Ξενοφών Αστερίου Κοκόλης

2
223

Ή αλλιώς Ξ.Α.Κ. όπως και ο ίδιος απολάμβανε να τον αποκαλούν. Οι φοιτητές του τον λάτρευαν, αλλά και τον αντιμετώπιζαν με ένα δέος περίεργο. Το δέος του προσιτού αλλά και, ταυτόχρονα, αποστασιοποιημένου. Ανάμεσά τους και ο πατέρας μου, αλλά και όσοι άλλοι έτυχε να γνωρίσω, δεν είχαν κακιά κουβέντα να πουν για τον Ξενοφώντα. Επειδή δεν έλεγε ψέματα. Είτε σου άρεσε, είτε όχι.

Είμαι η τελευταία που θα μπορούσε να μιλήσει για το έργο του. Δεν μπορώ να μπω σε κείνο το ψηλό σκαλοπάτι και να τον κοιτάξω κατάματα. Καμιά φορά, όμως, εκείνο που σου μένει από μια συνάντηση, είναι η αύρα του ανθρώπου και ο νους του.

Εγώ τον γνώρισα μικρό παιδάκι. Στο δημοτικό σχολείο ήμουν. Ο πατέρας μου διατηρούσε επαφές μαζί του. Ήταν κάτι που είχε καταφέρει, γιατί ο Ξενοφών δεν ήταν ένας άνθρωπος, από όσο είχα καταλάβει, που σου άφηνε χώρο να κάνεις μεγάλα βήματα. Έκανες τόσα όσα να έρθεις σχετικά κοντά του, αλλά μέσα σε ελάχιστο χρόνο καταλάβαινες ότι χρειαζόταν την απόστασή του για να αναπνέει. Κι αυτό, όμως, ήταν ωραίο. Δεν σε πείραζε. Ίσα – ίσα. Μπορεί και να το αποζητούσες κάθε φορά που τον συναντούσες.

Ο Ξενοφών είχε τον τρόπο του με τα παιδιά. Είχαμε πάει στο γραφείο του στην Μελενίκου, απέναντι από την Φιλοσοφική του Α.Π.Θ., όπου δίδασκε Νέα Ελληνική Λογοτεχνία. Το γραφείο μικρό αλλά γεμάτο βιβλία χωρίς, όμως, να νοιώθεις ότι είναι ασφυκτικά τοποθετημένα. Τα βιβλία χρειάζονταν και κείνα τον χώρο τους για να ανασαίνουν. Κοιτούσα τα βιβλία. Αφαιρέθηκα, μου λέει: «Μα, τι κορίτσι είναι αυτό που μου φέρατε; Κοιτάει τα βιβλία;» Ντράπηκα αλλά χάρηκα κιόλας. Εκείνη τη μέρα μου χάρισε κι ένα βαζάκι  με βώλους. Χρόνια ολόκληρα είναι στη βιβλιοθήκη μου το βαζάκι με τους βώλους! Ήταν του Ξενοφώντα.

Οι συναντήσεις ήταν στη Θεσσαλονίκη, όταν πηγαίναμε για δυο –τρεις μέρες, κανένα καλοκαίρι, όταν ερχόταν στην Ελάτη για διακοπές ή στο ορεινό μας χωριό για μια βόλτα ανάμεσα σε κάτι άλλο που μπορεί να είχε οργανώσει. Εκεί περπατούσαμε με τον πατέρα μου, εγώ τους ρωτούσα γιατί η «Φόνισσα» να είναι γραμμένη σε τόσο «δύσκολη» γλώσσα, κι από κει ξεκινούσαν συζητήσεις που εγώ χαιρόμουν που τις προκάλεσα, κι ας ήμουν πολύ μικρή για να μπορώ να τις παρακολουθήσω. Τι σημασία είχε; Εγώ ήθελα να τους ακούω την ώρα που περπατούσαμε σε χωματόδρομους και σε χαλίκια, κάτω από το βουνό. Η φωνή του Ξενοφώντα και ο τρόπος που τόνιζε πάντα ορισμένες λέξεις μέσα στην πρόταση είχαν μια μουσικότητα διήγησης.

Ο Ξενοφών ήταν και αυστηρός. Σε τσιμπούσε σαν την μέλισσα που βγάζει και το μέλι της, όχι σαν την σφίγγα που σε τσιμπά για να σε τσιμπήσει. Κάποτε, που είχα τελειώσει τις σπουδές μου ξεκίνησα να πάω να τον συναντήσω, χωρίς ραντεβού, στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο. Με είδε, χάρηκε συγκρατημένα. Είπαμε πέντε πράγματα, πού είμαι, τί κάνω, κι εκεί του είπα ότι μάλλον δεν μου άρεσε να συνεχίσω με τις σπουδές που είχα κάνει κι ότι ήθελα να πάω σε τελείως άλλη κατεύθυνση. Με έβαλε να σκεφτώ με μια του μόνο φράση: «Πρόσεξε, τον πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη». Έφυγα. Ένιωθα ότι είχε δίκιο. Όχι τόσο για την αλλαγή πορείας που όλοι κάποτε μπορεί να την σκέφτονται, αλλά για το είδος και τον τρόπο που θα την μεθοδεύσεις.

