H ανά-δυση της Ανατολής

0
42

Η χώρα μας, πέρα από τα ανοιχτά εθνικά θέματα, δρα σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον με πολλές μεταβλητές και λιγότερες σταθερές. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι ο εντοπισμός των κυρίαρχων τάσεων, κυρίως σε σχέση με τη δυναμική της Δύσης, που εν πολλοίς καθορίζουν τις κατεθύνσεις της εξωτερικής μας πολιτικής.

Κατά πρώτον, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις μετατόπισης του παγκόσμιου συσχετισμού ισχύος. Οι ΗΠΑ παραμένουν μια υπερδύναμη και το ισχυρότερο κράτος του κόσμου, όμως δεν μπορούν να κάνουν, πλέον, ότι θέλουν -όποτε και όπου θέλουν. Ο κόσμος κινείται προς την «μεταμερικάνικη περίοδο». Όχι τόσο διότι έχουν χάσει την ισχύ τους οι ΗΠΑ, όσο διότι έχουν ενισχυθεί σειρά χωρών, όπως είναι η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία -σε κάποιο βαθμό και η Ρωσία. Σε αυτόν τον νέο κόσμο έχουν τεθεί όρια στην ακτίνα δράσης των ΗΠΑ. Ο κόσμος βρίσκεται, με άλλα λόγια, στη μετάβαση από τον μονοπολικό κόσμο σε ένα με περισσότερους πόλους ισχύος.

Δεύτερον, η Ουάσιγκτον έχει απωλέσει την ηθική της καθολικότητα, κυρίως λόγω των επεμβάσεων σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Η κυρίαρχη ιδέα επί Μπους για εξάπλωση της δημοκρατίας απέτυχε ως νομιμοποιητικός μανδύας των αμερικανικών επιλογών, με επακόλουθο οι ΗΠΑ να αδυνατούν να ασκήσουν αποτελεσματικά την ηγεμονία τους, έχοντας απέναντι τους κοινωνίες περισσότερο δύσπιστες. Μάλιστα, η ανησυχία που δημιούργησε η εν λόγω διακυβέρνηση σε κάποια καθεστώτα, έφερε τα τελευταία εγγύτερα σε αναθεωρητικές, προς την υφιστάμενη παγκόσμια τάξη, δυνάμεις (σε Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία και Αφρική).

Από την άλλη, η ΕΕ αποδυναμώνεται εν τη απουσία συνοχής και διάθεσης συνεννόησης, αλλά και εν τη παρουσία δογματικών (χωρίς όραμα) ηγεσιών σε χώρες-κλειδιά.
Αυτοϋπονομεύει τη δεδομένη οικονομική της ισχύ, η πολιτική ένωση παραμένει στις καλένδες και η αντίστοιχη στρατιωτική όνειρο θερινής νυκτός. Εύλογα τη θεωρούν μια γερασμένη – διάσπαρτη δύναμη, χωρίς σοβαρές προοπτικές. Οι ελίτ των BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) πιστεύουν ότι η όποια ισχύς της EE είναι περισσότερο εκείνη των μεσαίων δυνάμεων που τη «διευθύνουν» (όπως είναι η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία) παρά αποτέλεσμα μιας συνδυασμένης ενιαίας συγκρότησης.

Η ανάδειξη -πέραν της Δύσης- περιφερειακών δυνάμεων μεσαίας ή μεγάλης κλίμακας βρίσκεται, επίσης, σε εξέλιξη. Με την έννοια ότι τα σύνορα θα είναι σχετικώς μεταβαλλόμενα, η υπηκοότητα ισχυρών δυνάμεων (βλ. παροχή ρωσικών διαβατηρίων στους Οσσέτιους που νομιμοποίησε τη ρωσική επέμβαση στη Γεωργία), οι δομές και οι πρακτικές τους θα επεκτείνονται σε ένα συνεχόμενο ορίζοντα.

