Ιστορική γνώση και σκοπιμότητα

1
112

Το 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (πρώην πρωθυπουργός) καταδικάστηκε και εκτελέστηκε για προδοσία ως υπαίτιος για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 2008, ο εγγονός του Πρωτοπαπαδάκη ζήτησε από τον Άρειο Πάγο επανάληψη της “Δίκης των Έξι” με την αιτιολογία ότι υπάρχουν νέα στοιχεία που αποδεικνύουν δικαστική πλάνη. Δύο χρόνια αργότερα, το αίτημά του γίνεται δεκτό και το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αποφάσισε να επανεξετάσει τα στοιχεία που οδήγησαν στην εκτέλεση των έξι, περίπου 90 χρόνια πριν.

Επίσης, πρόσφατα αθωώθηκε και ο Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης, είκοσι πέντε αιώνες μετά την καταδίκη του σε θάνατο. Διακεκριμένοι νομικοί από τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη, αλλά και πλήθος κοινού, πραγματοποίησαν ξανά τη δίκη του Σωκράτη και τον απήλλαξαν από τις κατηγορίες της διαφθοράς των νέων και της ασέβειας προς τους θεούς.

Ακόμα, παλαιότερα, έγινε προσπάθεια να διεκδικηθεί μέσω της δικαστικής οδού ο τόπος έναρξης της Eπανάστασης του 1821 (Καλαβρυτινοί – Μανιάτες). Και δεν ήταν λίγοι κι αυτοί από την Πάτρα που ζητούσαν τη δικαστική δικαίωση του Δ. Γούναρη, ο οποίος το 1920 μαζί με την παρέα του διαβεβαίωναν ότι κανένα πρόβλημα δεν θα προκύψει από την απομάκρυνση του Βενιζέλου και την επιστροφή του Βασιλιά, διότι οι Σύμμαχοι, έλεγαν, θα αναγκαστούν να αποδεχτούν τη βούληση του κυρίαρχου ελληνικού λαού. (Κι ακόμα μετράμε πτώματα επειδή νόμιζε ότι οι έξω μπλοφάρουν...!!!)

Πρόκειται για πρωτοφανείς ενέργειες που εγείρουν σοβαρές ενστάσεις: Ζητήματα τέτοιου είδους είναι νομικά, πολιτικά ή ιστορικά; Ποια είναι η μέθοδος που ακολουθήθηκε (ή θα ακολουθηθεί σε ανάλογες περιπτώσεις); Οι δικαστικοί είναι πλήρως καταρτισμένοι με την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, καθώς και με τις ποικίλες ερμηνείες που την συνοδεύουν; Μήπως θα έπρεπε να πάρουμε με τη σειρά όλες τις ιστορικές προσωπικότητες, που κατά τη γνώμη μας αδικήθηκαν την εποχή τους και να τις αθωώσουμε; Για παράδειγμα, τον Μπελογιάννη ή τον Κολοκοτρώνη. Έχουν το δικαίωμα οι δικαστικοί να ξαναγράψουν την Iστορία; Η όποια απόφαση του δικαστηρίου θα φέρει κάτι καινούριο;

Βεβαίως κι όχι, διότι ούτε κάτι νέο θα προστεθεί στην ιστορική μας γνώση ούτε η απόφαση θα έχει κάποιο νομικό ή πολιτικό περιεχόμενο. Αντίθετα, μάλιστα, είναι πιθανό να αναζωπυρωθούν αντιδράσεις, οι οποίες με τα χρόνια έχουν καταλαγιάσει. Λόγου χάριν, στην περίπτωση της Μικρασιατικής καταστροφής θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη σύγκρουση των Ελλαδιτών και των προσφύγων, που θεωρούν ότι η επανάληψη της «Δίκης των Έξι» προσβάλλει τη μνήμη τους και αναβιώνει το Διχασμό.

Είμαστε σίγουροι, λοιπόν, ότι θέλουμε ένα δικαστήριο να παίξει το ρόλο του διαμορφωτή της ιστορίας; Νομίζω πως όχι, δεδομένου του ότι η Εθνική μας ιστορία έχει συντεθεί μέσα από συμβιβασμούς που επιτρέπουν σε κάθε «κοινότητα – τόπο» να αυτοπροσδιορίζει την ταυτότητά του, τον ίδιο της τον εαυτό. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν ο κάθε τόπος διεκδικούσε πρωταρχικό ρόλο στο Εθνικό Αφήγημα!

Πώς, λοιπόν, το δικαστήριο θα βγάλει την όποια ετυμηγορία; Κι αναρωτιέται κανείς προεκτείνοντας το σκεπτικό, πώς προσεγγίζεται η ιστορική αλήθεια; Πολλοί είναι αυτοί που προσπαθούν να σφετεριστούν την «αντικειμενική γνώση» (ιστορία) για να εξυπηρετήσουν τις πολιτικές τους σκοπιμότητες. Πάμπολλα παραδείγματα υπάρχουν, από τηλεοπτικές παραγωγές ιστορικού περιεχομένου μέχρι τα σχολικά εγχειρίδια, στα οποία είναι εμφανής η πρόθεση αυτών που θέλουν να διαστρεβλώσουν το ιστορικό γίγνεσθαι και να διαμορφώσουν κατά το δοκούν συνειδήσεις. Καλό θα ήταν, λοιπόν, να δούμε πώς ακριβώς μπορούμε να προσεγγίσουμε την ιστορική γνώση με όσο το δυνατόν μικρότερη υποκειμενική σκοπιά γίνεται.

