Η κινεζική γλώσσα στα ελληνικά σχολεία

1
75

Tις προάλλες ανακοινώθηκε ότι το υπουργείο Παιδείας αποφάσισε,  σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Κίνας, την προώθηση της κινεζικής γλώσσας  στα Πρότυπα Πειραματικά σχολεία με νέους εκπαιδευτικούς εθελοντές από την Κίνα,  καθώς και πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στις δύο χώρες.

Η Κίνα, μια χώρα με ραγδαίους ρυθμούς ανερχόμενη σε διεθνές πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, διαθέτει έναν από τους αρχαιότερους και σημαντικότερους παγκοσμίως πολιτισμούς. Ο κινεζικός λαός αναγνωρίζει και εκτιμά ιδιαίτερα τον εξίσου πανάρχαιο πολιτισμό της Ελλάδας και η πολιτιστική προσέγγιση των δύο λαών ανοίγει τον δρόμο για αμοιβαία κατανόηση της ιστορίας τους, του πολιτισμού, του τρόπου ζωής, των δεξιοτήτων και των χαρακτηριστικών τους .

Ο δρόμος της οικονομικής συνεργασίας έχει ανοίξει, και τώρα είναι ανάγκη ανάδειξης των πολιτισμικών σχέσεων μέσα από μια παράλληλη πολιτισμική συνεργασία με τη χώρα που θαυμάζει τον ελληνικό πολιτισμό.

Στην Κίνα λειτουργούν δύο Κέντρα Ελληνικών Σπουδών. Το πρώτο είναι το Κέντρο του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, το οποίο ιδρύθηκε το 2000 και καλύπτει την έρευνα και τη μελέτη του ελληνικού  πολιτισμoύ  από την κλασική αρχαιότητα έως τη σύγχρονη Ελλάδα. Το δεύτερο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού βρίσκεται στη Σαγκάη, όπου στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σπουδών λειτουργεί Τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας, το οποίο εντυπωσιάζει τόσο με τους διδάσκοντες όσο και με τους διδασκόμενους, που μιλούν θαυμάσια την Ελληνική και τρέφουν συγκινητική αγάπη και εκτίμηση για κάθε τι που εκφράζει την Ελλάδα.

Είχα αναφερθεί και σε παλαιότερα άρθρα μου στη σημασία των πολιτισμικών σχέσεων Ελλάδας – Κίνας. Ήδη το 2002 σε επίσκεψη του τότε υπουργού Παιδείας Πέτρου Ευθυμίου στην Κίνα, στην οποία συμμετείχα ως ειδική γραμματέας σε θέματα ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό, επισημάνθηκε στον Υπουργό Παιδείας της Κίνας και στους Πρυτάνεις των Πανεπιστημίων το ενδιαφέρον της Ελλάδας για τη στήριξη των ελληνικών σπουδών στις Ασιατικές χώρες και ο σχεδιασμός για αντίστοιχη διδασκαλία των πολιτισμών τους στα ελληνικά Πανεπιστήμια.. Σήμερα, οι διαδικασίες για τη λειτουργία Τμημάτων Ασιατικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο βρίσκονται σε εξέλιξη.

Με ανοικτή τη συνεργασία της χώρας μας με την Κίνα στον τομέα της Παιδείας αλλά και με συνεχείς διαπραγματεύσεις για συνεργασία στον τραυματισμένο σήμερα στην Ελλάδα τομέα της οικονομίας, η  απόφαση του υπουργού Παιδείας Ανδρέα Λοβέρδου  είναι, χωρίς αμφιβολία, σωστή και αναγκαία, και παράλληλα, επιτρέπει την προσδοκία για αναθεώρηση των απόψεων σχετικά με τη διδασκαλία των κατ΄επιλογήν ξένων γλωσσών στα ελληνικά σχολεία. Αναφέρομαι στις δύο γλώσσες, Ιταλική και Ισπανική, που μετά τον εορτασμό του Ευρωπαϊκού Έτους Γλωσσών το 2001 σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα με σύνθημα την ισοτιμία των γλωσσών, άρχισαν να διδάσκονται πιλοτικά σε ορισμένα σχολεία. Στη συνέχεια η Ιταλική εντάχθηκε στις κατ’επιλογήν διδασκόμενες στο Γυμνάσιο ξένες γλώσσες.

