Mέσι: Κορυφαίος γενικώς αλλά όχι το 2010

2
23

Ο Λιονέλ Μέσι είναι με διαφορά ο καλύτερος παίκτης του κόσμου. Ταυτόχρονα, όμως, δεν άξιζε να αναδειχτεί νικητής της «Χρυσής Μπάλας». Ακούγεται οξύμωρο, ωστόσο αυτό το βραβείο πάντα δινόταν, από την πρώτη του χρονιά -το 1956- στον κορυφαίο της χρονιάς και όχι στον καλύτερο ποδοσφαιριστή.

Οι εμπνευστές του το ήθελαν ως ένα Οσκαρ του ποδοσφαίρου. Ένα αληθινό βραβείο, που να δίνεται στον καλύτερο της δεδομένης στιγμής και όχι σε κάποιον που διαχρονικά είναι κορυφαίος. Είναι σαν να κερδίζει το Οσκαρ καλύτερου σκηνοθέτη ο Τζορτζ Λούκας ή ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ανεξαρτήτως του αν έκαναν ταινία ή όχι και να μην είναι καν στις επιλογές η Κάθριν Μπίνγκελοου που έφτιαξε το αριστουργηματικό The hurt locker.

Δεν μιλάμε, λοιπόν, για ένα βραβείο που δίνεται στον κορυφαίο του είδους, αλλά σε αυτόν που για κάποιον λόγο ήταν σημαντικός στη χρονιά που έφυγε. Ο Μέσι με τη μπάλα στα πόδια αποτελεί ό,τι καλύτερο έχουν δει τα μάτια μας από την εποχή του Μαραντόνα. Η ΦΙΦΑ, όμως, με την επιλογή αυτή τον εκθέτει, γιατί επιτρέπει να μπουν σκιές σε αυτή την αδιαμφισβήτητη υπεροχή του.

Η τριάδα των κορυφαίων έπρεπε να περιλαμβάνει τον Γουέσλι Σνάιντερ, ο οποίος οδήγησε την Ιντερ στην κορυφή της Ευρώπης και του κόσμου, μετά από 45 χρόνια. Επίσης, τον Ντιέγκο Φορλάν που πήρε από το χέρι την Ουρουγουάη στο Μουντιάλ και έφτασε με την Ατλέτικο Μαδρίτης στην κατάκτηση δύο ευρωπαϊκών τίτλων μέσα στο 2010. Μαζί θα έπρεπε να είναι και ο Ινιέστα, που με δικό του γκολ η Ισπανία έφτασε στην πρώτη θέση του κόσμου ή ο Τσάβι που οι πάσες του αποτελούν ένα από τα άλυτα μυστήρια του μοντέρνου ποδοσφαίρου.

Χάρηκα που οι δημοσιογράφοι, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της AIPS, ανέδειξαν πρώτο τον Σνάιντερ. Δείχνει κοινή λογική και σημαίνει πως αν υπήρχε με την παλιά της μορφή η «Χρυσή Μπάλα», θα ήταν ο νικητής. Όμως, οι προπονητές και οι αρχηγοί των εθνικών ομάδων αλλοίωσαν το αποτέλεσμα και, για να είμαι και πιο καυστικός, δεν περίμενα και κάτι διαφορετικό.

Οι περισσότεροι ζουν στον κόσμο τους και ασχολούνται επιφανειακά με το άθλημα από το οποίο ζουν!

Το μεγαλύτερο ανέκδοτο παραμένει στους κύκλους της ΦΙΦΑ, η ψηφοφορία του 1999, όταν ο προπονητής του Βιετνάμ και ο αρχηγός της Βιρμανίας είχαν ψηφίσει ως κορυφαίο της χρονιάς τον Μάρκο Φαν Μπάστεν. Εξαιρετική επιλογή με μόνο ένα βασικό, όμως, μειονέκτημα: ο Ολλανδός σούπερ σταρ είχε σταματήσει το ποδόσφαιρο έξι χρόνια νωρίτερα, το 1993!

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του παρελθόντος δείχνουν πόσο αξία είχε (όταν ψήφιζαν μόνο οι δημοσιογράφοι) το να έχεις πετύχει κάτι μέσα στη χρονιά -και όχι πόσο καλός παίκτης είσαι. Το 1967 νίκησε ο άγνωστος στο ευρύ κοινό ούγγρος Φλόριαν Αλμπερτ, που είχε οδηγήσει για πρώτη φορά ομάδα από το ανατολικό μπλοκ -τη Φερεντσβάρος- στην κατάκτηση του Κυπέλλου Εκθέσεων.

