Ένας Κύκλωπας διασκεδαστικός, λαϊκός και φιλοσοφικός

0
117

Ένα υψηλής αισθητικής και έντονης νοηματικής φόρτισης λαϊκό θέαμα έστησε ο Βασίλης Παπαβασιλείου στην Επίδαυρο (και συνεχίζει σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα) με τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη. Το ελάχιστα γνωστό αυτό σατυρικό δράμα έγινε στα χέρια του πάντα εύστοχου στοχαστή σκηνοθέτη, μια φιλοσοφική – αλλά και εξόχως διασκεδαστική – πραγματεία για το παιχνίδι («τραγωδία παίζουσα» έχει, εξάλλου, χαρακτηριστεί το σατυρικό δράμα), την ειρωνεία της ιστορίας και την ιστορική μνήμη, την καπηλεία, τον κανιβαλισμό και την αέναα παρούσα οικονομική κρίση. Ξεκαρδιστικός και κυρίαρχος στη σκηνή είναι ο Δημήτρης Πιατάς στον επώνυμο ρόλο, ενώ ο Νίκος Καραθάνος και ο Νίκος Χατζόπουλος κάνουν δύο από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους.

Υπάρχει μία εγγενής παρεξήγηση με όσους επιχειρούν να παρουσιάσουν ένα «λαϊκό θέαμα» χρησιμοποιώντας ως όχημα κάποιο αρχαίο δράμα – κυρίως κωμωδία. Ξεχνώντας, ή μάλλον έντεχνα αδιαφορώντας για το γεγονός, ότι το λαϊκό είναι πρωτίστως αισθητικό και όχι αντι-αισθητικό, ευτελίζουν το λόγο των αρχαίων ποιητών (ιδιαίτερα του Αριστοφάνη) και ανεβάζουν κακόγουστες, φθηνές και δημαγωγικές παραστάσεις. Η αρχαία κωμωδία στην Επίδαυρο, τις περισσότερες φορές, είναι κιτς.

Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να γίνει και με τον «Κύκλωπα», έργο αταξινόμητο το οποίο παίζεται σπάνια. Δεν είναι ούτε τραγωδία, ούτε κωμωδία: τα σατυρικά δράματα ήταν μικρής διάρκειας, εύθυμα έργα, τα οποία ακολουθούσαν τις τραγικές τριλογίες των αρχαίων ποιητών. Ο κάθε διαγωνιζόμενος, δηλαδή των εν άστει ή μεγάλων Διονυσίων, παρουσίαζε μετά τις τρεις τραγωδίες του και ένα σατυρικό δράμα, από την συνολική παραγωγή των οποίων δεν έχει σωθεί στο ακέραιο παρά μόνο ο «Κύκλωψ» του Ευριπίδη, καθώς περίπου και το μισό από το έργο «Ιχνευταί» του Σοφοκλή.

Τα σατυρικά δράματα εξελίσσονται στη φύση, κύρια πρόσωπα έχουν τους Σάτυρους και τους Σειληνούς (δαίμονες των βουνών και των δασών), έχουν μικρή έκταση, λίγους χαρακτήρες και απλή πλοκή. Συνήθως εκθέτουν τη σύγκρουση δύο χαρακτήρων: ο ένας διαθέτει μυϊκή δύναμη και ο άλλος οξυμένη νοημοσύνη, με τη βοήθεια της οποίας τελικά επικρατεί.

Στο συγκεκριμένο έργο, η σύγκρουση θα είναι, βέβαια, ανάμεσα στον Κύκλωπα Πολύφημο και τον Οδυσσέα, ο οποίος έχει ναυαγήσει στο νησί του. Πριν από αυτόν, στο ίδιο νησί είχαν ναυαγήσει ο Σειληνός και οι Σάτυροι, οι οποίοι από υπηρέτες του Βάκχου αναγκάστηκαν να γίνουν σκλάβοι του Πολύφημου, μέχρι τη μέρα που υποδέχονται τον Οδυσσέα. Ο Σειληνός ανταλλάσει το τυρί και το κρέας του αφέντη του με το κρασί που του φέρνει ο Βασιλιάς της Ιθάκης, μπροστά στον Πολύφημο όμως ισχυρίζεται πως έπεσε θύμα κλοπής από τους Έλληνες. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας συγκρούεται λεκτικά με τον Πολύφημο, επικαλείται τους νόμους της φιλοξενίας και, εν τέλει, βλέπει τους συντρόφους του να κατασπαράσσονται από αυτόν. Δεν του μένει πια παρά να καταστρώσει το σχέδιο της τύφλωσής του.