Ο Ξενοφών ήταν χρόνια παντρεμένος με την Μαρία Βερτσώνη – Κοκόλη. Φιλόλογος από εκείνες που ζηλεύεις και γλυκιά σα ζάχαρη. Μειλίχια και τόσο έτοιμη, ανά πάσα στιγμή, να σε χαϊδέψει με τον Λόγο της. Είχε επιμεληθεί εκδόσεις και είχε κάνει και μεταφράσεις, εργαζόταν στο Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη και αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Όταν ξαναεκδόθηκε το περιοδικό «Το ρόδι», το αγόραζα κάθε μήνα, επειδή ήξερα ότι είχε συνεργαστεί στην έκδοσή του και η κ. Μαρία.

Ήξερε να κάνει κάθε παιδί να νιώθει σημαντικό και σπάνιο. Σε επαινούσε για τις λέξεις που χρησιμοποιούσες, σε αγκάλιαζε με το βλέμμα της και σε φιλούσε με το γέλιο της. Την τελευταία φορά που την είχα δει, σε ένα ταξίδι που είχε κάνει στα μέρη μας, έλεγε ότι ήθελε να γράψει παιδικά παραμύθια και να τα υπογράφει με το πατρικό της επίθετο. Μαρία Βερτσώνη – ήταν από την Ίμβρο και σα να θυμάμαι πως ανέφερε ότι σήμαινε αυτός που αιχμαλώτιζε πουλιά ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι με πόση χαρά άκουσε την ιδέα της ο Ξενοφών. «Πολύ ωραία ιδέα Μαρία! Να το κάνεις!» Μετά από λίγο καιρό η κ. Μαρία «έφυγε». Ήταν άρρωστη.

Ο Ξενοφών δε νομίζω να αποδέχθηκε ποτέ αυτή τη μοναξιά, χωρίς εκείνη. Όποτε τους είχα δει μαζί τον ένιωθα δίπλα της σαν έναν βράχο, που προσπαθεί να προβλέψει τα πάντα για να μη στεναχωρηθεί εκείνη. Ήταν προστατευτικός από αγάπη. Όχι από ανάγκη. Την αγαπούσε πολύ. Αλλά ακόμη περισσότερο την θαύμαζε.

Έτσι αγαπούσε και την κόρη τους, την Αλεξάνδρα. Ανέφερε καμιά φορά και χαριτωμένες της κουβέντες που έλεγε σαν παιδί. Κι εγώ ήθελα να τη γνωρίσω γιατί μου προκαλούσε την περιέργεια ένα τέτοιο πλάσμα. Τέτοιο την περιέγραφαν. Γιατί για το παιδί τους μιλούσαν με εκτίμηση, και έχει διαφορά από τον τρόπο που μιλούν καμιά φορά οι γονείς για τα παιδιά τους και καυχιούνται. Την εκτιμούσαν και την θαύμαζαν ως άλλη προσωπικότητα. Ως μια δική τους έμπνευση με δικό της, όμως, δρόμο.

Περιστατικά και δείγματα γραφής στην ζωή του θα μπορούσα να αναφέρω, από όσα άκουσα κυρίως από άλλους. Θυμάμαι, όμως, πολύ ζωντανά την άρνησή του να συμμετάσχει σε συνέδριο, στο οποίο διαπίστωσε ότι θα μιλούσε και «συνάδελφός» του, που όχι μόνο δεν είχε αντιταχθεί στην διάρκεια της χούντας στις διαγραφές και απολύσεις δημοκρατικών πανεπιστημιακών – ανάμεσα τους και ο Ξενοφών – αλλά τις είχε ενισχύσει. Ο Ξενοφών δεν αποχώρησε απλά από το συνέδριο. Πήρε το λόγο και κατέθεσε τη μαρτυρία του αλλά και την αποστροφή του, γιατί είχε αγνοηθεί εντέχνως ο πρότερος βίος του εν λόγω «πανεπιστημιακού».

