυότητας συμπαρασύρει και όλους τους υπολοίπους.

Για μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία είναι ελλειμματική στις εξωτερικές της συναλλαγές σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, τους τελευταίους δυο περίπου αιώνες, το γεγονός αυτό προοιωνίζεται την υποχώρησή της σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, έως ότου ανακτήσει εκεί την ισορροπία της. Οι συνέπειες για την ελληνική κοινωνία θα είναι ούτως ή άλλως τραυματικές.

Όλα αυτά εντάσσονται, βέβαια, στο πλαίσιο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και χειροτερεύουν εξαιτίας της. Ωστόσο η παγκόσμια κρίση δεν πλήττει όλες της χώρες εξίσου.

Η Ελλάδα βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, στο οποίο σπεύσαμε να προσχωρήσουμε από τους πρώτους, αποδεικνύεται πως ήταν ένα βεβιασμένο εγχείρημα. Δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ επιτυχημένη νομισματική ένωση χωρίς ταυτόχρονη πολιτική και δημοσιονομική ένωση, ενώ και οι εθνικές οικονομίες της ευρωζώνης είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και ο συμβιβασμός των αναγκών τους δυσχερής. Η προδιαγραφόμενη αποτυχία πλήττει, όπως είναι φυσικό, εντονότερα τις λιγότερο ανταγωνιστικές από αυτές.

Δεύτερον, η χώρα μας διαθέτει το ασθενέστερο πολιτικό σύστημα, που χαρακτηρίζεται από την αδιαφορία και τις πελατειακές σχέσεις και αδυνατεί να παράγει πολιτική. Η πιο οφθαλμοφανής διαφορά του από εκείνα των άλλων ευρωπαϊκών κρατών είναι η απουσία εσωκομματικής δημοκρατίας και η ισχυρή παρουσία των πολιτικών δυναστειών σε όλα τα επίπεδα και κατεξοχήν στο κορυφαίο (πρωθυπουργικό).

Το σύστημα αυτό καταχράσθηκε την πρόσκαιρη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού Δημοσίου κατά την πρώτη οκταετία της συμμετοχής μας στην ευρωζώνη, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την παράταση του βίου του, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Το μνημόνιο και ο μηχανισμός «στήριξης» (στην πραγματικότητα πρόκειται για στήριξη λιγότερο προς της Ελλάδα και περισσότερο προς τις δανειστικές τράπεζες) δίνουν μια προσωρινή και εμβαλωματική απάντηση στα προβλήματα που μας έχουν οδηγήσει στον εθνικό εξευτελισμό.

Η «τρόϊκα» Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έχει αναλάβει τη de facto διακυβέρνηση της χώρας, αλλά τούτο δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να καλύψει το εσωτερικό έλλειμμα πολιτικής και ικανότητας διακυβέρνησης. Οι αποχωρήσεις βουλευτών από το κυβερνών «κόμμα» (ουσιαστικά πελατειακή πυραμίδα) και οι εντεινόμενες αντιδράσεις στο εσωτερικό του, καθώς και οι τάσεις αποσύνθεσης άλλων (όπως η ΝΔ και ο Συνασπισμός) οι οποίες εμφανίζονται στους τελευταίους μήνες, δείχνουν ότι υφίσταται το ενδεχόμενο κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης.

Από την άλλη  πλευρά, η προοπτική επανόδου του ελληνικού Δημοσίου στις κεφαλαιαγορές για δανεισμό απομακρύνεται ακόμη περισσότερο. Στο οκτάμηνο της εφαρμογής του μνημονίου το επιτοκιακό περιθώριο (spread) μεταξύ των γερμανικών και των ελληνικών ομολόγων όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε, ενώ οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης συνεχίζουν να υποβαθμίζουν τα τελευταία.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο πολιτικό σύστημα, που θα μπορεί αφενός να απευθύνεται με ειλικρίνεια στο εκλογικό σώμα και να υποβάλει σ’αυτό συνεκτικές και ρεαλιστικές προτάσεις εξουσίας και αφετέρου να λειτουργεί δημοκρατικά στο εσωτερικό του. Η Ευρώπη χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη συνοχή και αλληλεγγύη, προκειμένου να καταστήσει βιώσιμη όχι μόνο την ευρωζώνη αλλά τελικά την ίδια τη διαδικασία της ενοποίησής της.

Αν δεν επιτευχθεί ούτε το ένα ούτε το άλλα, τότε η χώρα μας κινδυνεύει να μετατραπεί τα επόμενα χρόνια σε κάτι παρόμοιο με το Κοσσυφοπέδιο, δηλαδή σ’ ένα οικονομικά εξαθλιωμένο διεθνές προτεκτοράτο…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here