Όμως , παρά την εξαιρετική αποδοχή της από τους μαθητές, τα τελευταία χρόνια η διδασκαλία της έχει εξασθενήσει…μέχρι θανάτου.

Ο γνωστός Ιταλός διανοητής Ουμπέρτο Έκο έχει εύστοχα παρατηρήσει ότι η πολυπολιτισμικότητα και η γλωσσική διαφορετικότητα αποτελούν τον πραγματικό πλούτο της Ευρώπης. Εξάλλου, μετά και την πρόσφατη εντυπωσιακή τοποθέτηση  του Πρωθυπουργού της Ιταλίας Μ. Ρέντζι  στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την παραδοσιακή αξία και την άρρηκτη σχέση  του πολιτισμού των δύο φίλων  χωρών Ελλάδας –Ιταλίας αλλά και γενικότερα για την σημασία του πολιτισμού – και όχι στενά της οικονομίας – για την ανάκαμψη και τη σωστή ανάπτυξη της Ε.Ε., το ζήτημα των ξένων γλωσσών επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο του πολιτισμού.

Ας ελπίσουμε ότι η νέα  ανοικτή αντίληψη του υπουργείου Παιδείας σχετικά με την πολιτική των ξένων γλωσσών θα ευνοήσει και την επαναφορά της Ιταλικής και της Ισπανικής  στο ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΟ Ερντογάν γίνεται Σουλτάνος και η Δύση δεν καταλαβαίνει γιατί…
Επόμενο άρθροΠάντα ψηλά στη λίστα ο Αλφάρο!
Η Στέλλα Πριόβολου είναι ομότιμη καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Σώματος Ομότιμων Καθηγητών ΕΚΠΑ. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική, γαλλική και ιταλική φιλολογία και είναι διδάκτωρ των Πανεπιστημίων Αθηνών και Ρώμης. Καθηγήτρια Λατινικής-Ιταλικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διετέλεσε πρόεδρος του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας και διευθύντρια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών "Ελληνορωμαϊκές -Ελληνοϊταλικές Σπουδές: Λογοτεχνία, Ιστορία και Πολιτισμός". Διετέλεσε επίσης αναπληρώτρια πρόεδρος του Τμήματος Σλαβικών Σπουδών ΕΚΠΑ. Είναι μέλος ελληνικών και διεθνών επιστημονικών εταιρειών και συγγραφέας πολλών μελετών. Η επιστημονική της έρευνα, για μεγάλο διάστημα, είχε ως αντικείμενο το θεατρικό έργο του Dario Fo και τη σχέση του με τη λατινική λογοτεχνία του Μεσαίωνα. Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής είναι τα τρία βιβλία: 1."Dario Fo, ένας σύγχρονος goliardus", 2. "Dario Fo, venticinque monologhi per una donna: La Medea", και 3. "Rosa Fresca Aulentissima, το μεσαιωνικό ερωτικό ποίημα με το μάτι των φιλολόγων και του Νομπελίστα Dario Fo". Το ποίημα αυτό μεταφράστηκε στην Ελληνική με την επιχορήγηση του υπουργείου Εξωτερικών της Ιταλίας, το βιβλίο βραβεύτηκε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας και αποτελεί διδακτικό εγχειρίδιο για τους φοιτητές Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Τορίνου. Το βιβλίο της «Carmina Burana veris et amoris» είναι η πρώτη μετάφραση και ερμηνεία των ποιημάτων αυτών στην Ελληνική, και το δοκίμιο με τίτλο «Οι ελληνορωμαϊκές ρίζες της Ευρώπης μέσα από τον στοχασμό Ευρωπαίων μελετητών» έχει μεταφραστεί στην ιταλική και ρουμανική γλώσσα . Το πρόσφατο βιβλίο της, μη επιστημονικό, με τίτλο «Στέλλα, μια ζωή δεν μας φτάνει» είναι αφιερωμένο στη μικρή της εγγόνα. Από το 1994 μέχρι το 2001 διετέλεσε Αντιπρόεδρος του Ι.Κ.