Ο Ξενοφών δεν ήταν αιρετικός. Ειλικρινής ήταν και προσπαθούσε να είναι δάσκαλος που θα αφύπνιζε. Φιλόλογος που θα παρέθετε όσα ερευνούσε και θα υποστήριζε την αλήθεια των λέξεων. Φάνηκε και από τα έργα του αλλά και από τις ημέρες του. Στο βιογραφικό του (παρόλο που νομίζω ότι είναι μια πονεμένη ιστορία τα βιογραφικά) θα βρει κανείς εργασίες και εκδόσεις που κάποιοι δεν τις καλοδέχθηκαν. Επειδή έσπαγε και ταμπού αλλά και αναφερόταν σε «ιερές αγελάδες».

Δε θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση που είχε ο παππούς της καλύτερης παιδικής μου φίλης, όταν του έδωσε ο πατέρας μου την κασέτα από το υλικό του στούντιο που είχε ηχογραφηθεί για τον δίσκο «Primavera en Salonico. Σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια». Ο δίσκος δεν είχε κυκλοφορήσει, αλλά ο Ξενοφών που τον είχε επιμεληθεί έδωσε την κασέτα στον πατέρα μου για να φτάσει στον Βαρούχ Βαρούχ. Ήταν επιζών του Άουσβιτς και είχε χάσει το πρώτο του παιδί, βρέφος, σε κείνη την κόλαση. Όταν ο Βαρούχ άκουσε το πρώτο τραγούδι της κασέτας, άρχισε να κλαίει και να σιγοτραγουδά. Ξανάκουγε τα παραδοσιακά τους τραγούδια, τα σεφαραδίτικα, που είχε χρόνια να ακούσει, και μάλιστα τόσο όμορφα ειπωμένα από την αηδόνα, τη Σαββίνα Γιαννάτου. Αυτό ήταν ένα ανεκτίμητο «δώρο» του Ξενοφώντα στον γέροντα. Ήταν βαριά άρρωστος, εξασθενημένος και από τα γηρατειά αλλά και από τη ζωή που πέρασε. Μετά από λίγους μήνες «έφυγε». Είχε, όμως, προλάβει να ακούσει τις φωνές της παράδοσής του λίγο πριν.

Ο Ξενοφών «αποχώρησε». Πριν λίγες μέρες. Δεν δοκίμασα εδώ να γράψω επικήδειο. Δεν θα μπορούσα να είμαι εγώ αυτή που θα είχε τέτοια τιμή. Δοκίμασα να τον περιγράψω, με τα μάτια ενός παιδιού, όπως τον είχα γνωρίσει και όπως τον θυμόμουν. Για μένα ήταν ο σοφός κύριος, από το Πανεπιστήμιο, που ήθελα να συναντώ κι εγώ και να του λέω κουβέντες, να ακούω όσα λέει, να βλέπω το σπινθηροβόλο βλέμμα του μέσα από τα γυαλιά με τους τεράστιους φακούς του.

Εγώ αυτόν τον Ξενοφώντα ήξερα. Σας τον έδωσα, ελπίζω να σας τον γνώρισα μέσα από τα δικά μου μάτια, κυρίως των παιδικών μου αναμνήσεων. Ελπίζω να μη θυμώνει, γιατί ξέρω ότι δεν του άρεσαν καθόλου οι μεγάλες κουβέντες. Όμως, προσπάθησα να πω τις δικές μου, τις «μικρές», από καρδιάς και από νοσταλγία. Γιατί δεν θα τον ξαναδώ.

Μερικές φορές, για ορισμένους ανθρώπους, ξέρεις πως ό,τι πεις είναι ιερόσυλο. Επειδή οι ίδιοι με τη στάση τους, το έργο τους και τη ζωή τους έδειξαν ότι δεν θέλουν τα πολλά φτιασίδια, ούτε τα πολλά λόγια.

Κάποιοι είναι τόσο δωρικοί που ό,τι και να σταθεί δίπλα τους είναι στην κόψη της αποτυχίας. Την αποδέχομαι με σεβασμό, ίσως και να την επεδίωξα. Επειδή ήθελα να μιλήσω για κείνον. Επειδή δεν μπορούσα αλλιώς. Κι ας με συγχωρέσει που απέτυχα.

*Η Φωτεινή Αναστασίου είναι υποψήφια Διδάκτωρ Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

O Ξενοφών Α.  Κοκόλης (1939 -2012) έζησε στη Θεσσαλονίκη. Δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο ΑΠΘ από το 1965 ώς το 2005. Εκτός από τα βιβλία και τα άρθρα του, επιμελήθηκε φιλολογικά τους δίσκους:

«Η Ζωή Καρέλλη διαβάζει Καρέλλη» (1988),

«Η Θεσσαλονίκη στα ρεμπέτικα» 1 και 2 (1988, 1991),

και «΄Ανοιξ  στη Σαλονίκη – Primavera en Salonico. Σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια» (1994).