Το 1982 ο Πάολο Ρόσσι, που πέτυχε έξι γκολ στον ιταλικό θρίαμβο στο Μουντιάλ, ξεπέρασε σε ψήφους τους καλύτερους και ποιοτικότερους Πλατινί, Ρουμενίγκε και Μπόνιεκ -όπως ο Ολεγκ Μπλαχίν το 1975 ξεπέρασε φυσιογνωμίες όπως ο Κρόιφ και ο Μπεκενμπάουερ, γιατί ήταν καταλυτικός στη θριαμβευτική επικράτηση της Ντιναμό Κιέβου στο Κύπελλο Κυπελλούχων.

Η λίστα είναι ατελείωτη από τέτοιες περιπτώσεις, όπως φυσικά δεν λείπουν και οι ενστάσεις. Ο Σεβτσένκο δεν άξιζε τη «Χρυσή Μπάλα» το 2004. Η Ουκρανία ήταν απούσα από το EURO και η Μίλαν είχε πάθει στο Τσάμπιονς Λιγκ κάζο από την Κορούνια. Συνεπώς, ο Ουκρανός δεν δικαιούτο περισσότερο το βραβείο από τον Θοδωρή Ζαγοράκη ή τον Ντέκο.

Οπως ο Ζορζ Γουεά δεν ήταν καλύτερος, το 1995, από τον Λιτμάνεν που είχε επαναφέρει τον Αγιαξ στη κορυφή του κόσμου. Αλλά τα βραβεία έχουν αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα, αφού είναι πλήρως υποκειμενικά.

Ο Μέσι, φυσικά, δεν φταίει γι’ αυτή την (πολλοστή) παραφωνία της ΦΙΦΑ του Μπλάτερ. Ωστόσο, με κάτι τέτοιες επιλογές, η αληθινή σημασία των βραβείων χάνεται. Ο αργεντινός σούπερ σταρ θα πάρει και άλλα τέτοια παράσημα στην καριέρα του. Ο Σνάιντερ και ο Φορλάν, ίσως να μην το καταφέρουν. Ακόμη και ο Ινιέστα. Και αυτό ακριβώς δείχνει το μέγεθος του λάθους του να ενοποιηθούν τα βραβεία, αυτό της ΦΙΦΑ με εκείνο των δημοσιογράφων. Όταν ήταν δύο γλυτώναμε πολλές από τις γκρίνιες, αφού μοιράζονταν οι νικητές αρκετά συχνά.

Αλλά πλέον είναι αργά για να διορθωθεί η ανορθογραφία…

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΤηλεόραση 2011
Επόμενο άρθροΝα πάνε κάποιοι φυλακή: Ωραία αυταπάτη!
Ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος ξεκίνησε το 1979 την ενασχόληση με το αθλητικό ρεπορτάζ στην ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ. Αν και δοκίμασε την ίδια περίοδο να σπουδάσει στην Ιταλία, σύντομα προτίμησε να συνεχίσει στα βαθιά συνεργαζόμενος με την ΕΡΤ. Το 1984 ανέλαβε την συμπαρουσίαση της ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, μόλις σταμάτησε ο Γιάννης Διακογιάννης. Το 1990 μετακινήθηκε στο MEGA, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Εχει δουλέψει στην ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ, το ΒΗΜΑ, την ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, τις 24 ΩΡΕΣ, το SPORTIME και το GOAL NEWS, ενώ από το 1994 ξεκίνησε την πρώτη εξειδικευμένη σχολή αθλητικής δημοσιογραφίας "ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΡΕΠΟΡΤΑΖ". Γενικός Διευθυντής του ΣΠΟΡ FM από το 1996 και σύμβουλος έκδοσης της SPORTDAY από το 2005. Έχει βραβευτεί στα δημοσιογραφικά βραβεία του ΠΣΑΤ το 1999 (καλύτερη τηλεοπτική εκπομπή) και το 2000 (καλύτερη ραδιοφωνική εκπομπή). Το 1998 αναδείχτηκε νικητής του διαγωνισμού ποδοσφαιρικών γνώσεων ανάμεσα σε περισσότερους από 1000 ξένους συναδέλφους στην διάρκεια του Μουντιάλ της Γαλλίας. Εχει γράψει δυο βιβλία: το "50 χρόνια Κύπελλο Πρωταθλητριών" και το "Παιχνίδι χωρίς όρια".

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Κύριε Σωτηρακόπουλε συμφωνώ με την άποψη σας ότι ο Μέσι δεν άξιζε την χρυσή μπάλα αλλά διαφωνώ με τους 3 που βάλατε για υποψηφίους και με τον <> νικητή….εγώ πιστεύω πως οι 3 πολυτιμότεροι ήταν οι Τσάβι Ινιέστα Φορλάν …με νικητή τον Φορλάν που κατάφερε πολλά πράγματα εκείνη τη χρονιά…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here