Υ. και υπεύθυνη για το κοινοτικό πρόγραμμα "Σωκράτης". Επιστημονική υπεύθυνη προγραμμάτων ξένων γλωσσών στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εμπειρογνώμων Γ.Γ.Ε.Τ. για την κινητικότητα των σπουδαστών. Τακτικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης 2000-2001. Από το 2001-2004 Ειδική Γραμματέας Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης στο ΥΠΕΠΘ, Πρόεδρος της Επιτροπής στήριξης των Εδρών Ελληνικών Σπουδών στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού και εθνική εκπρόσωπος στο Συμβούλιο της Ευρώπης για το Ευρωπαϊκό Έτος Γλωσσών 2001. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιστημόνων Πανεπιστημίων Ιταλίας( Σ.Ε.Π.Ι.) και Γ. Γραμματέας της Société Européenne de Culture στην Ελλάδα. Έχει τιμηθεί με την ανώτατη διάκριση του Ιταλικού κράτους CAVALIERE al merito della Repubblica Italiana, το 2002, και για την προσφορά της στα Ελληνικά Γράμματα και τον πολιτισμό από την Ένωση Γυναικών Φωκίδας, το 2007. Εξάλλου, έχει ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης Χίου, το 2007. Ανέπτυξε πολιτική δραστηριότητα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, ως μέλος της Κ.Ε. και σε τιμητική θέση στο ψηφοδέλτιο για το Ευρωκοινοβούλιο του 1999.Αρθρογραφούσε επί χρόνια για θέματα παιδείας και κριτικής επιστημονικών και λογοτεχνικών βιβλίων στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ και στη μηνιαία έκδοση του Πανεπιστημίου Αθηνών «Το Καποδιστριακό». Σήμερα συνεργάζεται με επιστημονικά περιοδικά, με το ΒΗΜΑ της Κυριακής, το λογοτεχνικό περιοδικό «Οδός Πανός» , το «Independent think tank for sciences and society» του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον ιστότοπο aixmi.gr.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Aγαπητή Κα Πριοβόλου,
    Η πολυπολιτισμκότητα και η γλωσσική διαφορετικότητα , την οποία πολύ ορθά ανα-
    φέρει ο ΕΚΟ φρονώ ότι έχουν γίνει κατανοητές και αποδεκτές στην πατρίδα μας.
    Ο Ελληνας διακρίνεται γιά τη γλωσσομαθειά του, αλλά και γιά το ανήσυχο πνεύμα
    του να αναζητεί νέους πολιτισμούς και επαφές σε όλον τον κόσμο. Τούτο αποδει-
    κνύεται και από την ιστορία του. Συνηγορώ στην επέκταση της δυνατότητας εκμά-
    θησης και άλλων γλωσσών από τούς νέους μας, αφενός των λατινογενών Ιταλικά
    και Ισπανικά και αφετέρου τα Κινέζικα, τα Ρώσικα, χωρίς να παραβλέπονται και τα Αραβικά. Η σύσταση και λειτουργία Ινστιτούτων ή Φορέων εκμάθησης αυτών των γλωσσών νομίζω ότι θα συμβάλλει κατά πολύ στην ανάπτυξη των σχέσεων μας με πολλές χώρες, όπου η Ελλάδα εκτιμάται ιδαίτατα και δυστυχώς
    η στενόμυαλη πολιτική μας το βλέπει εκ τού περισσού. Ας
    ανοίξουμε τις θύρες στις επερχόμενες γενεές να μπορέσουν να ορθοποδήσουν
    μέσα από τις διεθνείς συνεργασίες, απαλλασσόμενες από τις δικές μας αφροσύνες.
    Τα άρθρα σας είναι πάντα a point, Συγχαρητήρια.
    Γιάννης Ν. Τζεν
    Πρόεδρος Συνδέσμου Ελληνορωσικής Φιλίας & Συνεργασίας
    Πρόεδρος Επιστημονικής Επιτροπής Ελληνοκινεζικού Ινστιτούτου Ανάπτυξης
    (ΕΚΙΝΑ)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here