Μερικά από τα βιβλία του:

– «Λέξεις-άπαξ»: στοιχείο ύφους. Θεωρητική εξέταση. Καταγραφή στα «Ποιήματα» του Γ. Σεφέρη, 1975.

– Τρεις μελέτες για μεταφράσεις (Lorca, Apollinaire, Moréas), 1977·

β΄ έκδ.: Μικροσκόπηση μεταφράσεων: Lorca, Apollinaire, Moréas, 1985.

– Δώδεκα ποιητές: Θεσσαλονίκη 1930-1960, 1979.

– Για το «΄Αξιον Εστί» του Ελύτη. Μια οριστικά μισοτελειωμένη ανάγνωση, 1984.

– Θερμοπύλες και «Πάρθεν»: ένα πλην και ένα συν στην ποίηση του Καβάφη, 1985.

– «δεν είναι πια τραγούδι αυτό». Ο μελοποιημένος Καρυωτάκης, 1987.

– «Αλληλεγγύη»: Λογοτέχνες και λογοτεχνήματα στην πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή, 1992.

– Σεφερικά μιας εικοσαετίας, 1993.

– Δύο μελετήματα για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, 1993.

– Η ομοιοκαταληξία. Τύποι και λειτουργικές διαστάσεις του φαινομένου, 1993.

– «σε τί βοηθά λοιπόν …» Η ποίηση του Μ.  Αναγνωστάκη. Μελέτες και σημειώματα, 2001.

– Ο μεταφραστής Σεφέρης. Αρνητική κριτική, 2001.

– ΄Ανθρωποι και μη: τα όρια της φαντασίας στο Σκαρίμπα, 2001.

– Κωστής Παλαμάς, «Σατιρικά Γυμνάσματα». Νέα σχολιασμένη έκδοση, 2005.

– Στιχάκια του φλαμένκο. Εισαγωγή-σημειώσεις-μετάφραση, 2007.

– Ο κόσμος του καθρέφτη στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη (σχόλια), 2007.

– Τριάντα παρωδίες ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, 2007.

Η διαμάχη Μαρωνίτη – Ιωάννου [1977-2007]. 2008.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΠανεπιστήμιο ή χωματερή;
Επόμενο άρθροΗ συμβολή μιας μακροχρόνια απλήρωτης στην ανάταξη Κεντροαριστεράς&Σοσιαλδημοκρατίας
Η Φωτεινή Αναστασίου γεννήθηκε το 1981 στα Τρίκαλα. Είναι Διδάκτωρ Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Ειδικής Αγωγής. Έχει σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Hertfordshire Γλωσσολογία (ΒΑ) και στο Πανεπιστήμιο του Surrey Μετάφραση (ΜΑ). Το ερευνητικό της έργο που εστιάζεται στην Αγγλική ως τρίτη γλώσσα και στους πολύγλωσσους ομιλητές έχει παρουσιασθεί και δημοσιευθεί σε διεθνή συνέδρια. Έχει εργαστεί στην δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση ως καθηγήτρια Αγγλικής γλώσσας και ως Επιστημονικός Συνεργάτης σε ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και στην Βουλή των Ελλήνων. Από το 2010 – 2012 έκανε την δημοσιογραφική παραγωγή της εκπομπής «Οι Κυριακές του Πολιτισμού» του Γιώργου Λιάνη στον Real Fm. Από το 2013 συνεργάζεται με τον Σπύρο Μερκούρη σε πολιτιστικά προγράμματα και εκδηλώσεις, όπως η αδελφοποίηση του δήμου της Ελευσίνας με την περιοχή Xicheng του δήμου του Πεκίνου και η διημερίδα για τα «30 χρόνια Πολιτιστικές Πρωτεύουσες». Το 2015 εκδόθηκαν από το «Κέντρο Έρευνας – Μουσείο Τσιτσάνη» δύο βιβλία που συνέγραψε με τον πατέρα της, Θεόφιλο Αναστασίου, και έχουν τίτλο: «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά, Μαρτυρίες για την λαϊκή μουσική 1881-1935» και «Βασίλης Τσιτσάνης – Συνεντεύξεις».

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Άξιος καθηγητής, σοβαρός και καθόλου απόμακρος, από τους λίγους ακαδημαϊκούς με δημοσιεύσεις και έργο ουσιαστικό.

  2. Πραγματικά, ήταν άξιος καθηγητής. Ακόμη έχω στο μυαλό μου, 16 χρόνια μετά, την εικόνα του στο αμφιθέατρο Α να καπνίζει αρειμανίως τα πούρα του και να απαγγέλλει στίχους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here