Για να κάνει πιο κατανοητή τη σχέση αυτού του έργου με τη σημερινή εποχή, αλλά και για να αυξήσει τη μικρή του διάρκεια, ο Βασίλης Παπαβασιλείου προσέθεσε και μία δική του εισαγωγή, στην οποία ένας σύγχρονος Οδυσσέας (γιος όχι του Λαέρτη, αλλά του μπάρμπα-Κώστα Μπερμπάντη, ενός γυναικά παλαιοβιβλιοπώλη) εισβάλλει στη σκηνή με μία ομάδα καπήλων, κρατώντας ένα αντίγραφο του ευριπίδειου «Κύκλωπα». Προτείνει λοιπόν στους φίλους του, πριν εκποιηθεί και αξιοποιηθεί από ξένους αγοραστές, να του ξαναδώσουν ζωή.

Το θέμα του κανιβαλισμού διατρέχει όλο αυτό το δράμα, δίνοντας την δυνατότητα στον σκηνοθέτη να αλιεύσει από τον πυθμένα του υλικά πολύτιμα: αλληγορικές νύξεις, πολιτικές θέσεις και διαχρονικά σχόλια, που εκτείνονται σε όλο το φάσμα της σύγχρονης ζωής.

Απόλυτος γνώστης της ιδιαιτερότητας του σατυρικού δράματος ο Βασίλης Παπαβασιλείου κατέβηκε στην Επίδαυρο με σκοπό να διασκεδάσει τους θεατές και, μέσω αυτής της απαραίτητης διασκέδασης, να τους κάνει να σκεφτούν ολόκληρη τη διαδικασία του αρχαίου δράματος, το οποίο εδράζεται στο λόγο και δεν είναι παρά ένα συνεχές παιχνίδι. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μας θύμισε εξάλλου ότι η «μόνη ανθρώπινη ελευθερία, σύμφωνα με τον Σίλλερ, είναι το να παίζει κανείς». Το θέατρο, για τον Παπαβασιλείου, είναι μία «παιγνιώδης οικειότητα», όπου το οικείο και το ανοίκειο εγκαθιδρύονται ως ισοδύναμα σκέλη της ίδιας δυναμικής.

Αδιαφόρησε ο Παπαβασιλείου για τα φτηνά κόλπα, που υποτίθεται ότι βγάζουν γέλιο, και γι’ αυτό πρόσφερε τόσο μεγάλη διασκέδαση, επέμεινε στις λεπτές διακυμάνσεις και γι’ αυτό ήταν τόσο αποτελεσματικός. Και δεν δίστασε να κάνει ακόμη και προκλητικές σκηνικές προτάσεις, προκειμένου να ειρωνευτεί το ίδιο το θέαμα, όπως για παράδειγμα όταν έβγαλε τον Οδυσσέα Νίκο Καραθάνο ντυμένο σαν Τζακ Σπάροου από τους κινηματογραφικούς «Πειρατές της Καραϊβικής», κάνοντας το κοίλον του αργολικού θεάτρου να πέσει κάτω από τα γέλια.

Εξαιρετικός ήταν και ο Νίκος Χατζόπουλος (ο Σειληνός), τα γούνινα αυτιά του οποίου έγιναν ένα ιδιοφυές κωμικό εύρημα. Ο Καραθάνος και ο Χατζόπουλος, άλλωστε, βρίσκονται και την περισσότερη ώρα πάνω στη σκηνή, φτιάχνοντας ένα εκπληκτικό κωμικό δίδυμο, άψογα ενορχηστρωμένο.

Στιβαρός, ανέμελος και παιχνιδιάρης, ο Δημήτρης Πιατάς μπήκε ως το βάθος του δύσκολου χαρακτήρα του και κέρδισε ένα πάρα πολύ δύσκολο στοίχημα.

Άψογα συντονισμένος ήταν και ο χορός των 18 εξαιρετικών ηθοποιών, οι οποίοι κινήθηκαν σαν ενιαίο σώμα, τραγούδησαν τα πολύ όμορφα τραγούδια του Δημήτρη Καμαρωτού, χόρεψαν και διασκέδασαν.

Ο «Κύκλωπας» αυτός είναι μία από τις καλύτερες παραστάσεις του φετινού καλοκαιριού και τιμά στο ακέραιο την αποστολή του Εθνικού Θεάτρου – μην το χάσετε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here