Αρχικά, ας προσδιορίσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα διάφορων περιόδων για να γίνουν τα πράγματα πιο κατανοητά. Είναι γνωστό ότι κάθε χρόνο, στις 17 Νοεμβρίου, η σκέψη και η καρδιά σύσσωμης της ελληνικής κοινωνίας βρίσκονται στο «Πολυτεχνείο», εκεί δηλαδή, όπου ολόκληρος ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα η φοιτητική νεολαία εξεγέρθηκαν κατά του στρατιωτικού κατεστημένου, που επί μια επταετία είχε εξαλείψει τους δημοκρατικούς θεσμούς και είχε βάλει τη χώρα στο γύψο.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτελεί ένα γεγονός. Το γεγονός αυτό θα ερμηνευτεί διαφορετικά από έναν που εκλαμβάνει το στρατιωτικό πραξικόπημα ως «Επανάσταση» σε σχέση με έναν που το θεωρεί «Χούντα» και κατ’ επέκταση, ο καθένας θα γράψει διαφορετική ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με την 29η Μαΐου 1453. Αυτοί που ανήκουν στη Δύση μιλούν για την «άλωση της Πόλεως», ενώ η Ανατολή καυχιέται για την κατάκτηση της «Ινσταμπούλ». Κάτι ανάλογο ισχύει και με την περίοδο της Επάσταστης του ’21. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ένα αντικείμενο καθ’ εαυτό που εξιστορείται, αλλά σε κάθε περίπτωση το εκάστοτε υποκείμενο εξιστορεί το γεγονός σε συνάρτηση με την ανθρώπινη ιδιοτέλεια και τον υποκειμενισμό.

Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί ο οποιοσδήποτε: Μα, η Ιστορία ως Επιστήμη δεν είναι αρμόδια για να περιθωριοποιήσει τους υποκειμενισμούς και να θέσει κανόνες για την ορθή προσέγγιση; Την απάντηση μας τη δίνει ο Θουκυδίδης μέσα από το έργο του. Σε κάποιο σημείο γράφει (αντιγράφω επακριβώς τη μετάφραση του Ελ. Βενιζέλου): Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, …η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, …Διά τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα… Αλλ’ η εξακρίβωσίς των ήτο έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ’ έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα η τον άλλον αντίπαλον.

Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, λοιπόν, μας λέει ότι παρόλη την προσοχή που έδωσε στην καταγραφή των γεγονότων, υπάρχει πάντα ένα ανθρώπινο διάκενο που εξαρτάται από τα συμφέροντα που εξυπηρετεί ο κάθε άνθρωπος. Η Ιστορία βασίζεται σε μαρτυρίες κι όχι σε μυθοπλαστικά σενάρια ιστορικών εγκαθέτων. Οφείλουμε να είμαστε εφεκτικοί ως προς την ερμηνεία των γεγονότων και να υπάρχει κριτική θεώρηση των πηγών (ο ιστορικός μετείχε ή όχι στα γεγονότα;, ήταν αυτόπτης μάρτυρας ή όχι;, τί σκοπιμότητες εξυπηρετεί;) Κι αυτό γιατί την Ιστορία δεν την ενδιαφέρει μόνο το «τί συνέβη» (γεγονός) αλλά προσπαθεί να ερμηνεύσει το «γιατί» (αιτία) και το «πώς» (τρόπο) παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα μιας ορθολογιστικής έρευνας.

Επομένως, συμπεραίνουμε ότι το «επιστημονικόν» της Ιστορίας συνεχώς βρίσκεται υπό τον κίνδυνο του να εκτραπεί από την αντικειμενική του διάσταση και να μετατραπεί σε ένα απλό λογοτεχνικό είδος, που απλώς θα τέρπει τον αναγνώστη, όπως κι ένα κανονικό μυθιστόρημα. Γι’ αυτό ο φάκελος της ιστορίας πρέπει να βρίσκεται σε ενδελεχή έλεγχο και σε καμιά περίπτωση να θεωρείται ότι ο δημόσιος διάλογος γύρω από τα ιστορικά θέματα έχει λήξει.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Γιάννη, συγχαρητήρια για το άρθρο. Τι να πει κανείς για την αντικειμενικότητα της ιστορίας; Η αλήθεια είναι ότι το μυθολογικό – παραβολικό – πλαστό στοιχείο είναι αναπόσπαστο με τη διατήρηση των εθνικών ταυτοτήτων και με τα χρόνια έχει επωμιστεί και διάφορες άλλες χρησιμότητες. Επομένως στα εύλογα ερωτήματά σου προστίθεται και το εξής: «Θέλουμε σίγουρα να κοιτάξουμε τα ιστορικά γεγονότα μέσα από ένα εντελώς διάφανο πρίσμα;»

    Όσον αφορά τη δίκη του Σωκράτη που επαναλήφθηκε προσφάτως, η αλήθεια είναι πως δεν πήγα λόγω υποχρεώσεων, αλλά ήθελα να πάω. Ο λόγος είναι ότι επιτέλους μια δημόσια και ανοιχτή συζήτηση με σύγχρονους όρους αφορούσε τον αγαπημένο μου Σωκράτη, αλλά το όλο «στήσιμο», μαζί με τη λογική το Σωκράτη να δικάσουν Αμερικανοί δικηγόροι κλπ έτεινε έντονα προς αστειότητα ή σουρεαλιστική κωμωδία!

    Αυτά τα ολίγα, συνέχισε να γράφεις, οι απόψεις σου έχουν μεγάλο ενδιαφέρον!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here