Ένα, επίσης, κεντρικό ζήτημα είναι η ενέργεια. Διότι αυτός που την ελέγχει διαθέτει ένα θεμελιακό συγκριτικό πλεονέκτημα. Παρίσι και Βερολίνο, ιδιαίτερα το δεύτερο, δείχνουν αρκετά ρεαλιστές, αποδεχόμενοι τη ρωσική πρωτοκαθεδρία. Αγγλοσάξονες, ανατολικοευρωπαίοι και βαλτικές θεωρούν αδιανόητη μία τέτοια εξέλιξη. Έτσι, η ενέργεια δεν είναι μόνο όπλο στα χέρια των κατόχων, αλλά και εργαλείο εσωτερικής διάσπασης της Δύσης.

Συμπερασματικά, ο κόσμος αλλάζει. Οι παλιές δυτικές δυνάμεις βρίσκονται σε σχετική υποχώρηση. Οι νέες δυνάμεις, ιδιαίτερα στην Ανατολή/Ασία ισχυροποιούνται- αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν ένδειξεις ότι αυτό θα μεταστραφεί. Ο παγκόσμιος συσχετισμός αλλάζει σε βάρος των δύο κέντρων της Δύσης. Και το χειρότερο, αυτά τα δύο κέντρα (ΕΕ και ΗΠΑ) δεν ακολουθούν ενιαία πορεία και δεν αντιμετωπίζουν με κοινό τρόπο τις άλλες ανερχόμενες δυνάμεις. Ένα τμήμα -το μικρότερο της ΕΕ, συντονίζεται με τις ΗΠΑ- ενώ οι σχετικά ισχυρότερες δυνάμεις της, η Γαλλία και η Γερμανία, διαφοροποιούνται από τις ΗΠΑ στον τρόπο αντιμετώπισης σειράς παγκόσμιων και περιφερειακών προβλημάτων. Δείχνουν, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη ανοχή στην αυταρχικότητα που διακρίνει τα πολιτικά συστήματα σε κράτη όπως είναι η Κίνα και η Ρωσία. Δεν έχουν διάθεση για μεγάλες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Σύμφωνα με τους ίδιους, αυτό οφείλεται στην ιστορική τους πείρα και στο γεγονός ότι έγιναν σοφότερες. Σύμφωνα με άλλους, αυτό οφείλεται στη μερική παραίτηση της Ευρώπης έναντι των αναδυόμενων νέων δυνάμεων.

Ένα είναι σίγουρο: Kάποιοι στην Ευρώπη έχουν ήδη παραιτηθεί τόσο από τις αρχές και τα ιδανικά όσο και από τα οράματα που την κατέστησαν σημαντικό δρώντα του διεθνούς συστήματος, περιορίζοντας έτσι την επιρροή της αλλά και καθιστώντας ευάλωτα αρκετά από τα κράτη-μέλη της έναντι της οικονομικής κρίσης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΡομά: Τους λένε έθνος εγκληματιών
Επόμενο άρθροFacebook-Ψευδαίσθηση επαφής ή κραυγή επικοινωνίας;
Κατέχει Πτυχίο Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας, Μεταπτυχιακό στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση και Διδακτορικό στη διαμόρφωση και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, με έμφαση στη ρωσική κατά την πρώτη περίοδο Πούτιν (2000-2004). Το Νοέμβριο του 2004 ορίστηκε –και παραμένει έως σήμερα- Επικεφαλής του Κέντρου Ρωσίας και Ευρασίας, το οποίο μετονομάστηκε σε Κέντρο Ρωσίας, Ευρασίας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης τον Σεπτέμβριο του 2008. Τον Νοέμβριο του 2007 εξελέγη Ανώτερο Συνεργαζόμενο Μέλος στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Είναι, επίσης, Εταίρος του τμήματος Νοτιοανατολικών Ευρωπαϊκών Σπουδών της Οξφόρδης. Έχει σειρά επιστημονικών δημοσιεύσεων και σημαντικό αριθμό διαλέξεων στο εξωτερικό, μεταξύ των οποίων στα πανεπιστήμια Harvard, Oxford και London School of Economics. Διετέλεσε Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών-Ανδρέας Παπανδρέου για περίπου ένα χρόνο. Είναι Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here